(navigation image)
Home American Libraries | Canadian Libraries | Universal Library | Community Texts | Project Gutenberg | Children's Library | Biodiversity Heritage Library | Additional Collections
Search: Advanced Search
Anonymous User (login or join us)
Upload
See other formats

Full text of "Ho Syllogos ton Eisangeleon kai alla euthymographemata"

βΚ ΜΠΑΜΠΗ ΑίΜίΑ/ογ 



ΞΙΛ 



Ο ΙΥΛΛ.ΟΓΟΙ τ&κί £ιΤΑ γ Γ£Λ6•λΓ 
ΚΑ» ΛΑΛΑ 6/βΥΜ«ΓΡΑ4>Η*^ΑΤ*Α 



ΑβΗΜΑ 




(νΐΜΐΛ 



ΡτβΞβηΙβά ίο ύιβ 

ΠΒΚΑΚΥο/ίΛ* 

υΝίνΕΚδΙΤΥ ΟΡ ΤΟΚΟΝΤΟ 

/γοιπ 

ίΗβ β5ίαίβ ο/ 

ΟεοΓββ ΤΗαηίεΙ 



ΜΠΑΜΠΗ ΑΝΝΙΝΟΥ 



Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ 



ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ 



ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ 




ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ,, 
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 




>*^ 



ΡΚΙΝΤΕΡΙΝ 6ΚΕΕ<?ε 
ΟΟΡΥΚΙ6ΗΤ 1925 



Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ 



Μία δήλωσις εΐνε αναγκαία προ παντός άλλου. "Αλλοτε 
προ ετών ώμολόγησα δημοσία δτι πιστεύω εις την μετεμψΰ- 
χωσιν. Τώρα έρχομαι με δλον το θάρρος να δηλώσω δτι 
πιστεύω εις την Μυθολογίαν. 

Ημπορεί αίφνης να μη πιστεύω εις τα γεγονότα τα 
οποία γίνονται «αναγνώσματα» εις τάς εφημερίδας, οΰτε 
εις τάς προφητείας των κινουμένων τραπεζών, οΰτε εις τάς 
επαγγελίας τών ; εκλογικών προγραμμάτων, οΰτε εις τάς 
διαφημίσεις τών εκάστοτε εφευρισκομένων νέων φαρμά- 
κων ή μεθόδων θεραπείας. Πιστεύω δμως άδιστάκτως εις 
δσα περιέχει ή Μυθολογία τών προγόνων μας και παρα- 
δέχομαι ως υπαρκτά δλα τάλλόκοτα συνοικέσια, μεταξύ 
τών θνητών καΐ τών αθανάτων, τών ταύρων, τών κύκνων, 
τών σάτυρων, τών ίπποκενταΰρων καΐ τών περικαλλών ή- 
γεμονίδων της αθώας εκείνης εποχής, ή τών νυμφών τών 
ορέων καΐ τών δασών, νυμφών αΐτινες δεν θά εΐχον βε- 
βαίως μεγάλην προίκα, άφοΰ τόσον συγκαταβατικώς άπε- 
δέχοντο να ενωθώσι μετά τοιούτων τεράτων. 

Πιστεύω επίσης δτι εξ αυτών τών συνενώσεων παρή- 
γετο τω δντι ή συμμιγής τεκτογονία τών χιμαιρικών πλα- 
σμάτων, εξ ης εδημιουργήθη ή χαριεστάτη τών επί γης 
Θρησκειών και ενεπνεΰσθη ή μεγαλοφυεστάτη τών τεχνών. 
Παραδέχομαι δτι και οι ποταμοί έγέννων τέκνα, αν καΐ δ 
πτωχός Ίλι σος μας σήμερον μόλις και μετά βίας ημπορεί 
να γέννηση ολίγους βατράχους — και αρκετούς πυρετούς 



δια τους κατοίκους του Βατραχονησίου. Παραδέχομαι δτ 
ή Νύξ και ή Ήμερα έ'τικτον δχι φροντίδας, δπως εις την 
σημερινήν πεζήν έποχήν, άλλα θεότητας. 

Έν συντόμω παραδέχομαι δτι υπάρχει δχι μόνον επι- 
κοινωνία πλήρης, άλλα και έπιγαμία μεταξύ του όρατοΰ 
και του αοράτου κόσμου, μεταξύ των συγκεκριμένων πρα- 
γμάτων καΐ των αφηρημένων εννοιών, πράγμα άλλως τε 
το όποιον παραδέχεται καΐ ή Γένεσις, ήτις αναφέρει δτι οι 
άγγελοι ήράσθησάν ποτέ τάς θυγατέρας των ανθρώπων και 
κατήρχοντο εκ του ουρανού εις την γήν προς συνάντη- 
σίν των. Ή άπόστασις δεν έχει σημασίαν προκειμένου 
περί έρωτος, άφοΰ και εις τάς ημέρας μας εχομεν το παρά 
δείγμα δτι και άπό την Μαντζουρίαν ακόμη έρχονται οι 
ομογενείς γαμβροί, δια ν 9 αποκτήσουν την καρδίαν των 
χαριτωμένων Ατθίδων μας. 

Ή πίστις μου αΰτη προς τους μυθολογικούς τοκετούς 
χρονολογείται άπό της εποχής επεισοδίου φαιδρού του 
δημοσιογραφικού μου σταδίου, δπερ ίσχυσε να μεταβάλη 
έμέ, τον τέως Σαΰλον, εις Παΰλον, χωρίς μολαταύτα, ως 
ελπίζω, να μού άποδώση και ήθικήν ιδιότητα όμοιοκατα- 
ληκτοΰσαν με τάνωτέρω δύο ονόματα. Προήλθε δ' εκ τοΰ 
γεγονότος δτι εκ μιας κα?.άΘου, ή, δια να είμαι ακριβέστε- 
ρος, εκ της δικαιοδοσίας μιας κάλαθου έγεννήθη τίποτε 
δλιγώτερον παρά εις Σύλλογος* εις το τερατώδες δε αυτό 
περιστατικόν έπρωτοστάτησα και σχεδόν ειπείν ύπεκρίθην 
το μέρος, το όποιον λαμβάνει εις τάς φυσιολογικός περι- 
στάσεις ή θεά Εΐλείθυα. Τώρα, εάν μεταξύ τών άναγνω- 
τών μου υπάρχουν και μαιευτήρες ξενιζόμενοι διά το 
θαύμα, παρακαλώ αυτούς νά έχουν μικράν ύπομονήν και 
Θά πεισθούν εκ τών λεπτομερειών δσας παρακατιών θ* 
αναφέρω περί της αληθείας τοΰ φαινομένου. 

Και δμως αυτήν την στιγμήν, καθ 3 ήν μέλλω νά έπι- 



ληφθώ θέματος ιλαροί, εξεγείροντος σκέψεις φαιδράς και 
αναμνήσεις εύθυμους, αισθάνομαι ποιάν τίνα θλιβεράν 
συγκίνησιν, αόριστον τιναλυγμόν οδύνης εις την ψυχή ν. Δι 
ότι το έπεισόδιον, το όποιον αποτελεί την βάσιν της παρού- 
σης άφηγήσεως, δεν ανάγεται εις καθαρώς άτομικάς μου 
εντυπώσεις, οΰτε ανήκει αποκλειστικώς εις τον ίδικόν μου 
βίον. Εΐνε κτήμα κοινόν του παρελθόντος μια; ομάδος 
αγαθών φίλων όμηλίκων, όμοφρόνων, ομοτέχνων, με κου- 
φον καΐ αλκιμον βήμα διανυόντων τότε την ανάντη άν&ό- 
σπαρτον άτραπόν του βίου, εχόντων κοινάς τάς ιδέας και 
τάς ορέξεις, κοινούς τους πόθους και τα όνειρα, κοινάς τάς 
τέρψεις της ζωής. 3 Αλλά του βίου αί Θύελλαι διέλυσαν το 
σύμπλεγμα εκείνο, το συνενούμενον δια τών δεσμών της 
φιλίας και της άφρόντιδος νεότητος. Πολλούς εξ αυτών, 
πάρα πολλούς, οΐμοι !, ακμαίου; έ'τι και εύέλπιδας έθέρισε το 
δρέπανον του θανάτου, οι ολίγοι δε ύπολειφθέντες μεμο- 
νωμένοι πλέον κατερχόμεθα την σκολιάν κατωφέρειαν, την 
ά'γουσαν προς την παγεράν δΰσιν. Οι πόθοι ένεκρώθησαν, 
τά όνειρα διεσκεδάσθησαν και εκ τών τόσων φαιδρών γε- 
λώτων μόλις περισώζεται το έπαν^οΰν ακόμη εις τά χείλη 
μερικών εξ αυτών μειδίαμα, άνάμικτον και τούτο με το εκ- 
χύλισμα της άψίνθου, δια της οποίας τους έπότισαν αι 
βιοτικά! μέριμναι και αί τρικυμίαι της ζωής. Και ή άνάμνη- 
σις του παρελθόντος, ή συνεπιφέρουσα έπιβούλως την σύγ- 
κρισιν προς την ξηρότητα και την άνίαν του παρόντος, 
δάκνει με φαρμακερόν οδόντα την ψυχήν εν τω μέσω της 
διαχύσεως και προκαλεί το άλγος περί του όποιου ομιλούν 
οι περίφημοι στίχοι του Δάντου. Τοιαύτη ή Ειμαρμένη. 

Ό ήλιος της χαράς δεν λάμπει πάντοτε σταθερός και 
παμφαής, αλλά συχνά σκιάζεται από τά νέφη τής άθυμίας 
και τής οδύνης" εκ τής τοιαύτης δ' εναλλαγής παράγεται ή 
φωτοσκίασις του μεγάλου πίνακος τής ζωής. 



Ιδού διατί, κυρίαι και κύριοι, προτιθέμενος ν 9 άφηγη-- 
•θώ συμβάντα τινά των εύθυμων παρωχημένων χρόνων 
ανεμνήσ^ην των αγαπητών έταίροον δσοι συμμετέσχον 
αυτών, θά έθεώρουν δε άσέ[3ειαν, αν άναπολών ιδίως 
εκείνους εξ αυτών τους όποιους καλύπτει από πολλού ήδη 
ή πλάξ του τάφου δεν απηύθυνα προ ποίσης άλλης νύξεως 
τον άσπασμόν της αγάπης και της ειρήνης* προς την προσ- 
φιλή αυτών μνήμην. 






Επανέρχομαι εις την κάλα&ον, ήτις εινε ή αφετηρία 
της διηγήσεώς μου και της οποίας τον τοκετόν αναμένετε 
βεβαίως μετά περιέργειας. 

Ή κάλαθος αύτη εινε άντικείμενον χρησιμεύον δχι μό- 
νον εις την πεζήν ύπηρεσίαν του* οίκου, και ιδίως εις την 
μπουγάδαν, δπως γνωρίζουν αί οΐκοδέσποιναι, αλλά και εις 
την φιλολογίαν, και άπόδειξις εινε ο "Αριστοφάνης, δστις 
την μετεχειρίσθη κατά τοιούτον περίερ/ον τρόπον εις τάς 
«Νεφέλας». 'Όσοι τυχόν εκ τών αναγνωστών έτυχε να ει- 
σέλθουν εκ περιέργειας, ή χάριν φιλικής επισκέψεως, εις; 
ίνημοσιογραφικόν γραφείο ν Θά παρετήρησαν δτι ή κάλα- 
θος εινε το άναγκαιότατον τών ε/ αύτώ αντικειμένων^ 
Ημπορούν να λείπουν τά μελανό δοχεία και αΐ πένναι από 
μίαν εφημερίδα, ημπορεί νά λείπ^] ή πρώτη κυκλοφορία,„ 
ημπορούν νά λείπουν αί άρχαί, ημπορεί νά λείπη και αυτό 
το συντακτικόν έπι τέλους, αλλ 9 ή κάλαθος^πρέπει νά ύ- 
πάρχτ). 

Εΐνε προωρισμένον, ως γνωστόν, το σκεύος αυτό νά 
δέχεται τάχρηστα χαρτιά τά συσσωρευμένα και πυργούμενα 
«ίς το γραφείο ν παντός δημοσιογράφου, κατά περίεργον 
δε δσον και δξυμωρον σχέσιν το δοχεΐον αυτό τών άχρή- 



στων εΐνε το χρησιμώτατον πάντων. Ή κάλαθος εΐνε το 
κοιμητήριον ένθα ενταφιάζονται δχι μόνον τά μη χρη- 
σιμεύοντα πλέον χειρόγραορα, αλλά και τά μη χρησιμοποι- 
ούμενα, τά προερχόμενα εκ της Θύραθεν συνεργασίας. Δι- 
ότι πρέπει νά γνωρίζουν οι τυχόν άγνοουντες το πράγμα, 
δτι εκάστη εφημερίς, παρεκτός της φάλαγγας των τακτι- 
κών και εκτάκτων συντακτών της, έχει και τ< ύς αγνώ- 
στους συνεργάτας της, τους έθελοντάς, οΐτινες απρόσκλη- 
τοι εννοούν μετά πολλής γενναιότητος νά παρέχουν την 
συνδρομή\ των εις τον καταρτισμόν του φύλλου. Άδΰ- 
νατον εΐνε μία έφημερις νά μη δεχθή εντός της εβδομά- 
δος έπιστολάς ή φακέλους χειρογράφων ανώνυμων ως 
επί το πολύ συνεργατών παρεχόντων παραινέσεις καΐ νου- 
θεσίας περί της πορείας του φύλλου, πολιτικάς κρίσεις, 
σκέψεις και φιλοσοφήματα έπι διαφόρων κοινωνικών θε- 
μάτων, καταγγελίας σκανδάλων, θρησκευτικός διατριβάς, 
κριτικάς ή γραμματικός παρατηρήσεις. Ακόμη δε άφθο- 
νωτέρα εΐνε ή φιλολογική συνεργασία, περιλαμβάνουσα 
προϊόντα παντός είδους τής λογοτεχνίας πεζά και έμμετρα, 
διηγήματα και χρονογραφήματα και αΐσθηματολογήματα 
μελιτώδη δσον και ανορθόγραφα, προ πάντων δε και κατ* 
εξοχήν στιχουργήματα παντοία, εξ ών μάλιστα κατά τήν 
σΰγχρονον έποχήν έπρόκυψε και νέον φιλολογικόν είδος, 
το περίφημον «τραγουδάκι μας». 

Οι άγνωστοι αυτοί εΰεργέται πολλάκις ελλοχοΰν άορά- 
τως εντός αυτού του γραφείου και ασκούν κρυφίως τήν 
ύποβοηθητικήν αυτών και γενναιόφρονα συνεργασίαν. Ού- 
τως ενθυμούμαι δτι πρό τίνων ετών εις το γραφεΐον της 
εφημερίδος τής οποίας ήμην δ κύριος συντάκτης εύρί- 
σκομεν σχεδόν τακτικώς καθ' ήμέραν εν κΰριον άρθρον 
πολιτικού χαρακτήρος, άδηλου δε προελεύσεως, επιμελώς 
άποτεθειμένον επί τής τραπέζης. Ή περιέργεια μας εκεν- 



10 

τήθη |κ της επιμονής, ώστε έλάβομεν τα δέοντα μέτρα της 
επιβλέψεως καΐ επι τέλους άνεκαλύψαμεν δτι ό συγγραφεύς 
των μυστηριωδών άρθρων ήτο ό νεαρώτατος υπηρέτης του 
γραφείου, δ'στις τόσον μετριοφρόνως και εύσχημος ανε- 
λάμβανε να μας δώση μαθήματα περί του πώς δει συν- 
τάσσειν τα άρθρα. 



Ή κάλαθος του γραφείου της «Εφημερίδος» του Κο- 
ρομηλα, εις την οποίαν είχον την τιμήν να εργάζωμαι δι- 
ευθύνων την σύνταξιν αυτής προ εικοσιπενταετίας, είχε 
την τύχην να δέχεται αφθονον καθημερινόν φόρτον προ- 
ερχόμενον κατά μέγα μέρος εκ της τοιαύτης εξωτερικής 
συνεργασίας. Το περί ού δ λόγος φύλλον, άρτίως τότε με- 
ταρρυθμισθέν και αύξησαν το σχήμα του, έτεμνε νέαν 
δδόν εις την σύγχρονον δημοίπογραφίαν. Συντασσόμενον 
υπό κα/άμων δοκίμων και σφριγηλών και ευφυών, πρα- 
γματευόμενον μετ 9 εμβρίθειας, άλλα και μετά θάρρους και 
παρρησίας, τά εκάστοτε αναφυόμενα ζητήματα, έχαιρε πολ- 
λήν ύπόληψιν παρά τή κοινή γνώμη. 4ύτή δέ ακριβώς ή 
έκτίμησις επέσυρε και την ιδιαιτέραν προτίμησιν τών ανω- 
νύμων και ανεπισήμων συνεργατών, οϊτινες κατά γράμμα 
κατέκλυζον το γραφειόν μας διά τών επιστολών αυτών, τών 
διατριβών, τών υπομνημάτων και τών ανακοινώσεων. 

Ό εις μας ανήγγελλε περιχαρής την αισίαν λύσιν του 
προβλήματος του τετραγωνισμού του κύκλου* δ ά'λλος 
ήρκεΐτο εξ εύσπλαγχνίας προς την εύρωπαϊκήν διπλωματίαν 
να προτείνχ) την λύσιν, την παρ' αυτού έπινοηθεΐσαν και 
<δς εύστοχωτέραν πάσης άλλης θεωρουμένην, του Ανατο- 
λικού ζητήματος* δ τρίτος άπήτει να δημοσιευθή αμέσως 
ό παρ* αυτού αποστελλόμενος φιλιππικός εναντίον τών 



11 

Μασσώνων, έμπλεος οργής, κεραυνών και.. ..ονομαστικών 
απολύτων ένφ τέταρτος εξομάλυνε δια μιας τάς οικονο- 
μικός του Κράτους δυσχέρειας, επιβάλλον φόρον επί 
τών συνοικεσίων, επί τών δστρακοδέρμον, επί του πταρ- 
νίσματος.,.δέν ενθυμούμαι ακριβώς. Ενθυμούμαι δμος 
τον διευθυντήν της εφημερίδος, τον άγαθώτατον Μί- 
μην Κορομηλάν προσκαλουντα εκάστοτε ημάς τους συν- 
τάκτας και τους επισκεπτόμενους το γραφεΐον φίλους εις 
το ίδιαίτερόν του δομάτιον, δια να μας ανάγνωση με 
τον πλατΰν του γέλωτα τάς πυκνογραμμένος σελίδας τών 
επιστολών, τάς οποίας τακτικώς καθ 3 εβδομάδα ελάμβανε 
παρά τίνος ιδιότροπου συλδρομητου του φύλλου 1% Ρουμα- 
νίας, δστις μετά διαφόρους νουθεσίας και παρατηρήσεις 
περί της ΰλης έθεώρει καθήκον του να δίδη καΐ εκτενείς 
πληροφορίας περί συνήθους τινός, φευ, και απόκρυφου 
σοματικής ένοχλήσεως έξ ης έπασχε, %ύΧ ήτις, ώς έπι- 
δρώσα συνήθο)ς εις την ιδιοτροπίαν του χαρακτήρος, Θα 
ήτο και ή αφορμή τής αλλόκοτου ταύτης έπιστολιμαίας 
ασχολίας του. 

Πλούσιος δέ ήτο ό άμητός ιών διαφόρων φιλολογικών 
προϊόντων τών συρρεόντων εις το γραφεΐον μας πεζών τε 
και έμμετρων, ληρημάτων, δοκιμίων πρωτόπειρων, ή κατα- 
σκευασμάτων άξεστου βαναυσοτεχνίας, εϊτε και διανοητι- 
κής ανισορροπίας. € φιλολογικός αυτός συρφετός έρρί- 
πτετο ανηλεώς εις την κάλαθον, ήτις χρησιμεύουσα ώς οι 
^Αποθέται τών αρχαίων Σπαρτιατών, το έδέχετο αγογγύ- 
στως. Λεν έλάμβανον δμως δλοι ανεξαιρέτως τήν άγουσαν 
εις τον ένταφιασμόν. Προηγεΐτο ποια τις πρόχειρος έξέ- 
λεγξις και μερικά τών χειρογράφων έτίθεντο κατά μέρος 
και έφυλάσσοντο προς τροφοδότησιν τής ευθυμίας μας, 
διότι ήσαν τόσον πρωτότυπα εν τη μωρία των, τόσον 
αλλόκοτα και τερατώδη εν τη συλλήψει, περιεΐχον τοιου- 



12 

τους παραλογισμούς και τοιαύτας κωμικάς σκέψεις και εκ- 
φράσεις, ώστε θά ήσαν ικανά ν' αποσπάσουν τον γέλωτα 
και από τα χείλη του Ηρακλείτου. 

Τα ευεργετικά δε ταΰτα τυχηρά του επαγγέλματος δεν 
ένεμόμεθα μόνοι ημείς οι αποτελούντες το προσωπικόν 
της κυρίας συντάξεως, αλλά και, οι φίλοι και οι γνώριμοι 
επισκέπται του γραφείου. Ή εφημερίς μας και λόγω του 
χαρακτήρας της και λόγω της ιδιότητος των συντακτών 
της, των όποιων οι πλείστοι κατεγίνοντο επιτυχώς εις την 
λογοτεχνίαν, διετέλει εις στενήν συνάφειαν μετά τών συγ- 
χρόνων φιλολογικών κύκλων. Το γραφεΐον αυτής ήτο το 
έντευκτήριον πλείστων οσοον λογίων, αρχαιοτέρων τε και 
νεωτέρων, καθηγητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων, εϊς^ 
επήκοον τών όποίοον άνεγινώσκοντο κατά τάς ώρας τής 
σχολής τά τερατουργήματα ταΰτα τής έπήλυδος συνεργα- 
σίας μετά τοιούτων σχολίων και, αστείων σκωιιμάτων και 
παρατηρήσεων, ώστε και αΰτοι ο! πρεσβύτεροι καΐ οι σο- 
βαρώτεροι παρεσΰροντο ευχαρίστως εις την συναυλίαν τής 
•θορυβώδους ίλαρότητος. 



Μια τών ημερών, ενώ εΐργαζόμην εις το γραφεΐον μου 
συντάσσων το άρθρον μου, είδα εϊσελθόντα νεανίαν τινά, 
δστις, άφου εστάλη ζ,κ ολίγον συνεσταλμένος, προέβη κα- 
τόπιν με ΰφος διστακτικόν προς έμέ. Έρωτήσας αυτόν τι 
Ιπεθΰμει και άκουσας οτι ήθελε κάτι να δημοσίευση τον 
παρέπεμψα προς τον απέναντι μου εργαζόμενον άρμόδιον 
«ϊυνάδελφον, δστις ήτο ο αγαπητός μου φίλος και παλαιός 
εν γράμμασι και δημοσιογραφία εταίρος κ. Ιωάννης Δαμ- 
βέργης. 

Ό άγνωστος εις την ερώτησιν του συναδέλφου άπήν- 



13 

τησεν οτι ήθελε να καταχώριση... εν δράμα! Το άκουσμα 
δε τούτο μας ήλέκτρισεν αμφότερους, διότι έννοήσαμεν δτι 
επρόκειτο περί ευρήματος. Ή συνεννόησις έγένετο άκαρι- 
αίως δι' ενός βλέμματος, μεθ 3 δ προσκαλέσας τον άγνωστον 
δραματουργόν είπα εις αυτόν, οτι προ της καταχωρί- 
σεως ώφείλομεν να διεξέλθωμεν το έργον, δια να ΐδωμεν 
αν ήτο σΰμφωνον προς τάς αρχάς της εφημερίδος μας. Ό 
συγγραφεύς έπείσθη ευχερώς, διότι κατά πάσαν πιθανό- 
τητα αυτός θά ήτο ό κύριος πόθος του και ό κρύφιος σκο- 
πός της επισκέψεως του. 'Όθεν έξήγαγεν από του εσωτε- 
ρικού θυλακίου του ογκώδη κΰλινδρον χειρογράφων, μου 
τον ένεχείρισε και άπήλθεν, άφοΰ έλαβε την ύπόσχεσιν δτι 
μετά τρεις ή τεσσάρας ημέρας επανερχόμενος Θα έμάν- 
θανε την περί του έργου του γνώμην ημών. 

Γ Απλή πρόχειρος εκφΰλλισις τών χειρογράφων μ 9 έπει- 
σαν εν τω άμα ότι επρόκειτο περί θησαυρού μωρίας, ικα- 
νού να μας χαρίση πολλάς ώρας ευθυμίας. Έγένοντο 
λοιπόν μετά σπουδής αι δέουσαι προσκλήσεις και την αυ- 
τήν έσπέραν το σύνηθες άκροατήριον εύρίσκετο συνηγμέ- 
νον, ανυπομονούν να εντρύφηση εις το νέον ανάγνωσμα. 
*Όμολογώ ότι υπήρξα φιλόγελως εις την ζωήν μου και ότι 
ϊσως έγέλασα υπέρ το πρέπον, δηλώ δε ανεπιφυλάκτως ότι 
δεν είμαι δυσηρεστημένος δια τοΰτο* διότι ΐσο>ς αυτός ό 
γενναίος εφοδιασμός τής ρωστικής εΰ&υμίας προσεπόρισεν 
εις τον όργανισμόν μου κεφάλαια σθένους και αντοχής 
μεγαλύτερα άφ'όσον έθεώρουν αυτόν έπιδεκτικόν εις τάς 
κατόπιν δοκιμασίας. Παρέστην εις όμηγΰρεις φαιδράς, 
κατά τάς οποίας ή άκρατος ευθυμία έφθανε μέχρις ορίων 
παθολογικών. 3 Αλ,λά βεβαιώ ότι δένήκουσα ποτέ οΰτε πρό- 
τερον οΰτε μετά ταΰτα τοιαυτην ουναυλίαν παρατεταμέ- 
νων ομηρικών γελώτων και καγχασμών όμοίαν με την συν- 
ταράξασαν κατά τήν άξιομνημόνευτον έκείνην εσπέραν τάς 



14 

ήχους της οδού Σοφοκλέους, αϊτινες αν και συνηθισμέ- 
ναι εκ του καθημερινού ορυμαγδού του γειτονικού Χρημα- 
τιστηρίου, αρκετά θα εξενίσθησαν δια τον καταχθόνιον 
εκείνον πάταγον εν τοιαύτη ώρα. 

Εννοείται δτι αφορμή της θορυβώδους φαιδρότητος 
ήτο ή άνάγνωσις του δράματος, ήτις υπήρξε τριέσπερος, 
καταναλωθείσης μιας εσπέρας δι' έκάστην πράξιν. "Όσος 
χρόνος εχρειάσθη δια την σύλληψιν του μεγάλου 3 Αλκεί- 
δου υπό του Διός και της 3 Αλκμήνης, άλλος τόσος κατη- 
ναλώθη δια τήν έντρΰφησιν του έργου εκείνου, εκ του 
οποίου επρόκυψε κατόπιν ο παράδοξος ενός συλλόγου 
τοκετός. Το δρσμα ήτο κατασκεύασμα δλως ιδιορρύθμου 
εμπνεύσεως, συντεθειμένον δε κατά κανόνας τέχνης οΐτι- 
νες ασφαλώς θά ήγον τον 3 Αριστοτέλη νά τερματίση τον 
βίον του αύτόχειρ δχι εις το ρεύμα του Ευρίπου, αλλά 
εις το πρώτον τυχόν ξηροπήγαδον διά το συντομώτερον. 

Βεβαίως εκ πάντων τούτων τών προοιμίων Θά έκεντή- 
θη ήδη ή περιέργεια τών ακροατών μου και θά περιμένουν 
νά παραθέσω δείγματα δικαιολογητικά της προκληθείσης 
παρά του έργου φαιδρότητος. Δυστυχώς ένεκα της παρελεύ- 
σεως του χρόνου και τής ασθενείας της μνήμης δεν είμαι 
σήμερον εις θέσιν νά ικανοποιήσω κατά πάντα τήν ό'ρεξίν 
των και θά παρακαλέσω αυτούς ν 3 αρκεσθούν επιεικώς εις 
τά ολίγα ψιχία δσα διεσώθησαν υπ© τής κοινής του ομί- 
λου μας αντιλήψεως και διά τής συνεργασίας τής μνήμης 
τών επιζώντων δαιτυμόνων τής πλούσιας εκείνης πανδαι- 
σίας. Άμυδρώς ενθυμούμαι δτι σκηναί τίνες του δράματος 
συνέβαινον εις τάς Ινδίας και δτι μεταξύ τών προσώπων 
υπήρχε και εις ιθαγενής, βατταρίζων γλώσσαν μιξοβάρβα- 
ρον, καλούμενος δέ... Γεράσιμος! Τώρα πώς ευρέθη ό οπα- 
δός εκείνος του Βράχμα νά είνε φερώνυμος του πολιού- 
χου αγίου Χ Ά? Κεφαλληνίας παρακαλώ νά μή μ' έρωτήσε- 



15 

τε, επειδή δεν είμαι εις θέσιν να σας δώσω καμμίαν έξή- 
γησιν. Ενθυμούμαι δτι συνέβαινον καιά την δρσσιν πολλά 
αλλόκοτα πράγματα, εν οΐς και μία έκπυρσοκρότησις της 
τραπέζης, επί της οποίας γράφει κάποιον εκ των προσώπων 
του δράματος, μολονότι αί βροντώδεις εκπυρσοκροτήσεις 
των Τραπεζών τόσον εις τάς 3 Ινδίας δσον και εις τάς Α- 
θήνας δεν εινέ τι τόσον άλλόκοτον και ασύνηθες. Το πλεί- 
στον δμως μέρος του δράματος διεξήγετο επί δικαστηρίου. 
Το δικαστήριον εν πλήρει απαρτία με τον πρόεδρον, τους 
δικαστάς, τον είσαγγελέα και τον κατηγοροΰμενον έσυνε- 
δρίαζεν επί της σκηνής* εΐχεν δμως τοΰτο το ιδιάζον ή 
συνεδρίασις, δτι συμπαρίστατο και εις ιερεύς, μετέχων 
ενεργώς της διαδικασίας, άνευ άδειας της ε Ιερας Συνόδου, 
αλλά δυνάμει της ποιητικής άδειας του συγγραφέως. 

"Αλλάς λεπτομέρειας περί τής υφής και της πλοκής του 
έργου δεν διεκράτησεν ή μνήμη μου, αν και πιστεύω δτι 
το δράμα ήτο άλυτον, ενώ δυστυχώς συνέβαινε το εναν- 
τίον διά τον συγγραφέα του. Έπήρχετο εντούτοις μία λΰ- 
σις, εν τέλος μάλλον, κατά τρόπον πρωτότυπον. ε Ο πρόεδρος 
εκδίδων την άπόφασιν άνεβόα επί λέξει: «Ή άτιμος άπό- 
φασις εξεδόθη!». Τ Ητο δέ, ως φαίνεται, ή άπόφασις τρομε- 
ρά δσον και άτιμος, αλλ 3 ο παριστάμενος εκεί δι' άδηλους 
λόγους λειτουργός του Ύψιστου επρολάμβανε δι' ηρωικής 
επινοίας τά τραγικά αποτελέσματα. "Ήρπαζεν απλούστατα 
το εγγραφον τής αποφάσεως από τών χειρών του προέδρου 
και το έπυρπόλει διά τής φλογός του κηρίου, οΰτω δέ έξη- 
φανίζετο αΰτη κατά γράμμα, χωρίς νά παραπεμφθή εις το 
Εφετείο ν ή εις άλλο άκυρωτικόν δικαστήριον. Τοιουτο- 
τρόπως ή κάθαρ σις έπήρχετο διά του καθαρτηρίου πυρός 
και διά χειρός ίερέως, δεικνύοντος ΐσην άσέβειαν προς την 
δικαιοσΰνην, προς την ποιητικήν τέχνην και προς τά δό- 
γματα τής ορθοδόξου Εκκλησίας, εις την οποίαν βεβαίως 



16 



θ 9 άνηκε, βαπτίσας ίσως και τον ΐνδόν ιθαγενή δια του 
ονόματος του Γερασίμου. 



• • 



Αι κωμικά! σκηνα! κα! τάπρόοπτα εξωφρενικά επει- 
σόδια άπετέλουν εις το έργον συνεχές κομβολόγιον. Φαι- 
δρυντικώτατος ιδίως ήτο ό διάλογος, άποτελών σειράν άδι- 
άκοπον μωριών κα! ασυναρτησιών. Κα! πάντα μεν τα 
πρόσωπα αυτήν την γλώσσαν έφθέγγοντο* αλλ 3 εν τη άμίλ- 
λ\\ υπερέβαινε πάντας ό Εϊσαγγελεύς, δστις, αντάξιος του 
περίφημου ΜοίΐδίοπΓ άβ Ια Ραΐίοο, δεν ήνοιγε το στόμα 
χωρίς νά προφέρη και μίαν τερατώδη άνοησίαν ή σκέψιν, 
ή παραδοξολογίαν άφθαστου κωμικότητος. Διά τούτο εξ 
δλων τών προσώπων του δράματος ό Εϊσαγγελεύς ήτο ό 
^ροξενήσας την πλέον φαιδράν έντΰπωσιν κα! ό καταλι- 
πών εις την φιλικήν μας ομάδα τάς ζωηροτέρας αναμνή- 
σεις. Το πρόσωπον του Εισαγγελέως κατήντησε παροιμιώ- 
δες μεταξύ του ομίλου μας κα! του λοιπού πάσαι αί βλακώ- 
δεις άσυναρτησίαι κα! αι μωραι σκέψεις κα! παρεξηγήσεις 
εκαλουντο συλλήβδην διά του ονόματος «εισαγγελικά» . 
Πάς ό ΰποπίπτων εις τίνα τών ανωτέρω περιπτώσεων, ό 
έκστομίζων άνοστόν τι λογοπαίγνιον, ή ανεπιτυχή εΰφυο- 
λογίαν, ή άστειότητα άκαιρον, ή ρήσιν πολύ αφελή, άνεκη- 
ρύσσετο παραχρήμα Είααγγελεύς. Επειδή δε εΐχομεν ανάγ- 
κην πολλλής φαιδρότητος, άντ! φαρμάκου οίονε! αναψυ- 
κτικού κατά τής επιπόνου πνευματικής εργασίας, εις την 
οποίαν οι πλείστοι εξ ημών ήμεθα ήναγκασμένοι νά έγκΰ- 
πτωμεν καθημερινώς, τά εισαγγελικά ρήματα έξεφέροντο 
βροχηδόν διότι παραδόξως έγεννήθη μεταξύ μας τάσις τις 
άπομιμήσεως και είδος τι άμίλλης προς διάδοσιν του περι- 
έργου αύτυυ μέσου τής ίλαρότητος. β Αφού δε οι εταίροι 



17 

καΐ οι μεμυμένοι βαθμηδόν έπληθύνθησαν, αυτομάτως 
παρέστη ή ανάγκη της ιδρύσεως ιδιαιτέρου τινός συνδέσμου 
ή σωματείου και οΰτω πως ό Σύλλογος τών Εισαγγελέων 
ευρέθη μιφ των ήμερων εξαίφνης κατηρτισμένος. 

Ή ϊδρυσις σωματείου τοιούτου ίσως ψανή εις πολλούς 
των σοβαρωτέρων παιδαριώδης' άλλα παρακαλώ να σ•υγ- 
κερασ&ή επιεικώς ή αύστηρότης της κρίσεως και προβάλλω 
ώς μόνον έλαφρυντικόν την ζωηρότητα της νεότητος, ήτις 
έχει ανάγκην της τοιαύτης διαχύσεως. Το περίφημον: 

Οαικίοατπιΐδ ϊ§•ι1:ιιγ 
3ΐΐν£Π6δ άιιιη δΐιπιιΐδ 

δεν εΐνε ό ΰμνος μόνον των σπουδαστών τών γερμανικών 
Πανεπιστημίων, αλλ 3 εΐνε το άσμα της νεότητος πάσης επο- 
χής καΐ χώρας. Έάν εις την τρυφηλήν αυλή ν της Κλεοπά- 
δρας οι περί τον Άντώνιον ακόλαστοι εταίροι ίδρυσαν τον 
υπό του Πλουτάρχου άναφερόμενον Σύλλογον τών 'Αμι- 
μητοβίων, τών διαιτωμένων εντός ατμοσφαίρας ήδυπαθείας 
εν τρυφή και κραιπάλη, εις αλλάς χώρας και κατά τους νε- 
ωτέρους καιρούς υπήρξαν πολλοί οι επιζητήσαντες άλλου 
είδους κοινάς απολαύσεις πνευματικωτέρας διά τρόπου πα- 
ραδοξοτέρου. "Εχει δέ ό τρόπος οΰτος πάντοτε σχέσιν προς 
τον χαρακτήρα τών λαών και προς τάς επικρατούσας παρ" 
αύτοις έξεις. Ούτως εν Αγγλία υπήρχε, καΐ ίσως υπάρχει 
έτι, σύλλογος και λέσχη τών Σιγηλών — δστις, ειρήσθω εν 
παρόδφ, εν Ελλάδι θα διελύετο τήν πρώτην ήμέραν της 
Ιδρύσεως του — εις τήν οποίαν απαγορεύεται έπι ποινή απο- 
βολής το απευθύνει ν τον λόγον προς τίνα τών παρακαθημέ- 
νων και συνάπτειν οιανδήποτε συνομιλίαν. Έν "Αμερική, 
χώρα τών ιδιότροπων, ίδρύθησαν σύλλογοι πολυσάρκων, 
σύλλογοι φαλακρών, σύλλογοι μονοφθάλμων και σύλλογοι 

2 



18 

ακόμη ήδικημένων συζυγών, των ανηκόντων εις την άτυχη. 
«υνομοταξίαν της οποίας το περιφημότερον κατά την αρχαι- 
ότητα μέλος ύπήρξεν δ Μενέλαος. Εις την Ρωσίαν είχε συ- 
στηθή κάποτε λέσχη, εις τον κανονισμόν της οποίας δια 
του πρώτου άρθρου άπηγορεΰετο εις τα μέλη... να καθα- 
ρίζουν τους μυκτήρας δια των παραπετασμάτων των Θυρών 
και των παράθυρων! 

Όμοειδέστεροι δμως και παρεμφερέστεροι προς τον 
ιδικόν μας ήσαν σύλλογοι τίνες ιδρυθέντες εν Γαλλία κατά 
τους νεωτέρους χρόνους, γεννήματα του φιλοπαίγμονος χα- 
ρακτήρος του γαλλικού λαοΰ και της περιλαλήτου γαλατικής 
ευφυΐας. Τοιούτος άλλοτε ύπήρχεν εν Παρισίοις ό λεγόμε- 
νος σύλλογος των Αβπιΰδ, τοιούτος δ' επ' έσχατων καΐ ό 
περιβόητος όμιλος του ΟΙκιϊ-Νοιγ. Ό δε σύλλογος των Ιη- 
οοΐιέιτεηΐδ, ήτοι των 3 Ασυνάρτητων, δσης και θόρυβον 
πολύν ήγειρε μεταξύ του κύκλου των λογίων και της κοι- 
νωνίας εν γένει της γαλλικής πρωτευούσης, ήτο αυτόχρημα 
ή δευτέρα εκδοσις του ημετέρου Συλλόγου των Εισαγγελέ- 
ων. Και λέγω μεθ'ύπερηφανείας ή δευτέρα εκδοσις, καθότι 
χρονολογικώς το ήμέτερον σωματεΐον ήτο άρχαιότερον και 
δεν δύναται επομένως να κατηγορηθή έπι δουλική άπομι- 
μήσει. Το δνομα δε του γαλλικού συλλόγου δεικνύει ακρι- 
βώς δτι ό χαρακτήρ αύτου και ό προορισμός ήσαν κατά 
πάντα ανάλογοι προς τους του ημετέρου. 

Προορισμός του ημετέρου συλλόγου ήτο ή φαιδρότης, 
ο γέλως και τίποτε άλλο. Άλλ' αυτό ήτο αρκετό ν δια την 
σωματικήν και ιδίως δια την πνευματικήν εύεξίαν τών 
ίταίρων. Ευτυχείς δσοι δύνανται να γελούν εις αυτόν τον 
κόσμον ! Ό Δημόκριτος έστήριζεν έπι του γέλωτος το φι- 
λοσοφικόν του σύστημα* δ δε Ραβελαι ελεγεν δτι προτιμό- 
τερον εΐνε το γελάν από το θρηνεΐν, αφού ό γέλως εΐνέ τι 
αποκλειστικώς ίδιον του ανθρώπου. 



II 

Κα! δεν ομιλώ περί του γέλωτος του πικρού, του σαρ- 
καστικοί}, του φαρμακερού, του γέλωτος δσιις είνε κρω- 
γμός και σπασμός και κλαυσίγελως, πηγάζων από την ένα- 
ποθηκευμένην εις την ψυχή ν πικρίαν και περιέχων χολήν 
και μίσος και έμπαιγμόν και άσέβειαν και διαμαρτυρίαν. 
Δεν εννοώ τον γέλωτα εις τον όποιον άποκρυσταλλοΰται ή 
άπελπις απαισιοδοξία ή λαλούσα δια προσωπείου, τον σαρ- 
δονικόν γέλωτα, ό'στις απηχεί εις το χιούμορ πολλών 
μεγάλων συγγραφέων, εις τον σαρκασμό ν του °Αμλέτου, 
εις τον καγχασμόν του Μεφιστοφελοΰς. Εννοώ τον άδρόν 
γέλωτα» τον άβίαστον και άδηλον, όστις ανέρχεται ακράτη- 
τος εις τα χείλη ώς κελάρυσμα της εσωτερικής πηγής της 
ευθυμίας, ώς άπήχησις φαιδρών αισθημάτων και ιλαρών 
σκέψεων. °0 γέλως αυτός, μία τών μάλλον ευχάριστων και 
υγιεινών ασκήσεων του οργανισμού, εΐνε έκδήλοοσις υγείας 
και μέσον συντελεστικόν προς συντήρησιν αυτής, αποβαί- 
νει δε πολλάκις αμέσως ευεργετικός και σωτήριος. Περί 
τούτου μαρτυρεί ό Έρασμος, ο διάσημος συγγραφεύς του 
Εγκωμίου της Μωρίας, βέβαιων οτι ΐάθί} ποτέ εξ απο- 
στήματος δεινού, σχισθέντος άνευ έγχειρήσεως εκ του 
ακράτητου γέλωτος ύφ' οΰ κατελήφθη έπι τή αναγνώσει 
άνοήτου βιβλίου. 

"Εχει δε και τήν ιδιότητα να είνε καΐ μεταδοτικός, 
μεταδιδόμενος όχι μόνον εις ομάδας ατόμων και όμηγΰρεις 
πολυπληθείς, άλλα και εις ολόκληρους πληθυσμούς. Και 
εΐνε τόσον ευχάριστος ή έξις και τόσον συνερριζωμένη 
μετά της φΰσεο^ς, ώστε καταντά δυσαπόβλητος και δταν 
ακόμη δια της υπερβολής φθάση εις βαθμόν ελαττώματος. 
Περίεργον περί τούτου παράδειγμα αναφέρει ό Θεόφρα- 
στος (παρ' 'Αθηναίω) λόγον ποιούμενος περί τή<; αρχής 
της κωμορδίας. 

Οι κάτοικοι της Τίρυνθος, λέγει, ήσαν καθ 3 ύπερβολήν 



20 

φιλογέλωτες, συναισθανόμενοι δε δτι ένεκα τούτου δεν 
ήδΰναντο ν* ασχολούνται εις τάς υποθέσεις των μετά της 
δεοΰσης σοβαρότητος, κατέφυγον εις το μαντειον των Δελ- 
φών ζητοΰντες συμβουλήν. Ή Πυθία άπήντησεν δτι τότε 
μόνον ήθελον θεραπευθή, αν κατώρθωνον να θυσιάσουν 
ταΰρον εις τον Ποσειδώνα χωρίς ποσώς να γελάσουν και 
κατόπιν να ρίψουν αυτόν εις την θάλασσαν. Δια να εκτε- 
λέσουν ακριβώς τον τεθέντα υπό του χρησμού δρον, άπε- 
μάκρυνον από της τελετής πάντα τα παιδία, δπως μη 
τυχόν δοθή εις αυτά αφορμή ΐλαρότητος. Έν τούτοις εν 
παιδίον κατώρθωσε ν' άναμιχθή άπαρατήρητον μετά του 
πλήθους, δτε δε άνακαλΰψαντες αυτό οι πρεσβύτεροι ηθέ- 
λησαν να το αποδιώξουν : «Διατί με αποδιώκετε ; ειπεν 
εκείνο μετά ζωηρότητος. Φοβεΐσθε τάχα μήπως σας φάγω 
τον ταύρο ν ;». Ή άπάντησις αΰτη ήρκεσε να προκαλέση 
τους ηχηρούς γέλωτας τών παρεστώτων και νά μεταδώση 
την εΰθυμίαν ειςδληντήν συνέλευσιν, ήτις έπείσθη έκ του 
συμβάντος δτι δ θεός ηθέλησε διά τούτου ν' απόδειξη το 
άθεράπευτον του πάθους των. 



Ό φαιδρός ημών σύλλογος είχε το δνομα μόνον, χωρίς 
νά εχη και τα συστατικά τών συνήθων συλλόγων, διατηρών 
ΐδιορρυθμίαν εις τον δργανισμόν και εις τήν δράσίν του* 
Οΰτε κατάστημα ιδιαίτερον ειχεν, οΰτε καταστατικά με σο- 
βαρά άρθρα, οΰτε σφραγίδα, οΰτε εμβλήματα. Τά ολίγα 
αΰτοΰ μέλη ήσαν οι κύριοι αΰτοΰ ϊδρυταί, διατηροΰντα δ* 
εν πάσι τήν εΰθυμον πρωτοτυπίαν των δεν εξέλεξαν αρχάς, 
αλλ* εΐργάζοντο έν ισοτιμία. Διενεμήθησαν μόνον μεταξύ 
των περιέργους τινάς και αστείους τίτλους, δπως ήτο δ του 
Εισαγγελέως τών επαιτών και δ του Λιμενάρχου, τον δ- 



21 

ποιον έφερε συνάδελφος εκ των επιζώντων, εχωνμόνην με 
ι α ναυτικά σχέσιν ίσως το θαλάσσωμα το όποιον έκαμνε 
τότε —και εξακολουθεί δυστυχώς να κάμνη και τώρα — εις 
τα λογοπαίγνια. 

Ό σύλλογος είχε και ενα υμνον, πλήρη ασυναρτησίας, 
μελοποιηθέντα έπι τη βάσει ναξιακοΰ άσματος, αδόμενον 
δ' εν χορώ κατά τάς επισήμους τελετάς. Το δε ταμεΐον 
αΰτου συνίστατο εις ενα άπλοΰν πήλινον κουμ,παοαν, 
καλοΰμενον επί το οικειότερον Μονμττάραν και δεχόμενον 
εισφοράς εκουσίως, πολλάκις δε και καταναγκαστικάς, χρη - 
σιμοποιουμένας εκάστοτε εις φαιδράς εξοχικάς έκδρομάς. 

Έκ των τεθνεώτων μελών του Συλλόγου Θ' αναφέρω 
τον Δημήτριον Κόκκον, τον χαριέστατον ποιητήν και θε- 
ατρικόν συγγραφέα, άληθινήν ψυχήν του σωματείου, άει- 
κίνητον, νευρικώτατον, αιωνίως βοώντα, κεκραγότα και 
λέγοντα μυρία όσα, πεζά και έμμετρα, αστεία και εξωφρε- 
νικά, έπιζητοΰντα εν πάσιν άφορμήν και θέμα θυμηδοΰς 
άδολεσχίας' τον Πάνον Γιαννόπουλον, τον σεμνότατον 
και γλυκΰτατον εν δημοσιογραφία συνάδελφον, προώρως 
άφ 3 ημών άφαρπαγέντα' τον Δημήτριον Κορομηλάν, τον 
εϊλικρινέστατον και ίπποτικώτατον' τον Στυλιανόν Οικο- 
νόμου, συνάδελφον εΰφυέστατον, τον μόνον έκ του σωμα- 
τείου μας άξιωθέντα νά λάβη κατόπιν και τον πραγματι- 
κόν τίτλον του Εισαγγελέως τών Πρωτοδικών, και απο- 
θανόντα εν τη υπηρεσία προ τίνων ετών. 

Δίκαιον εΐνε νά μνησθώ και του αλησμόνητου Μίκιου 
Λάμπρου, όστις μη ων έκ τών αρχικών ιδρυτών έγένετ,ο 
κατόπιν δεκτός ώ; εταίρος τη αΐτήτα του, ύποττάς εύδο- 
κίμως τάς είσιτηρίους εξετάσεις και άπαντήσας μετά της 
συνηθισμένης αύτου έτοιμότητος εις τάς πλήρεις παραλο- 
γισμών ερωτήσεις της εξεταστικής επιτροπής, της αποτε- 
λούσης τόσα γρονθοκοπήματα κατά του όρθου λόγου. β Ως 



22 

παράδειγμα θ' αναφέρω μίαν δοκιμασίαν, την οποίαν εν- 
θυμούμαι : άπετίθετο εις τίνα γωνίαν το ραβδίον ενός 
εξ ημών και ό υποψήφιος, ερωτώμενος περί της σημασίας 
του πράγματος, ώφειλε ν 3 απάντηση δτι... βρέχει, διότι 
ράβδος εν γωνία, ά'ρα βρέχει. 

Παρακαλώ δε τους ευμενείς άναγνώστας να μη χρησι- 
μοποιήσουν αυτήν την ραβδον εναντίον μου, τιμωροΰντες 
έμέ ως άντιπρόσωπον και ΰμνητήν αυτών τών παλαιών 
στραγγαλισμών της λογικής, διότι πρώτον επήλθε δια του 
χρόνου ή παραγραφή του αδικήματος και δεύτερον διότι 
εις αυτό ευθύνομαι δχι μόνος, άλλα μετά πολλών άλλων 
συνενόχων. Μεταξύ δε αυτών ύπήρχον και άνδρες πάσης 
τιμής άξιοι, οίος δ άοίδιμος 3 Ανδρέας Αναγνωστάκης, δ 
διαπρεπής καθηγητής τής Όφθαλμολογίας εν τω Έθνικώ 
Πανεπιστήμια), δστις'παρά τήν επισημότητα τής θέσεώς'του 
καΐ τήν προβεβηκυΐαν ήλικίαν και τήν εξοχον έπιστημονι- 
κήν άξίαν του τόσον έφαιδρΰνετο εκ τών αθώων αΰτοΰ 
τέρψεων ημών τών νεωτέρων, ώστε ενθουσιωδώς συμμε- 
τεΐχεν αυτών, δια βοής ανακηρυχθείς πρόεδρος του συλ- 
λόγου μας και τακτικώς παρευρισκόμενος εις τάς συνεδρι- 
άσεις. Κρύφιος δε και μετριόφρων, αλλ 9 ένθους τών Μου- 
σών θεράπων, ήρέσκετο να μας άνακοινοΐ τά τε παλαιό- 
τερα και τά νεώτερα αύτοΰ στιχουργήματα, νά μας τέρπη 
με τήν σπινθηροβολίαν του θαλερού του πνεύματος και 
ν' άναμιγνΰη τον άδολον κα! παιδικόν του οιονεί γέλωτα 
με τους ιδικούς μας θορυβώδεις καγχασμούς. Τους δ* επι- 
ζώντας εισέτι εταίρους, δέκα περίπου τον αριθμόν, επι- 
τραπήτω μοι νά μή αναφέρω δνομαστί. 

Ό χρόνος δ διαλΰσας τήν φαιδράν δμάδα τών φίλων 
καΐ αΐ βιοτικά! περιπέτειαι, αί σαρώσασαι τά ιδανικά 
εκείνων τών καιρών, επέφεραν μεταβολήν οικτράν δχι μό- 
νον εις τήν μορφήν, αλλά και εις τάς ψυχάς και τά αισθή- 



23 

ματα' έχωρίσθησαν καΐ ετράπησαν στυγνοί και περιφρόν- 
τιδες ειςαλλην άλλος άτραπόν της ζωής και σήμερον δεν 
τους συνδέει ειμή ό ασθενής δεσμός των κοινών αναμνή- 
σεων. Έάν επειρέπετο και ήτο κατορθωτή ή χρήσις της 
προβολής φωτεινών εϊκόνοον εις αυτήν τήν περίστασιν, θ 
άπεπειρώμην να δείξω δι" απλής αντιπαραβολής τήν άξιο 
θρήνητον εξωτερικήν φθοράν τήν συντελεσθεΐσαν εις τους 
απομάχους τής ακμαίας και φιλογέλωτος εκείνης συνάξεως. 
Και ίσως τότε θά έψιθΰριζον τα χείλη το λυπηρόν επιφώ- 
νημα του Άμλέτου επι τή θέα του γυμνού κρανίου του 
γελωτοποιού : ΑΙάδ, ροοτ Υοπίζ ! Οΰτοο παρέρχεται ή 
ε /κόσμιος δόξα και παρακμάζουν τάνθρώπινα μεγαλεία. 
Ή Ταοπηία πέτρα χαίνει υπό το Καπιτώλιον και ή λήθη 
περιβάλλει ως σουδάριον πάν κλέος καΐ πάσαν φήμην. 

Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, και μάλιστα οι βαυκαλώ- 
μενοι από φιλόδοξα όνειρα, να έχετε πάντοτε ύπ' δ'ψει 
σας τήν μέλλουσαν παρακμήν. Τοΰτο δε γινώσκων εις 
γάλλος υπουργός του παρελθόντος αιώνος, μίαν ώραν 
μετά τήν άποπομπήν του από της υψηλής του θέσεως, 
μίαν ώραν μόνον —σημειώσατε το καλώς — έγραφε προς 
φίλον του άνώτερον ύπάλληλον έπιστολήν άρχομένην δια 
τής εξής φράσεως : Έάν μ 3 ένΦνμήβΦέ ακόμη, σας πα- 
ρακαλώ κλπ.». Διότι εΐχεν υπ 3 όψει του ό πολύπειρος, 
ως φαίνεται, αυτός άνήρ το ρηθέν παρά τίνος τών ομοε- 
θνών του περί τών ισχυρών, δτι δλοι προθυμοποιούνται, 
δταν εΐνε εις τήν αρχήν, να τους προσφέρουν και αυτό 
άκομη το ταπεινόν καΐ αγενές σκεύος, το χρησιμεΰον εις τάς 
πεζοτάτας τής ζωής άνάγκας, και δλοι πάλιν εΐνε πρόθυμοι 
να τους περιχύσουν από κεφαλής με το πεοιεχόμενον του 
σχεΰους, μόλις τους ιδοΰν άπογυμνοοθέντας τής ίσχΰος των. 



24 



Απέκτησε δε και προσηλύτους δ ημέτερος σύλλογος,, 
διότι ή φήμη του έπεξετάθη πέρα των στενών ορίων τον 
γραφείου και των φιλικών μας κύκλων καΐ πολλοί έφίλοδό- 
ξουν να εισέλθουν εις το ιερόν αύτοΰ άδυτον. Τούτο δμως 
έφυλάσσετο ζηλοτΰπως και οι πλείστοι τών μνηστήρων 
άπερρίπτοντο μετά την δοκιμασίαν, άναγορευόμενοι Ευ- 
έργέζαι. 

Μεταξύ των προσηλύτων υπήρξε και εις επιφανή κα- 
τέχων θέσιν, δ μακαρίτης Κωνσταντίνος Κοσονάκος, διευ- 
θυντής τότε της Αστυνομίας 3 Αθηνών, χρηματίσας βου- 
λευττς πολλάκις, γενόμενος δε κατόπιν και υπουργός επί 
της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Ό αείμνηστος Τρικούπης, 
πρωθυπουργός κατ' εκείνη ν την εποχή ν, βλέπων ε* ς χάς 
εφημερίδας συχνά δημοσιευομένας αγγελίας προσκαλούσας 
εις συνεδρίασιν τα μέλη του Συλλόγου των Εισαγγελέων, 
μετά διαφόρων μυστηριωδών φράσεων, ξενισθεις εκ της 
ονομασίας του σωματείου, τίς οΐδε δε τι ύποθέσας :π|ερΙ 
σκότιων σχεδίοον ίσως βυσσοδομουμένων υπό τών Εισαγγε- 
λέων του Κράτους, έπροσκάλεσε τον διευθυντήν της 3 Αστυ- 
νομίας και έζήτησε πληροφορίας περί του πράγματος. 

Ό Κοσονάκος εν πάση ειλικρίνεια ώμολόγησε ιήν 
3ϊλήρη αυτού αγνοιαν, ανέλαβε δε κατ' έπιθυμίαν του πρω- 
θυπουργού να εξέταση και νά πληροφόρηση αυτόν. Δεν 
έβράδυνε πράγματι νά εξακρίβωση την άλήθειαν, άφΙ)& 
άλλως τε φιλικώς συνεδέετο μεθ 3 ημών πάντων, μυηθας 
δε και λαβών γνώσιν τοΰ ποιου και τον σκοπού τού συΐ- 
λόγου κατεθέλχθη και ήθέλησεν επιμόνως νά γίνη καί» 
αυτός μέλος. Τόσον δε ζήλο ν και άφοσίωσιν επέδειξε μετ4 
την έκλογήν του, ώστε και συμπόσιο ν πολυτελές παρέθει 



25 

σεν εις τους νέους συναδέλφους του και προσφωνήσας 
άπήγγειλε, και δυο ακόμη προπόσεις, την μεν πεζήν την δε 
έ'μμετρον. Δια την σΰνθεσιν της δευτέρας ώμολόγησεν δτι 
εκοπίασεν όλόκληρον νΰκτα, μάτην προσπαθών ν 3 άναρρι- 
χηθΓ) επι των νώτων τοΰ Πήγασου, εδέησε δ 3 εν τέλει να 
καταφυγή εις την ποιητικήν συνδρομήν ενός... άνθυπομοι- 
ράρχου. Την νΰκτα βεβαίως εκείνην την άξιομνημόνευτον' 
κατά την οποίαν οΰτω πως οΐστρηλατοΰμενος δ Διευθυν- 
τής της Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς κατεγίνετο εν 
συνεργασία μετά της Χωροφυλακής να συρράψη στίχους 
δια τον Σΰλλογον τών Εισαγγελέων, ή ασφάλεια της πόλε- 
ως και τών περιχώρων θα διέτρεξε σοβαρόν κίνδυνον και 
λωποδΰται θά εΰρον καιρόν να εργασθούν με δλην των την 
ανεσιν. Άλλ* ή εξ αυτών ζημία κάπως θά ήτο ελαχίστη, 
απέναντι τοΰ κέρδους της χορείας τών μουσών, άποκτησά- 
σης τοιούτον έπίσημον δσον και άπροσδόκητον μΰστην. 

Άλλα και μέλη αντεπιστέλλοντα και επίτιμα ώνόμασεν 
ό Σύλλογος, φροντίσας να σύνταξη επί τη βάσει πληροφο- 
ριών μακρόν κατάλογον εκ κεντρικών και ανισόρροπων αν- 
θρώπων, διαμενόντων εις διαφόρους πόλεις τών επαρχιών 
προς ους απεστάλησαν παράδοξα τίνα διπλώματα μετά πε- 
ριέργου συμβολικών και μυστηριωδών ρητών. Εΐς ταύτα, 
πολλοί δεν απήντησαν, εννοήσαντες την άστειότητα, άλλοι 
δμως άπλοϊκώτεροι έσπευσαν νά εκδηλώσουν δια μακρών 
απαντήσεων την χαράν και την ευγνωμοσΰνην των. Αι 
επιστολαι αΰται, προϊόντα τεταραγμένων διανοιών, φυ- 
λασσόμεναι εις τα γραφεία τοΰ τότε άρτίως ΐδρυθέντος 
εβδομαδιαίου σατυρικό ΰ «Άστεως», απετέλεσαν τον πυ- 
ρήνα τοΰ αρχείου τοΰ Συλλόγου, το όποιον πλουτισθέν 
κατόπιν σημαντικώς δια παρομοίων εγγράφων και διά δω- 
ρεών περιέργων χειρογράφων διασώζεται εν μέρει εΐς χεί- 
ρας ενός τών επιζώντων με?.ών. Ελπίζω δε και εύχομαι νά 



26 

ευρέθη Μαικήνας τις δια να εκδοθούν τή γενναία αύτου 
αρωγή τα ντοκουμέντα αυτά προς τέρψιν των νεωτέρων 
γενεών. 

Έκ του ταμείου τούτου της ανοησίας θά μνημονεύσω 
εν καΐ μόνον κείμενον, μιας τουτέστιν επιστολής, την οποί- 
αν μας επεμψεν εν των αντεπιστελλόντων μελών, συμβο- 
λαιογράφος το επάγγελμα, ιδιότροπος καΐ ιδιόρρυθμος, κά- 
τοικων εις κάποιαν πόλιν της Πελοποννήσου, συλλέκτη 
δε λαογραφικής ΰλης. Τόσην εΰχαρίστησιν ήσθάνθη οΰτος 
διάτήν έκλογήν του και τόσην οικειότητα άπέκτησεν αμέ- 
σως με το σωματεΐόν μας, ώ:ττε δεν εδίστασε να καταστή- 
<ττ) τον Σΰλλογον κοινωνόν τών οικογενειακών του υποθέ- 
σεων* μας έγραψε δε ήμέραν τινά δτι είχε κόρην όπωσοΰν 
παρήλικα, την οποίαν έπεθΰμει ν* άποκαταστήση, δίδων 
εις αυτήν ως προίκα.... τρεις χιλιάδας ανέκδοτους παροι- 
μίας. 

Αμέσως ή πρότασις άνεκοινώθη με τ* έπισημότητος εις 
τινάά'γαμον τότε ακόμη, ανήκοντα δε εις τον φιλικόν μας 
κΰκλον. σοφον δε και έκ τών εγκρίτων σήμερον καθηγη- 
τήν του Πανεπιστημίου, έγκΰπτοντα έκ νεαρας ηλικίας 
μετ' άφοσιώσεως εις την μελέτην του βίου και τών παρα- 
δόσεων του ελληνικού λάου. Ό επίδοξος γαμβρός όμως 
εΰρε μικρόν το ποσόν τής προτεινομένης προικός και άπή- 
τησε προς συμπλήρωσιν οκτακόσια αινίγματα και χίλια 
διακόσια παραμυθία, εξ ου και δεν έπραγματοποιήθη το 
συνοικέσιον. 

Έθεθΰμουν νά διαλάβω έν έκτάσει και περί τών εορ- 
τών του Συλλόγου και περί τών τερπνών αύτου εκδρομών, 
αΐτινες έπλήρουν ζωής καΐ θορύβου τους δρυμούς τής 
Πεντέλης και την άμπελόφυτον πεδιάδα τής Κάντζας, ή 
την φαληρικήν ήϊόνα καΐ ν 3 αναφέρω τους λόγους, καΐ τάς 
προσφωνήσεις, και τάς στιχομυθίας, και ταΰτοσχεδιά- 



27 

«?ματα, και τα λογοπαίγνια, και τάς πεζάς και έμμετρους 
προπόσεις, τάς γινομένας μετά κωμικών διαστροφών τών 
έξεων καΐ στρεβλών ομοιοκαταληξιών εξεζητημένων και 
προκαλούσας φρενίτιδα ευθυμίας. 

Προεξεΐχεν εις πάντα ταύτα δ δυστυχής Κόκκος, εμ- 
βρόντητος, παραδοξολόγος, αλλόκοτος άείποτε περί το λέ- 
γειν και το πράττειν, καταντήσας ποτέ νά έ'λθη προς 
ΰπάντησιν ημών τών άλλων πεζή εκδραμόντων εν φαντα- 
σιώδει περιβολή, καθήμενος επί δνου, με ενα γυναικεΐον 
καπέλλον επί κεφαλής καΐ κρατών εις την χείρα κοντόν 
με μικράν σημαίαν ορόσημου, νά διανΰση οΰτω πως άρκε- 
τόν διάστημα τής δημοσίας όδοΰ προς κατάπληξιν τών δι- 
ερχομένων χωρικών και νά μας προσφώνηση εξ ονόματος... 
της Αυστριακής Κοινότητος τής Κάντζας, άντιφωνήσαν- 
τος με εμμετρον εξωφρενισμόν του μακαρίτου Σουρή. 

Έπεθΰμουν πολλά \' αναφωνήσω και νά εΐπω* αλλά φο- 
βούμαι τήν κουραστικήν μακρηγορίαν, και φοβούμαι ακό- 
μη περισσότερον μήπως αϊ προκοπικαι αΰταΐ αναμνήσεις, 
τάς όποιας ώραί'ζει ακόμη εις το πνεΰμά μου ή παλαιά 
έντΰποοσις τής νεανικής ηλικίας, φανούν ψυχρά! και εστε- 
ρημέναι θέλγητρου εις τους άλλους. Διό προτιμώ ν' ανα- 
φέρω τινά περί τών τερπνών αναγνωσμάτων, εις τά όποια 
μετά προτιμήσεως κατεγίνετο κατά τάς συνεδριάσεις του 
το σωματεΐόν μας, και τά όποια, δπως υπήρξαν ή πρώτη 
αφορμή τής συστάσεως του, υπήρξαν και ή μόνη πνευμα- 
τική αΰτοΰ τροφή και ή κυριότερα αύτοΰ ευχάριστος ένα- 
σχόλησις. 

Τάναγνώσματα ταυ τα άνήγοντο εις τήν τάξιν τών 
διανοητικών εκτρωμάτων, περί τών οποίων είπα τίνα προ- 
λαβόντως, τάποκυήματα τών Έμπουσών, τών άντιποιουμέ- 
νων τά έργα τών Μουσών, κατά το άρχαΐον επίγραμμα : 



28 



Ειοϊ καΐ ίν Μούσ^αιν * Ερινύες, αϊ σε ποιονσι 
ποιητήν, άνΰ* ων πολλά γράφεις άκρίτως. 
Τοίννν σον δέομαι, γράφε πλείονα" μείζονα γάρ σο& 
ενξαοΰαι ταύτης ου δύναμαι μανίαν. 

Μή τις ύπολάβη δε δτι ή άνάγνωσις των έξαμβλωμά- 
των τούτων αντίκειται εις την σοβαρότητα και δτι ή εξ. 
αυτής τέρψις εινε χυδαία και άμοιρος ωφελείας. Ό διάση- 
μας γάλλος ποιητής και τεχνοκρίτης Μποσλώ προς νεαρόν 
ΐερωμένον ζητήσαντα την συμβουλήν του περί του καλλιτέ- 
ρου τρόπου ασκήσεως καΐ μελέτης δια την απ 3 αμβωνος 
διδαχήν έπρότρεψεν αυτόν ν' άκροάται διαρκώς το κήρυ- 
γμα του Βουρδαλώ και του άββα Κοττέν. Και ό μεν πρώ- 
τος τούτων ήτο αληθώς έξοχος, ευφράδης και περιώνυμος, 
ιεροκήρυξ* αλλ* ό δεύτερος ήτο δλως αντιθέτως κοινότατος 
και άκριτος. "Όθεν δικαίως ό δόκιμος άπορήσας ήρώτησε 
τον Μποαλώ τίνα τάχα ώφέλειαν θα ήρΰετο εκ τής ακροάσε- 
ως των ομιλιών του άββά Κοττέν. « — Και δμως εΐνε 
άπλοΰστατον, άπήνιησεν ό κριτικός* από τον ενα θά μάθης 
τί πρέπει να πράττης, και από τον άλλον τι πρέπει ν' άπο- 
φεύγτ)ς>. Τα περί ών ό λόγος έργα λοιπόν εΐνε ή στρέβλω- 
σις του καλοί, ό δε μελετών αυτά ασκείται περί την γνώ- 
σιν τών στοιχείων και των ορίων του καλοΰ, σπουδάζων 
εν αΰτοΐς την διαστροφήν, τα ολισθήματα και την παρα- 
μόρφωσιν. 

Εΐνε γνωστόν το αξίωμα δτι εν μόνον βήμα χωρίζει 
το ύνμηλόν από του γελοίου, ή έμφυτος δε και ή δια της 
μελέτης ετι μάλλον έξησκημένη καλαισθησία δια τής σα- 
φούς έπιγνώσεως του συνόρου προφυλάττει από τής εις 
τον κρημνόν πτώσεως. Κα0' δν τρόπον ή γελοιογραφία 
προϋποθέτει τεχνίτην εντριβή και οξυδερκή, έχοντα τελείαν- 



29 

καΙ άκριβεστάτην την συναίσθησιν της εύγραμμίας, ώστε 
να δύναται δια της ευφυούς αλλοιώσεως να προκαλή την 
κωμικήν έντΰπωσιν, οΰτω και οι άρεσκόμενοι εις την άνεΰ- 
ρεσιν και την άνάγνωσιν των τερατωδών αποκυημάτων 
της άπειροτεχνίας υποτίθεται δτι εΐνε εμφΰτως ή επίκτη- 
τος προικισμένοι δι 3 εύρωστου γνώσεως και ακριβούς συ- 
Λ'αισθήσεως τυΰ κάλου και της φυσιολογίας της τέχνης, 
ώστε άκόπως να διακρίνουν την παθολογικήν παραμόρ- 
φωσιν. 

Και επειδή πρόκειται περί ζωγραφικής, επιτραπήτω 
μοι ν* αναφέρω μίαν ακόμη είσαγγελικήν άνάμνησιν. 
Εις κάποιαν τοιχογραφίαν εστιατορίου τινός λαϊκού δπου 
κάποτε συνηρχόμεθα, έργον βαναυσοτέχνου αγνώστου, πα- 
ριστών τήν όίλωσιν της Τροίας, ό Δ >ΰρειος ίππος άπεικο- 
νίζετο έχων τοιαΰτην ομοιότητα προς άλλο ομοειδές ζωον 
κατωτέρου γένους, ώστε παρά του ομίλου ημών ώνομά- 
σθη Γαϊδοΰρειος "Ιππος. 

Ή τοιαύτη κωμική άλλοίωσις των δρων του καλοΰ 
φυσικώς προκαλεί τήν ιλαρότητα δια της αντιθέσεως. Αϊ 
Έρινΰες Μοΰσαι δχι μόνον δεν εινε ειδεχθείς τήν Θέαν 
και αποτρόπαιοι, δχι μόνον δεν εμπνέουν τον τρόμον δπως 
αΐ Ευμενίδες του "^δου, άλλα και προξενούν αίσθημα τι 
φαιδρού οίκτου δια της αφέλειας και της άπλοϊ/.ότητός τών 
έργων των, δια της άγνοιας τών στοιχειωδέστατων πρα- 
γμάτων και της παραγνωρίσεως τών μάλλον κοινών κανό- 
νων της τέχνης. Οι παρ* αυτών εμπνεόμενοι θνητοί εινε 
εΰεργετικώτατοι, έχοντες το χάρισμα του άκόπως και άσυ 
νειδήτως άποδιώκειν τήν άνίαν δια τών προϊόντων της 
άπειροκάλου αυτών εμπνεύσεως. Οι αστείοι, οι εξ επαγγέλ- 
ματος γελωτοποιοί, οι έχοντες ως έργον το έξιλαρΰνειν τους 
άλλους, πολλάκις αποβαίνουν αν >ΰσιοι κατατριβόμενοι εκ 
Τ ήζ Χρήσεως και της προσπάθειας, επηρεαζόμενοι δε και 



30 

εκ των ιδίων των ψυχικών διαθέσεων. Διηγούνται δτι α 
επι της βασιλείας Λουδοβίκου του ΙΔ' εν Γαλλία άκμάσας 
διάσημος ιταλός κωμικός Δομένικος, δ ΰποκρινόμενος το 
πρόσωπον του Αρλεκίνου εις το Θέατρον και κατευφραί- 
νων καθημερινώς τους άκροατάς του με τάς άστειότητάς 
του, πάσχων εξ ανίας και μελαγχολίας, κατέφυγεν εις δια- 
πρεπή ϊατρόν, δστις άφοΰ του υπέδειξε διάφορα μέσα προς 
διασκέδασιν της θλίψεώς του, δοκιμασθέντα ήδη παρ 9 αυ- 
τού ανωφελή, συνέστησεν εν τέλει εις τον άγνωστον πελά- 
την του να μεταβαίνη συχνά εις το θέατρον και να πα- 
ρευρίσκεται εις τάς παραστάσεις του Δομενίκου. 

— Άλλοίμονον, ιατρέ, βλέπω δτι είμαι χαμένος άνθρω- 
πος ! εΐπεν ό ταλαίπωρος ασθενής. 

— Και διατί τάχα ; ήρώτησεν άπορων δ ιατρός. 

— Διότι δ Δομένικος είμαι εγώ δ ίδιος, άπήντησεν δ 
πελάτης. 

Το εναντίον δμως συμβαίνει με τους γεννήτορας τών 
άποφωλίων πνευματικών δημιουργημάτων, οΐτινες μετ' 
ολυμπίου άγερωχίας, υπό την παχΰδερμον μακαριότητα της 
άγνοιας και της αναισθησίας τοον, φυσικώς και άβιάστως 
εκτελούν το έργον των και ανοίγουν τον εΰεργετικόν κρου- 
νόν τής ευθυμίας ακουσίως των, ζωογονουντές διά του γέ- 
λωτος τους άλλους, τους βεβαρημένους εκ τών φροντίδων 
και τών μόχθων τής ζωής. 



Πάντες οι εταίροι επεδιδόμεθα εις την άγραν τών τοι- 
ούτου είδους έργων, συγχρόνων τε και παλαιοτέρων, κα- 
ταρτίσαντες εντός ολίγου χρόνου άξιόλογον συλλογήν, συγ- 
κειμένων εκ πεζών και έμμετρων, εκτυπωμένων και ανεκ- 
δότων συγγραμμάτων, αναγομένων εις πάντα τά είδη τής 



31 

λογοτεχνίας. Ή τοιαύτη δέ άγρα έπεξετάθη και εις την 
σΰγχρονον δημοσιογραφίαν και εις τα πρακτικά της Βου- 
λής και εις πάντα κλάδον της ρητορικής και τής συνδέ- 
σεως. Τα μέλη του Συλλόγου μετεβλήθησαν εις Νεμρώδ 
θηρευτάς ή μάλλον εις ιχνεΰμονας καταγινομένους εις την 
άνεΰρεσιν των ωών των κροκοδείλων τής τέχνης. Ό μακα- 
ρίτης Γιαννόπουλος από του δημοσιογραφικού θεωρείου 
του Βουλευτηρίου περισυνέλεγε και άπεθησαΰριζε τους 
μαργαρίτας τους πίπτοντας από των χειλέων των πατέρων 
του έθνους κατά την θέρμην τής άγορεΰσεως. "Ετερος τις, 
όστις πιθανόν νά ήτο και ό κατά την στιγμήν ταΰτην 
έχων την τιμήν ν' απευθύνεται προς υμάς, ιδιαίτερον είχε 
μέλημα νά θηρεΰη εις τά φΰλλα των επαρχιακών ιδίως 
εφημερίδων περικοπάς αξιοσημείωτους διά τήν σΰνταξιν 
και τήν προοτοτυπίαν του ΰφους και τών ιδεών. Τάπο- 
σπάσματα ταΰτα υπό το ψευδώνυμον του «Ρακοσυλλέ- 
κτου», έδημοσίευε καθ 3 εβδομάδα εις τάς στήλας του 
«Άσμοδαίου» και κατόπιν του «"Αστεως», τών δυο σα- 
τυρικών φύλλων, άτινα υπήρξαν το προπΰργιον καΐ τα 
στάδιον τής πνευματικής δράσεως του Συλλόγου. Έκ τού- 
των ζητώ τήν άδειαν νά υπενθυμίσω εις υμάς μερικά. 

Ιδού μία φράσις έκ προγράμματος εφημερίδος επαρ- 
χιακής : 

«Ίο δις του μηνός έκδιδόμενον έφημερούσιον τοΰτο 
σύγγραμμα μου, βαπτιζόμενον εντός τών δακρΰοον μου, 
λαμβάνει το όνομα «Αχελώος». 

Ακούσατε πώς διήρει μία έφημερϊς τής Σΰρου τους κα- 
τοίκους τών Αθηνών κατ' επαγγέλματα : 

«Οι κάτοικοι τών Αθηνών διαιρούνται εις μικροκη- 
πουροΰς, εις πρώην άμαξηλάτας και εις πλουσίους ομο- 
γενείς» . 

'Ιδού απόσπασμα εκ τίνος Ζωολογίας : 



32 

«Τα τρωκτικά, λαγωοί, μΰες κλπ. έχουν μόνον τραπε- 
ζίτας και κυνόδοντας, οΐτινες κατέχουν την θέσιν των κό- 
πτη ρων». 

«"Ω ;τε, επάγεται δικαίως ή άναδημοσιεΰουσα τον μαρ- 
γαρίτην εφημερίς, εάν ίδήτε ποτέ λαγωόν ή ποντικόν 
έχοντα εμπροσθινά δόντια, θα εϊπήτε δτι εΐνε ψεύτικα 
και του τα εβαλεν δ όδοντοϊατρός κ. Πάμπανος από ψυ- 
χικόν». 

Ιδού μία παρατήρησις εκ της «Σπάρτης». 

«Νεοφανές αληθώς εινε να βλέπη τις τον ρασοφόρον 
κήρυκα Έπιφάνιον ένδεδυμένον την προβοαχίδα του 
διδασκάλου». 

Και μία ειδοποίησις εκ της μακαρίτιδος « Ρ Ώρας» (του 
επισήμου οργάνου του Τρικούπη) : 

«Το νέον έργοστάσιον ειδοποιεί το κοινόν δτι τα άπό- 
ζουμα των φυτικών ουσιών εξ ών παράγεται το οινόπνευ- 
μα παρέχουσι χρησιμωτάτην και θρεπτικωτάτην τροφήν 
δια τα ζώα εν γένει και οι επιθυμούντες να δοκιμάσωσιν 
αυτήν ας προσέλθωσιν εις το εργοστάσιον, δπως λάβωσιν 
αυτά επί του παρόντος δωρεάν. 

Περιγραφή τών 9 Απόκρεω ν εκ της εφημερίδος «"Αν- 
δρου». 

«Περί τήν εσπέρα ν ένόμιζέ τις δτι ή πόλις μας ένεδΰ- 
θη σάκκον χαρμόσυνον* δπου καΐ αν περιεστρέφετό τις 
ήκουεν άσματα και χορούς. Έδώς πρέπει νά ένθυμηθήτε : 
τά πάντα ματαιότης». 

Έκ του «Φάρου της Μακεδονίας». 

«Το ώρολόγιον έκρουε τήν δεκάτην της νυκτός. Ό 
αλέκτωρ ανήγγειλε τήν πρω'ίαν». 

Έκ της «Καρτερίας» : 

«Άπεβίωσεν εν Πειραιεϊ ο νεαρός σπουδαστής δείνα... 
Εκφράζοντες τά συλλυπητήρια ημών τοις γονεΰσι συνι- 



33 

στώμεν αύτοις φρόνησιν». 

Περιγραφή ταξειδίου εκ του αμίμητου «Φανού» της 
Σύρου : 

«Εις το εκ Κοονσταντινουπόλεως ταξείδιον επαθον από 
ναυτίασιν και ευθύς με την εις Σίφνον άποβίβασίν των 
ήρχισαν μτζάμ — μπουμ κάτω πέρδικες και τρυγόνια, εξ 
επτά λαβίομένα, ενα στον τάφο, μαύρο στης κάλπες, εις 
κίνησιν τάτμόπλοια, στρατός, ιατροί και νεκροθάπται». 

Και τέλος πάντων ιδού πώς ήρχιζεν εν διήγημα δημο- 
σιευθέν εις τον «'Άραχθον» της *Άρτης. Προσέξατε και 
την χρονολογίαν, παρακαλώ : 

«Ευρισκόμεθα εις την 31 Φεβρουαρίου. Ή βροχτ^ 
έπιπτε μεγαλοπρεπώς — μολονότι ό ήλιος ανατέλλει μεγα- 
λοπρεπώς, πλην ό αναγνώστης γνωρίζει βεβαίως δτι ημείς 
δεν γράφομεν μυθιστορίαν* γράφομεν ίστορίαν, καθ' ην ή 
βροχή πίπτει μεγαλοπρεπώς... Ή βροχή λοιπόν έπιπτε με- 
γαλοπρεπώς και μάλιστα κρουνηδόν». 

Και καταπαύω την άπαρίθμησιν δια να μη ενοχλήσω 
τους άκροατάς μου... μεγαλοπρεπώς. 

Προσθέτω μόνον δτι τότε ήρχισε και ή συστηματική 
άναδίφησις προς άνεύρεσιν περιέργων και παραδόξων εγ- 
γράφων της δημοσίου υπηρεσίας και ή εκμετάλλευσις της 
φιλολογίας τών στρατώνων, τών κωμικών τουτέστιν ή μα- 
χαρονικών αναφορών, τών συντασσομένων παρ 3 αγραμ- 
μάτων υπαξιωματικών, ή τών απλοϊκών εξηγήσεων και 
ορισμών του κανονισμού, συμφώνως προς την άπλοϊκήν 
άντίληψιν τών ορεσιβίων ευζώνων. Χάριν ποικιλίας παρα- 
θέτω και μερικούς εξ αυτών. 'Ιδού δ ορισμός της βαρύτ 
τητος : 

«Ή βαρΰτης εΐνε ενα πράγμα, πού πηγαίνει πάντοτε 
προς τα κάτω.» 

Όρισμός του αιχμαλώτου : 

3 



34 

«Αιχμάλωτος Φα 9 πή δταν ένας φύγη από τον έλληνι- 
κόν στρατόν και πάη εις τον τουρκικόν, και γυρίόη οπίσω 
εις τον έλληνικόν και τον τσακώσουν». 

Όρισμός τοΰ κηφήνος : 

«Ό στρατιώτης δεν πρέπει να εχη άδράνειαν, διότι 
τότε εΐνε κηφήνας. Κηφήνας δε θά πή ενα πουλί πού εινε 
στην Άμερικήν, πού άμα φαγί) το φαγί του γέρνει το κε- 
φάλι του και δεν ζητάει άλλο». 

Τότε το πρώτον έδημοσιεύθη εις το «"Αστυ» και η 
περίφημος αναφορά τοΰ επιλοχίου, ή άπομείνασα παροιμι- 
ώδης, δια της οποίας καθίστατο γνωστόν εις την διοίκησιν 
τοΰ συντάγματος δτι: «ή ήμίονος Κλεοπάτρα άπέδρα και 
έξακολονΦεϊ άπέδρα >. 

Συνελέγοντο δε μετά ζήλου καίχχΐ περίεργοι καΐκωμικαι 
Ιπιγραφαί εργαστηρίων και καταστημάτων, εξ ών άπετε- 
λέσθη περιεργοτάτη συλλογή. Παραλαμβάνω εξ αυτής δΰα 
προς διασάφησιν τοΰ είδους. 

€ Η πρώτη είνε επιγραφή λουτρώνος εν Πειραιει, γραμ- 
μένη γαλλιστί επί της εισόδου οΰτω πως: ΐΛΐΙχα. 

Ή άλλη εκείτο εις την εΐσοδον λαϊκού μαγειρείου, και 
ειχεν ως έξης : «Ξενοδοχεΐον των Ξϊνων καΙ προ πάν- 
των μπακαλιάρος» . 

Ύπήρχον δμως και τα εκτενέστερα φαιδρυντικά ανα- 
γνώσματα, τα έχοντα τεχνικάς αξιώσεις. Θάεβαινον εις μή- 
κος δυσανάλογον αι παροΰσαι αναμνήσεις μου, εάν άπεπει- 
ρώμην ν 3 απαριθμήσω και ν 3 αναλύσω πάντα τά έντυπα 
και τά χειρόγραφα, οσα άνεγνώσθησαν εις έπήκοον των 
μελών τοΰ συλλόγου εν συνελεύσει, σχολιαζόμενα δι' εύθυ- 
μων παρατηρήσεο)ν.Τή εύμενεΐ συγκαταβάσει των αναγνω- 
στών μου θ' αναφέρω ελάχιστα εξ αυτών, δια νά μη μείνη 
ήδικημένη ή συνομοταξία και αυτών των συγγραφέων. 

Τ Ητο, καθ 5 δσον ενθυμούμαι, εν μυθιστόρημα πρωτό- 



35 

τύπον, εις το οποίον άνεφέρετο συν τοις άλλοις οτι δ ή- 
ροος του : «έλάμβανεν ανά χείρας το κλειδοκΰμβαλον και 
το εκρουεν» 

Ό ηράκλειος οΰτος μουσικός άθλος, τον όποιον θά έζή- 
λευε και ο Κουταλιανός, ώφείλετο βέβαια εις την ατελή 
μόρψωσιν του νεαροί, ώς εικάζω, μυ&ιστηριογράφου, όσ- 
τις εν τη επαρχία ένθα εζη εγνώριζε μόνον ες ακοής το 
κλειδοκΰμβαλον και θάεφαντάζετο αυτό ώς μουσικόν όρ- 
γανον έχον διαστάσεις ανάλογους προς την κιθάραν, το 
μπουζούκι ή το σαντούρι. 

"Ετερος πρωτότυπος συγγραφεύς εγραφεν εις το διή- 
γημα, του ότι οι δυο έρασται «περιεπάτουν υπό δενδροστοι- 
χία*» ανεμώνων ($ιο), κατορθώνων οΰτω ν 9 άναβιβάζη 
ένταυτώ τον τόνον της κλίσεως, παρά την θέλησιν τής> 
Γραμματικής, και να καταβιβάζη το ανάστημα τών ηρώων 
του μέχρι σημείου ικανού να κατάπληξη και αυτόν τον 
Γΰλλιβερ μετά την έπίσκεψίν του εις την χώραν τών Λιλι- 
πουτίων. 

"Ήτο εν δράμα άνέκδοτον, του όποιου ενθυμούμαι μό- 
νον τον τίτλον έχοντα ώς έξης : «Πέννε νεκροί, και εν πα- 
ρενθέσει, τέαααρες άρρενες καϊ εΐς ΰ>ήλυς». 

Ήσαν τά ποιήματα του διασήμου Κορδοροΰμπα, απο- 
μάχου ανθυπασπιστού^ Θιασώτου του "Αρεως, τών Μου- 
σών και προ πάντων του Βάκχου, τά όποια ό ποιητής άπήγ- 
γειλε με ενα ϊδιαίτερον ρινόφθογγον τόνον, εκ τών οποίων 
το έλεγεΐον δια τον Θάνατον του Γαμβέττα ήρχιζεν ώς έξης: 

Τί θρήνος και τί όδυρμος έγινε στο Παρίσι ! 
*Ω φΰσις πώς έκρήμνισες τον μέγα ν κυπαρίσση ! 

"Αλλος ποιητής ανώνυμος ήρχιζε το νεκροοσιμον ποίη- 
μα του διά του στίχου : 



35 

"Ω ! πόσον είν 3 εύχάριστον εις τους νεκρούς το στάρι ! 
έννοών βεβαίως τα κόλλυβα τα προσφερόμενα εις την μνή- 
μην των τεθνεώτων, άλλ' αφίνοον να έννοηθή δια της 
αλλόκοτου διατυπώσεως της ιδέας του δτι οι νεκροί ενδια- 
φέρονται περί της συγκομιδής των καρπών της γης, ή πε- 
ρί της γνώσεως των γεννημάτων και των όσπριων. 

Τα έργα του έλλογιμωτάτου, £νός φασματώδους καλο- 
γήρου, του όποιου την μορφήνάπηθανάτισαν αΐ γελοιογρα- 
φίαι του «'Ασμοδαίου» και του «"Αστεως», ό'στις κατέ- 
'&ελξε δια των πεζών και έμμετρων προϊόντων της Μούσης 
του τρεις φιλολογικός γενεάς, κατήντησε δε κατόπιν πρόσω- 
πον συμβολικόν, ένσαρκούν την ιδέαν του κωμικού και 
απλοϊκού παραλογισμού, ήσαν εκ τών μάλλον προτιμώμε- 
νων. 'Έθελγον δε ιδίως τους άναγνώστας δια τών άσυναι- 
ρέτων τΰπων τών ρημάτων και τών ονομάτων, προς τους 
όποιους ό μουοοτραφής (όνομα και πράγμα, καθότι έτρε- 
φε μακρόν, τραχύ και όξΰτατον μοϋαι) καλόγηρος έδείκνυ- 
εν ιδιαιτεραν άδυναμίαν. Εις το περίεργον βιβλίον του 
έπιγραφόμενον «Προμαχών» ή «Προμαχεών», προ ετών 
εκδοθέν, περιείχοντο εις τά προλεγόμενα τα εξής θαυμάσια: 

«Τής ματαιότητος τά βέλη ήρξάμην ενρίπτων άγων τάς 
περί τον ήλιον στροφάς 10Χ2"{"5, «Άπερ εζέα καλέουόΐ», 
Θέλων δια τούτων να εΐπη εκείνο το όποιον οι κοινοί θνη- 
τοί θά ελεγον δια τής φράσεως : περιεβλήθην το μοναχι- 
κόν σχήμα εν ηλικία 25 ετών». 

Εϊς ταύτα δε πρέπει να προστεθή και του περιωνύμου 
κόμητος Δε Κάπρου — άλλου τύπου παραδοξοτάτου, περι- 
ελθόντος εις την σταθεράν δικαιοδοσίαν τής αμίμητου γε- 
λοιογραφικής μολυβδίδος του μακαρίτου Θέμου Άννίνου — 
το δράμα «Ή μάρτυς Αικατερίνη», το όποιον παρασταθέν 
εις το παλαιόν θέατρον τών Αθηνών και το του Φαλήρου 
έκαμε να βλάστηση επί της γής αληθής ΈΙοτα ιτπΓαβίΙίδ εκ 



37 

γογγυλίων και τεύτλων και ραφανίδων και άλλων προϊόν- 
των τών λαχανόκηπων της Κολοκυθοΰς και των Σεπολίων, 
δια τών όποιων εστέφθη ή δόξα του περικλεοΰς δραμα- 
τουργοί}. 



Άλλ 3 ό υπέρ πάντας προκαλώ ν την κατάπληξιν και 
τον θαυμασμόν της φαιδρας ημών ομάδος ήτο ό μέγας 
Έξαρχόπουλος. Ό θαυμάσιος ούτος τΰπος, δστις, ως λέγει 
ό Δάντης περί του Όμηρου, ως αετός ίπταται υπέρ τους 
άλλους ομοτέχνους του, υπήρξε το χάρμα τών κατά την 
διάρκεια ν της βασιλείας του "Οθωνος άκμασάντων συγ- 
γραφέων, ποιητών, δημοσιογράφων και του διανοουμένου 
κόσμου έ*' γένει. Ό 'Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός απηύθυ- 
νε προς αυτόν το γνωστόν επίγραμμα, το όποιον αποτελεί 
και την μόνην σωζομένην του ανδρός εικόνα : 

Με μάτια θειαφοκάπνιστα, με φρύδια σαν αγκάθια 

Με αυτιά σάν δυο καλάθια, 
Με μΰτην μελτζανοειδή, μυιγών απείρων χρείαν... 
Ό μέγας Έξαρχόπουλος, Αιγαίου στε^οβράκης 

Εμπνέεται πολλάκις 
9 Από της τετραπόδαρες της 'Αρκαδίας Μούσας 

Τον Μάιο ν "ψάλλουσας. 

Τον είχε δε όμοτράπεζον και εταιρον, άρεσκόμενος 
ν" 5 άκούΐ) τους στρεβλούς του στίχους. Πολλάκις μάλιστα 
άνεγίνωσκεν εις αυτόν και τάς ιδίας ποιητικάς συνθέσεις 
του, ερωτών την γνώμην του. Κάποτε δέ, ότε ό Έξαρχό- 
πουλος ειπεν εις αυτόν εν ειλικρίνεια : 



38 



Δεν μου άρει, δεν μου άρει 
και σου το λέγω εν παρη... 

δ Ρίζος απήντησε με μίαν βωμολόχον όμοιοκαταλη- 
ξίαν, ήτις έμεινε περιβόητος. 

Οι σύγχρονοι του λόγιοι τον εΐχον περί πολλού, άπο- 
στηθίζοντες πολλάς λέ$μπαλερικάς εκφράσεις του. Λίαν δε 
δυσεύρετα κατήντησαν ως ε* της ζητήσεως τα θεσπέσια 
ποιητικά του προϊόντα, δι^ ών το δνομά του παρεδόθη εις 
την άθανασίαν. Εις τα ποιήματα του ύπεγράφετο «Γε- 
ώργιος Έξαρχόπουλος, εξ 3 Αμοργού, Ρομφαΐος και των 
ποιητών κορυφαίος, νυν μεν κρυφαΐος, ύστερον δε φανε- 
ραΐος» ήσαν γεγραμμένα καταλογάδην, μόλις παρουσιά- 
ζοντα άμυδράν τίνα ρυθμικήν σΰνθεσιν, μέόμοιοκαταλη- 
ξίαν ενίοτε δλως διόλου αΰθαίρετόν, την οποίαν άπέ^οπτεν 
ή έστρέβλωνε χάριν του μέτρου. 

Πλήρης πεποιθήσεως εις την ΰπεροχον αΰτοΰ εμπνευ- 
σιν διετΰπωνε τάς ιδέας του κατά τρόπον σκοτεινόν καΐ 
γριφώδη, άφίνων μεθ 5 υπερήφανου αδιαφορίας τους άνα- 
γνώστας του να εξαγάγουν οποιονδήποτε ήθελον συμπέ- 
ρασμα, γενόμενος δε οΰτως ό πρόδρομος τών νεωτέρων 
τεχνοτροπικών θεωριών. Τ Ητο δε πρωτότυπος και εις αΰ- 
τάς τάς έπιγραφάς του και κάποτε βουληθεις να εκδώσ^ 
εφημερίδα εξέλεξε μετά ώριμον σκέψιν ως τίτλον του φύλ- 
λου του δχι μίαν ή δυο λέξεις, ως θά έπραττε πάς άλλος, 
άλλα το εξής όλόκληρον τετράστιχον : 

Αετός και 'Αετουσα, 
"Οθωνας και 3 Αμαλία, 
Ροδοζάχαρη και μέλι 
Και εμένα τί με μέλει ; 



3β 

Τόσην δέ είχεν άπεριόριστον ΰπόληψιν και έκτίμησιν 
προς την άξίαν των ποιητικών του έργων, ώστε, καθά μοι 
διηγήθη ποτέ δ Γεώργιος Παράσχος, δτε ό Θεόδωρος 3 0ρ- 
φανίδης και δυο τρεις άλλου αστείοι της εποχής ενεφανί- 
σθησαν εις αυτόν ως περιηγηταί λόρδοι πολυτάλαντοι, επι- 
θυμούντες τάχα ν 3 αγοράσουν τα ποιήματα του, και του 
προσέφερον προς τούτο τιμήν τριών δλων εκατομμυρίων 
δραχμών, ό ποιητής άπέρριψεν άγερώχως τάς προ- 
τάσεις των. 

Το μοναδικόν πλεονέκτημα του θαυμαστού Έξαρχο- 
ποΰλου εΐνε τα ιδιόρρυθμα γαλλοφανή επιφωνήματα, τά 
όποια προς εντασιν της εννοίας παρενείρει εις τους στί- 
χους του, οΐον : Λέρ μπαλέρ 7 ξιφΐ γκαλέρ, άφέλμαλέρ, 
άμφιφϊλ ψιψϊλ μαλέρ, ρεν 9 λέΐ^αλεν ! Καιρός δ'μοος εΐνε 
εκ του εΰανθοΰς ποιητικού λειμώνός του να δρέψω ολίγα 
άνθη και να τά προσφέρω προς τους άναγνώστας : 

Σταχυολογώ εκ του φυλλαδίου του, εκδοθέντος εν ετει 
1842 και έπιγραφομένου «'Έκστασις ποιητική περί της 
πολυτίμου Ηλιακής Γαλλίας». Επακολουθούν δε εις την 
έπιγραφήν και αποτελούν μέρος αυτής τά εξής : 

« Τ Ω αξιοπρεπή Γαλλία, ΰψίονεσαι τή άληθεία 

όταν ή τΰχη βοηθή και ή τΰχη εν τώ άμα ! 

Ό άνθρωπος ί'ψώνεται χωρίς κανένα πράγμα. 

Και δταν εκτιμήσουν τάς ήλιακάς γνώσεις του συγγραφέως 

και τιμήσουν τότε και την άξιομεγαλοπρεπή τρισέβαστον 

Γαλλίαν, ηλιακά ΰψ<ί>νεται τή άληθεία. 

Δυσθεώρητος Γαλλία με άειθαλία 

ξιφι γκαλέρ τή άληθεία 

μεγάλα, ρεΰ, άειθαλία. 

«Αφιερώνεται δε εις το ύψηλόν όνομα της Κορώνας 
τής πολυτίμου Γαλλίας, και ως αξία τών σοφών ανδρών 
της παιδάας». 



40 



Ιδού και ή αρχή του 'Κλιακοϋ προλόγου, δια νά 
λάβουν ιδέαν οι άναγνώσται και περί του πεζού ύφους του 
συγγραφέως. 

«Πρόλογος έπιταφικοΰ λερμπαλέρ και ηλιακού λόγου 
της πολυτίμου άνακομίσεως από την *Αγίαν Έλένην εις 
Παρίσιον, υψηλού ώς ηλιακού λειψάνου ανδρός μεγί- 
στου αυξάνουν, δια της μεγίστου διπλωματικοπολιτικής. 
του και άξιοαυτοκρατορικής άξιάστου φυσικής του, κα- 
θώς άπεδείχθηκε και εινε αποδειγμένος άνδρας υψη- 
λού και ηλιακού βήματος βημάτων, το πολύτιμόν του 
δνομα ήτο και είνε μεγίστου αθανασίας, ήτο άνδρας 
άειθαλίας ό πολύτιμος Άναπολέων, ξιφιλ μαλέρ έπ' αλη- 
θείας». 

Ιδού τώρα και μία συναγωγή εκ του ^Εττιταφικον 
Ποιήματος : 

«Επειδή καθώς τρέχει με όρμήν 

*0 χείμαρρος της θαλάσσης και ό ποταμός του Δουνάβεως, 
*Έτσι και ό νους ενός μεγίστου ανδρός, ό νους του ό λαμπρός, 
Γ Όπου τάς μεγάλας καΐ ήλιακάς σκέψεις τών γ νοήσεων με- 

[γάλου νοός» 
Ενός άρίττου ανδρός καθώς ό αδάμαντας Άναπολέων 
Κόπτεται ό ΰπνος του και το φαγί 
Κ' έτσι δεν εΤνε ίδιον του καθενός ηλιακά νά θεωρη 
3 Εάν ή φύσις δεν τον διορη... 
Και ιδού ή Ρόδος, ρεΰ, και το πήδημα, άρε. 
"Ο εστί διά νά εινε τοιούτου ύψη?.ού και ηλιακού μεγίστου 
Του νοός γν<ύσεο:>ς και κρίσεως 
Ό άοίδιμος Μποναπάρτης 
Δεν έκάθητο ποτέ εις τήν τράπεζαν ούτε τρία κάρτα. 



41 

Τοιούτες χάρες υψηλές, εΐχεν δ άοίδιμος καθώς το λες, 

Λαμπρές Στολές 
Λερμπαλέρ πιάστε την ταμπακιέρα του που έπινε ταμπάκο 
Να φα^τασθήτε και σεις της δόξης το άκρατο. 
Και οποίος δεν γνωρίζει το ΰνομα Αδάμαντος Ναπολέοντος 

Δεν γνωρίζει τίποτε λέγοντος. 
Πλην ας εΐνε αμαρτία, εις τον οποίον οϊα 
Όπου έχασε το μέγα πνεύμα 

και ήδίκησε και την Περατρίτζα την μητέρα του νεύμα 
όπου της έκαμε και της ήλθεν εμετός αίμα... 
Λελαλεΰ, ήτο άνδρας Μιλτιάδων, ήρως των μυριάδων 
Ξιφίλ μαλέρ, ο πολύτιμος Άναπολέω, δεν απέθανε, σας λέω 
Λελαλευ, με ό'λας τάς δάφνας, Γαλλία, σε είχε στεφανωμένη• 
'Αφιλμαλέρ, με όλας τάς τιμάς σε αξίωσε 
υπέρ του κολοφώντος σε ύψωσε. 
Έν άκαρεΐ, εν άκαρεΐ μέ πολύτιμους γνώσεις του ό μακάρι... 

Ιδού και μία περικοπή εκ του ποιήματος : <Ή Ελλάς 
αζρός την τρισέβαατον καΐ ήγαπημένην της ά$ιΰ*αλοϋς 
άει&αλίας πολυτίμου Γαλλίας. 

«Ζήτω ή λαμπρά Γαλλία, 

Φιλμαλέρ της Ελλάδος θεραπεία 

ΆμφιφΙλ φΐφίλ μαλέρ, εΐνε της λαμπρας Γαλλίας 

ή φιλάνθρωπος άειθαλία. 

Και προς συμπλήρωσιν ιδοΰ καί τίνες φράσεις έμμετροι, 
πλήρεις σκότους και μυστηρίου εκ του ποιήματος προς «τον 
Γενεράλην Φαβιέ» : 

«Λερμπαλέρ, ζήτω, ζήτω ό μεγάλου νοός καί δίκαιος άνδρας, 
και εκείνοι πλέκουσι καί τα περιπλέκουσι, 
"Ας γνωρίζουν καλλίτερα εκείνα όπου τους πρέπουν. 
Τους φέρουν καί τιμήν 



42 

Και έχουν και την δόξαν από τον ποιμένα των ποιμένων, 
οπού εΐνε ανώτερος των ανωτέρων, δια δλων των ημετέρων. 
Και πρέπει να «θεοορώμεν την αρχήν να βλέπωμεν το τέλος. 
Ει δ' άλλέως Ραμφήν καΐ Ραμφί, ράμφι. 
Το λέγει και ή γραφή άμφι. 

Λελαλεΰ, καΐ δεν εΐνε εις τήν θέλησίν του ή εΐςθέλησίν μου 

γιατί σήμερα κρατώ 

αλλ 3 εινε εις τήν θέλησιν τοΰ άορατώ. 

Λερμπαλέρ, πάντων καΐ αοράτων 

άνω λοιπόν και κάτω. 

Ήνεμή, ήμινιάμ, είδα εγώ τήν Μυριάμ. 

Πλην γνωρίζω το εν τριά, Λερμπαλέρ, 

και το πνευμά μου δεν δείλια. 

Έκαστος δύναται νάφαντασθή ποίαν έντΰπωσιν επρο- 
ξένουν απαγγελλόμενα τα Θαυμαστά ταΰταεπη, τα γριφώδη 
και δυσεξήγητα, των όποιων μόνον ό Ρομφαϊος ποιητής 
έγίνωσκε τήν ΰψηλήν εννοιαν άλαζών προς πάσαν παρατή- 
ρησιν ή έπίκρισιν. Διότι είνε γνωστή ή επιγραμματική 
άπάντησις τήν οποίαν απηύθυνε προς κάποιον -θελήσαντα 
να τον σκώψη : 

"Οταν ή γκαμήλα φορέση λαχούρι, 
και έγγαστρωθή γαϊδούρι, 
και γέννηση μελανούρι.... 
για 'δές μοΰρη ! 

Μετά τήν άκτινοβολίαν ταΰτην των αδαμάντων και 
μαργαριτών της Λερμπαλερικής ήλιοκανδηλικής ποιήσεως 
πάσα άλλη λάμψις ώχρια και πάς λόγος περιττεύει. 

"Ισως έπεξετάθην υπέρ το δέον άλλ' ηθέλησα δια τών 
περικοπών τούτων καΐ τών παραδειγμάτων να παραστήσω 



43 

εις υμάς έναργέστερον εν μέσω τίνων λαμπηδόνων φαιδρό- 
τητος διήνυσε το στάδιόν του δ ημέτερος φιλόγελως σύλλο- 
γος. Δυστυχώς εις το στάδιον τοΰτο επήλθε το τέρμα κατά 
τον μοιραΐον νόμον, επειδή, εξαιρουμένων πραγμάτων τι- 
νών προνομιούχων, δια τα όποια δεν υπάρχει τέλος, δπως 
εΐνε το γλωσσικόν ζήτημα, ή εκποίησις τών Βασιλικών 
Στάβλων, ή ΐδρυσις του εθνικού θεάτρου και μερικά άλλα, 
δλα τά άλλα πράγματα εις τον φθαρτόν και μάταιον τούτον 
κόσμον εΐνε προωρισμένα ήμέραν τινά νά λήξουν. Κα! 
εις τον εΰθυμον ημών δμιλον ό χρόνος, ό κόρος, ή εκ της 
ηλικίας σοβαρότης, ή τραχΰτης του βιοτικοί) αγώνος, επέ- 
φεραν βαθμηδόν την διάσπασιν και την προσήλωσιν προς 
άλλα πεζότερα, φευ, και ανιαρότερα. Έπειτα ήλ^εν ό θά- 
νατος, ό μέγας συντελεστής τών μετατροπών τών άνθρω- 
πίνων πραγμάτων, ό θάνατος ό λαβών την μερίδα του λέ- 
οντος εκ της ευαρίθμου ημών ομάδος και άφαρπάσας εκ 
τών πρώτων ένα τών πρωταγωνιστών αυτής, τον ταλαί- 
πωρον Κόκκον, τόσον τραγικώς δολοφονηθέντα εις το πε- 
ζοδρόμων της όδοΰ Σταδίου προ δεκαπενταετίας. Έκτατε 
ό επί ψιλώ μόνον ονόματι υπάρχων κατά τά τελευταία έτη 
σύλλογος έπαυσεν οριστικώς λειτουργών. 

Δεν τολμώ νά συνηγορήσω σήμερον υπέρ της ανα- 
συστάσεως αΰτοΰ. Και άν έτι εξουσιοδοτεί το τόλμημα 
τοΰτο εις τάς κλεινάς ταύτας ημέρας τών συνταγματικών 
ελευθεριών ό υπουργός της Δικαιοσύνης, και άν το ήνεί- 
χετο το εντιμον δικαστικόν σώμα, ίσως δέν θά το έπέτρε- 
πον οι καιροί, οΐτινες μεταβάλλονται καΐ μεταβαλλόμεθα 
και ημείς συν αΰτοΐς, κατά το παλαιόν γνωμικόν. 

"Αλλα ήθη, άλλαι σκέψεις, άλλαι τάσεις υπερισχύουν 
σήμερον. "Αλλο; ρυθμός διέπει την πνευματικήν ζωήν και 
δ, τι άλλοτε έφαίνετο φαιδρόν και εΰχαρι σήμερον θά έφαί- 
νετο άηθες και θά έπροκάλει την πλήξιν. Δΰναμαι δμως 



44 

νά προτρέψω τους ευτυχείς τους κατέχοντας το άνεκτίμη- 
τον δώρον της νεότητος του σώματος και την θαλερότητα 
της ψυχής νά επιδιώκουν δια τόσων άλλων υπαρχόντων 
θεμιτών και άβλαβων μέσων την άδολον και άβίαστον εΰ- 
θυμίαν, την ζωογόνον τροφόν της φυσικής καΐ ηθικής 
ευεξίας. Δΰναμαι νά απευθύνω προς αυτούς την συμβου- 
λήν καΐ την εύχήν ενός μεγάλου ποιητοΰ, του Βίκτορος 
Ουγκώ : 

Οΐι νοιίδ ςπΘ νδίτε %6 άείβηοΐ, 

ΚίθΖ, ίοΐΐί νΟΠδ 0ΟΓ6δδ£ 6Π0ΟΓ ; 

Κίβζ, οΐιαηΐβζ, δογβζ Γ ^ηίαηΐ, 
δογβζ Ια ίίευτ, δοχβζ Γ αιίΓοΓβ. 

Ναι. Ό γέλως εΐνε πολλαπλώς σοηήριος. Εινε προς 
τοις άλλοις οράρμακον ήρωϊκόν, περισσότερον ήρωϊκόν 
και από τά καταπότια Πίγκ, κατά τής δυσπεψίας. Και 
συμβαίνουν τόσα πράγματα αλλόκοτα και δυσκολοχώνευτα 
εις τον τόπον μας, ώστε μόνον δσοι γνωρίζουν νά γελούν 
ημπορούν νά τά χωνεύουν ακινδύνως. 



45 



ΔΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΠΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ 



Ήτο ακόμη σκότος, οτε άφυπνίσθην κατά την άξιο- 
μνημόνευτον έκείνην πρωΐαν τών Χριστουγέννων. ' Ακόμη 
δεν εισέδυεν εις τον κοιτώνα μας οΰτε ή πλέον αμυδρά 
άκτίς της αυγής από τάς ραγάδας του παράθυρου. 

'Ως τόσον εσηκώθην αμέσως και υπό την έκπνέουσαν 
λάμψιν της κανδήλας έκαμα μίαν φιλάρεσκον έπιθεώρησιν 
της παρατεταγμένης σιμά εις την κλίνην εορτάσιμου ενδυ- 
μασίας μου, έπιδεικνυοΰσης δε ό'λα της τά συστατικά από 
του καινούργιου καπέλλου μέχρι τών καινούργιων υποδη- 
μάτων, με τά όποια είχε φροντίσει νά με έφοδιάση ή φι- 
λόστοργος τών γονέων πρόνοια. Κατόπιν ερριψα βλέμμα 
ερωτικής βουλιμίας εις το επι του τραπεζίου μικρόν χριστό- 
ψωμον, το έπ' ονόματι μου ζυμωθέν από της προτεραίας 
χατ' οίκον με έκλεκτόν άλενρι και με γλυκάνισον, με έπι- 
φάνειαν καλοψημένην και στολισμένην με περισσόν ση- 
σάμι και σταφίδας και καρυδιά και αμύγδαλα. 

Μετ* ολίγον ό συναγερμός εις το σπίτι ήτο γενικός, 
δοθέντος του συνθήματος υπό τών κωδώνων τών ναών. 
Ήτοιμάσθημεν δλοι διά τήν εξοδον, ημείς δε οι μικρότε- 
ροι μετ 9 έκτακτου βοής και τΰρβης και έξεκινήσαμεν υπό 
τάς πρώτας λάμψεις της ήους διά τον ένοριακόν μας ναόν 
τών Αρχαγγέλων, βαδίζοντες με βήμα κουφον και ύπό- 
Λτερον, ήλεκτριζόμενοι εκ τής έξακολουθοΰσης χαρμόσυ- 
νου κωδωνοκρουσίας, ή οποία διεχέετο τρικυμιώδης εις 



46 

τήν γαλήνιον πρωϊνήν άτμόσφαιραν με πανηγυρικήν επι- 
σημότητα. 

Δΰναμαι να βεβαιώσω δτι εγώ έσπευδα περισσότερον 
των άλλων, επειγόμενος οχι τόσον χάριν της μεγαλοπρε- 
πούς τελετής της μεγάλης θρησκευτικής εορτής, όσον 
χάριν σημαντικού γεγονότος, το δποΐον μ' ενδιέφερεν ατο- 
μικώς, και το όποιον έμελλε να λάβη χώραν την ιδίαν 
εκείνη ν ήμέραν. 

Ήμην καΐ εγώ εκ των διακονοΰντων εις τον ναόν 
της ενορίας μας μετ 3 άλλων όμηλίκων μου παιδιών, χαί- 
ρουν μάλιστα και μερικά εξαιρετικά προνόμια, διότι ο πα- 
τήρ μου εξήσκει από ετών μετά πολλού ίεροΰ ζήλου αυ- 
τόθι τά καθήκοντα του επιτρόπου. Εΐσηρχόμην ακώλυ- 
τος εις το ιερόν βήμα, έφρόντιζα διά την συντήρησιν της; 
πυράς του θυμιατηρίου, δια την κοπήν τών τεμαχίων 
του αντίδωρου. Έφόρουν τον λευκόν χιτώνα κρατών τά 
μανουάλιον κατά την μικράν καΐ τήν μεγάλην εΐσοδον, άν- 
τεφώνουν καΐ το «Κΰριε ελέησον». Κάποτε άπήγγελλα και 
το «Πάτερ ημών», αλλά μόνον αυτό* διότι επι του «Πι- 
στεύω» εχαιρεν αναφαίρετα δικαιώματα, από μακρού κε- 
κτημένα, ό ευσεβής γηραιός ενορίτης, παλαιός ναυτικός 
και τακτικώς παρευρισκόμενος εις 3^ας τάς ακολουθίας, 
όστις καταλαμβάνων κυριαρχικώς το στασίδιον παρά τον 
δεξιόν ψάλτην άπήγγελλε με κατάνυξιν κατά τήν λειτουρ- 
γίαν το Σΰμβολον της πίστεως. Άλλ 3 ό διακαής μου πό- 
θος, ή μεγάλη μου φιλοδοξία, ήτις έγεννήθη εις τήν ψυ- 
χήν μου ιδίως αφ 9 ότου έμαθα ν' άναγινώσκω απταίστως, 
ήτο ν' απαγγέλλω και τον Άπόστολον, και μάλιστα 
εν ημέρα μεγάλης εορτής. 

Ή εκπλήροοσις όμως του πόθου τούτου δεν ήτο και 
πολύ εύκολος. ΈπΙ τής αναγνώσεως του 3 Αποστόλου εΐχε 
πάλιν δικαίωμα άνεγνωρισμένον ό Γρηγόρης. "Ήτο αυτός 



47 

κατά τίνα έτη πρεσβύτερος μου, ένεκα δε της γειτνιάσεως 
της κατοικίας του με τον ναό ν, και προ πάντων ένεκα της 
συγγενείας του με ένα των δυο εφημερίων, παρά τω όποίω 
είχε τρόπον τινά καΐ θέσιν υποτακτικού, έξετέλει δλα τα 
κυριώτερα καθήκοντα της εν τω ναώ διακονίας. Αυτός 
εϊργάζετο περί την διακόσμησιν κατά τάς ημέρας των εορ- 
τών αυτός ήτο ό επόπτης της κωδωνοκρουσίας, αυτός προ- 
ΐστατο εις την έσωτερικήν ύπηρεσίαν του ΐεροΰ, έφρόντιζε 
δια το ζέον, έκοπτε τα τεμάχια των προσφορών δια το 
άντίδωρον, φιλοδωρών κρυφίως με μερικάς φέτας και κα- 
νένα εκάστοτε εΰνοοΰμενόν του, αυτός συνώδευε τον ιερέα 
εις τάς κατ* οΐκον τελετάς* αυτός ήτο και νεωκόρος και ανα- 
γνώστης και ψάλτης εν ανάγκη εις μερικάς περιστάσεις, το 
δεξί χέρι του γεροντότερου τών εφημερίων, το στοιχειό της 
εκκλησίας. Πώς θά παρενέβαινον λοιπόν αυθαιρέτως εις εν 
τών καθηκόντων της πολλαπλής του δικαιοδοσίας ; 



Έν τούτοις άνεκοίνωσα την φιλόδοξον έπιθυμίαν μου 
εις τον γεννήτορα, και τόσον θερμώς τον ίκέτευσα, με τό- 
σην εΰγλωττίαν επεκαλέσθην την παρέμβασίν του, ώστε τον 
έπεισα νά καθυποβάλη το αίτημα μου εις τον έφημέριον > 
δστις πάλιν, χαριζόμενο^εϊς τον πατέρα μου, το απεδέχθη • 
3 Αφοΰ δε μου άνηγγέλθη ή έγκρισις, περιχαρής και μετά 
ζήλου κατέγινα εις την έκμάθησιν του κειμένου, τό οποίον 
εΐνε, ως γνωστόν, περικοπή εκ της προς Γαλατάς επιστο- 
λής του Παύλου, την οποίαν έμελλα ν* αναγνώσω κατά 
την έπικειμένην εορτήν τών Χριστουγέννων. Τόσον πολύ 
μάλιστα ήσχολήθην εις την μελέτην αΰτοΰ του ΐεροΰ χω- 
ρίου, ώστε ηθέλησα νά εμβαθύνω και εις τό νόημα αΰτοΰ 
παρά την άτέλειαν τών γνοοσεών μου. 'Όθεν έτόλμησα νά 



48 

ερωτήσω τον έφημέριον τι έσήμαινεν ή εις το χωρίον περι- 
εχόμενη φράπς: « 3 Αββά ό πατήρ», την οποίαν, κατά τον 
'Απόστολον, εκραξεν εις τάς καρδίας το παρά του Θεοΰ εξα- 
ποσταλέν πνεύμα του υ ίου. Άλλ 3 ό αγαθός καΐ απλοϊκός 
παπά Κωσταντής, δστις δεν ήτο πολύ εντριβής εις τα θεολο- 
γικά ζητήματα, απέφυγε τον σκόπελον της έξηγήσεως επι- 
τιμήσας με καΐ λέγων δτι «αυτά είνε πράγματα θρησκευ- 
τικά πού δεν καταλαβαίνεις, και νά μην ανακατεύεσαι». 
Επειδή δε έκτοτε δεν ηύτύχησα νά ενδιατρίψω εις μελετάς 
θεολογικάς, ομολογώ μετά συντριβής δτι και σήμερον 
ακόμη μου διαφεύγει ή έννοια της φράσεως, ήτις εκίνησε 
την παιδική ν μου περιέργειαν. 

Είχε μόλις αρχίσει ή ακολουθία του όρθρου δτε εισ- 
ήλθομεν εϊς τον ναόν. Εύωδίαζον αί πλαισιώνου^αι τάς 
εικόνας και διεσκορπισμέναι επί του εδάφους δάφναι και 
μυρσίναι* εξήστραπτεν ή φωτοχυσία των κανδηλών και των 
λαμπάδων* διεχέετο άδρόν το άρωμα του λιβάνου* εφεγ- 
γοβόλουν τά πρίσματα της ίριδος εις τους ρόμβους των 
κρυστάλλινων πολυελαίων, από τους οποίους εκρέμαντο οι 
εκ ναστοχάρτου άγγελοι με τάς εξαρτωμένας εξ αυτών 
τρεμούλες εξ επίχρυσου χαρτιού. Ό ναός επληρούτο όλο- 
νέν υπό τών συρρεόντων πιστών, πάντων φερόντων την 
εορτάσιμο ν περιβολήν' καθείς δε εισερχόμενος ήσπάζετο 
εύλαβώς την εστημένην εΐς το μέσον του ναού εικόνα της 
Γεννήσεως, ή όποια με δλην την ευσεβή άπειροτεχνίαν 
της παλαιάς αγιογραφίας παριστά το μέγα μυστήριον 
της Βηθλεέμ, το σπήλαιον, το όποιον έφαίνετο ωσάν νά 
ήτο κατεσκευασμένονάπό φαιόνστυππόχαρτον, τά ποίμνια, 
τών άγραυλούντων ποιμένων όπου εστεκον τρόπον τινά 
μετέωρα, και ενα αστέρα τών Μάγων κρεμασμένον εις το 
κενόν με ούράν κομήτου ως χάρτινον άετόν. Και μετά 
τον άσπασμόν της εικόνος ό καθείς ελάμβανε θέσιν εις τά 



49 

στασίδια ή εις τον ύπολειπόμενον ακόμη ελάχιστον κενόν 
χώρον. Ό γυναικωνίτης έβριθε γυναικών, ενώ πολλαί 
κυρίαι της διακεκριμένης κοινωνικής και μερικαι γη^αιαι 
άρχόντισσαι με το παλαιόν λευκόν φακιόλιον περί Γγν πο- 
ιάν κεφαλήν, ενωρίς καταλιπουσαι την εΰνήν χάριν της 
επισήμου εορτής, συνωθοΰντο προνομιακώς παρά τον 
νάρθηκα. Και οι ψάλται έτόνιζον ήδη με διάθεσιν μέγα- 
λειτέραν του συνήθους τους ιερούς αίνους καΐ τα μεγα- 
λυνάρια τα εξυμνουντα το ύπερφυές θαύμα της ένσαρκώ- 
σεως του Λόγου. 

Μετ 5 αυξούσης συγκινήσεως παρηκολοΰθησα την προ- 
οδον της ακολουθίας του όρθρου* ή καρδία μου ήρχισε τή 
πάλλη σφοδρότερον δτε τον δρθρον διεδέχθη ή λειτουργία. 
Έν τούτοις μ' ένεκαρδίωνεν ή φιλάρεσκος σκέψις του μέλ- 
λοντος θριάμβου μου. Έσυλλογιζόμην κενοδοξών την έν- 
τΰπωσιν την οποίαν θά παρήγεν εϊς το εκκλησίασμα δ 
ρυθμικός και εμμελής τόνος της απαγγελίας μου, εις τον 
οποίον εΐχον άσκηθή επί .ημέρας, την εκπληξιν των πάρε- 
στώτων δια το θάρρος μου, την πατρικήν ΰπερηφάνειαν, 
τον φθόνον των φίλων καΐ των δμηλίκων μου, τήν ταπεί- 
νωσιν του ύπερόπτου Γρηγόρη. 'Ότε δε ήλθεν ή κρίσιμος 
στιγμή, καταστέλλων τήν συνέχουσάν με ταραχήν, προχώ- 
ρησα με βήμα άποφασιστικόν καΐ λαβών από του αναλο- 
γίου του ψάλτου τον Άπόστολον — εν βιβλίον εκ των εκ- 
δόσεων τής Βενετίας, με μαΰρον δέσιμον καΐ με κοκκινο- 
βαφή τα κράσπεδα τών φύλλων — έστάθην εις το μέ- 
σον του ναού, ήνοιξα τήν εκ τών προτέρων ση- 
μειωμένην σελίδα και ήρχισα τήν άνάγνωσιν. 

Με φωνήν τρομώδη όπωσουν εκ τής συγκινήσεως, αλλ* 
εΰδιάκριτον, κάπως στρηνή δέ, επειδή έπροσπάθουν νά 
εντείνω αυτήν υπέρ τάς δυνάμεις τών φωνητι- 
κών μου οργάνων, έξεφώνητα το προκείμενον με τάς 

4 



πομπώδεις και βαρυήχους προστακτικάς του : 

«Πάσα ή γη προσκυνησάτωσάν οόι και ψαλάτωσάν σοι. 

» 3 Αλαλάξατε τφ Κυρίω πάσα ή γη». 

Και δ αγαθός ιεροδιάκονος Γιάννα;, όστις ήτο ο δεξι- 
ός ψάλτης, ένταυτώ δε καΐ κουμπάρος μας, δια να μ 3 εν- 
θαρρύνη, συνώδευσε δια της ωραίας βαρυτόνου φωνής του 
με μίαν άρμονικήν και παρατεταμένην ύπήχησιν τους τε- 
λευταίους μουσικούς φθόγγους της απαγγελίας μου, καχ 
το σύστημα της εν χρήσει εις τον τόπον μας ιεροψαλτικής. 
Άπό δε της "Ωραίας Πύλης ό ιερουργών λευκογένειος πα- 
πά-Κωσταντής, απαστράπτων άπό τα περίχρυσα άμφια, 
τα όποια περιεβάλλετο κατά τάς μεγάλας θρησκευτικάς 
εορτάς, μου απηύθυνε καλοκάγαθον έπιδοκιμαστικόν μειδί- 
αμα. 

Μετά την έκφώνησιν του τίτλου: «Προς Γαλατάς επι- 
στολής Παύλου το ανάγνωσμα» και μετά το «Πρόσχωμεν», Γ 
επροχώρησα ευθαρσώς εις την άνάγνωσιν του κειμένου 
και άπήγγειλα με φωνήν εύσταθεστέραν τάς πρωτας φρά- 
σεις: «Αδελφοί, δτε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου...», αλλ* 
εκεί διά μιας έσταμάτησα. Ό στίχος συνεπληρουτο διά τρι- 
ών ή τεσσάρων λέξεων ακόμη, αλλ 9 ήτο ό τελευταίος της 
σελιδος και έπρεπε νά γυρίσω φύλλον, δ'τε δμως έδοκίμασα 
νά στρέψω την σελίδα, είδα ότι τοΰτο ήτο αδύνατον, διότι 
αυτή ήτο στερρώς συγκολλημένη μετά της επομένης. Έκ 
της αφής εννόησα ότι ή κόλλησις είχε γίνει διά κηροΰ τον 
όποιον είχε σταλάξει χειρ κακόβουλος επίτηδες καΐ ουχί εκ 
συμπτώσεως, άφοΰ κατά την προτεραίαν ακόμη αί σελίδες 
ήσαν άθικτοι και χωρισμέναι, ουδεμία δ' εν τω μεταξύ εί- 
χε γίνει χρήσις του ιερού βιβλίου. Οι οφθαλμοί μου έσκο- 
τίσθησαν' ζάλη και ίλιγγος με κατέλαβε* το πρόσωπον μου 
έκοκκίνισεν ως φλεγόμενος άνθραξ και ή φωνή μου διε- 
κόπη. Έψέλλισα μίαν ή δυο ακόμη λέξεις άναρθρους και 



51 



ακατάληπτους, αλλά δεν ήδυνήθην να προχωρήσω περαιτέ- 
ρω. Έγνώριζα μεν εκ στήθους όλόκληρον το κείμενον 
έως τέλους" αλλ 3 είχα τόσον ταραχθη, ώστε έσυγχΰσθη ή 
μνήμη μου και οΰτε μία λέξις πλέον ήρχετο εις τα χείλη μου. 



* 



Το άκροατή^ιον, το οποίον άνέμενεν εν τω μεταξύ ν 9 
άκοΰση έπι τέλους τι συνέβη δτε ήλθε το πλήρωμα του 
χρόνου, αντελήφθη την ταραχήν μου και την άπέδωκεν εις 
την παιδικήν μου συγκίνησιν ώς πρωτόπειρου άναγνώ- 
στου. Μερικά μειδιάματα έπήνθησαν επί των χειλέων των 
παρεστώτων. Περιφερών εν τη αμηχανία μου κΰκλω τά- 
πλανή και φοβισμένα βλέμματα μου είδα τον ειρωνικόν 
οΐκτον ειςτάς μορφάς, είδα την δυσφορίαν του πατρός μου 
και την άνησυχίαν του ιερέως, και ή ταραχή μου ηΰξησεν 
ετι μάλλον. 

Το πάθημα μου ήτο σκληρόν* αντί του όνειροπολουμέ- 
νου θριάμβου, με άνέμενεν ή καταισχύνη. Ήσθανόμην 
δτι με περιέβαλλε το όνειδος και ο εμπαιγμός. Έ νόμιζα δτι 
και αύτοι οι άγιοι άπό του εικονοστασίου με επετίμων δια 
την άστοχίαν μου. Μου έφαίνετο δτι δ Χριστός άπό του 
θρόνου του μ* έκΰτταζε βλοσυρώς* δτι ή Θεοτόκος άπέ- 
στρεφεν απ* εμού το οΐκτίρμον βλέμμα* δτι ο Πρόδρομος 
με την μηλωτήν του μου έστρεφε περιφρονητικώς τα νώ- 
τα* δτι ό αρχάγγελος Μιχαήλ άνύψωνεν άπειλητικώς εναν- 
τίον μου την ρομφαίαν του. Οι πόδες μου έκλονίζοντο, δτε 
-ο ψάλτης διάκονος, δια να προλάβη την περαιτέρω χασμω- 
δίαν, έσπευσε να με πλησίαση και ν" άρπάση το βιβλίον ά- 
πό τάς χείρας μου. Άπεπειράθη τότε και αυτός να στρέψη 
δια τών δάκτυλων την σελίδα, άλλ 3 ΐδών το μάταιον τών 
προσπαθειών του, έπεκαλέσθη την μνήμην του, ήτις 



52 

του έφάνη πιστότερα, και έξηκολοΰθησεν από στήθους 
την άνάγνωσιν της περικοπής, ενώ εγώ άφήσας τελευταιον 
λυγμόν άπεσΰρθην παρά το στασίδιον του πατρός μου, 
οιονεί ζητών την προστασίαν του και τήν έπιείκειάν του, 
φοβισμένος, συντετριμμένος, κατησχυμμένος. 

Άλλ 9 δτε μετά τινας στιγμάς ετόλμησα να εγείρω τους 
οφθαλμούς, είδα δια της αντίκρυ μου κείμενης ανοικτής 
θΰρας του ίεροΰ βήματος μιαν μορφήν, ήτις μ' έβλεπε 
σαρκαστικώς με μειδίμα χαιρέκακου θριάμβου. 

*Ήτο ο Γρηγόρης! 

Ό Ίάγος, ό Μεφιστοφελής δεν θα έγέλων κατά τρόπον 
άπηνέστερον, σατανικώτερον. Έβεβαιώθην εξ αΰτου άδιστά- 
κτως ποιος ήτο ό εργάτης του τεχνάσματος, το όποιον 
επροκάλεσε την άποτυχίαν μου: Ή οργή καΐ ή άγανάκτη- 
σις έκόχλασαν εις τά παιδικά μου στήθη και μου ήλθε προς 
στιγμήν ή επιθυμία νά ορμήσω εις το ιερόν και νά λΰσω 
εκεί αμέσως δια γρονθοκοπημάτων την μετά του εχθρού 
μου διαφοράν. 

Άλλα κατ* έκείνηντήν στιγμήν άνεγινώσκετο το Εύαγ- 
γέλιον της Γεννήσεως και άπηγγέλλετο ακριβώς μετά κατα- 
νΰξεως υπό τών χειλέων του ιερέως ή αγγελική φράσις : 
«Δόξα εν ΰψίστοις Θεώ και επι γής ειρήνη, εν άνθρώποις 
ευδοκία». Έθεώρησα άσεβες νά διαταράξω την ειρήνη ν 
εντός του τεμένους, δπου έδαξάζετο το θείον βρέφος τής 
Βηθλεέμ, και ανέβαλα τήν μάχιμον δρεξιν δι 9 άλλον εύθ ε - 
τώτερον χρόνον, περιορισθείς κατά το παρόν εις τήν δρεξιν 
με τήν οποίαν θά έτρωγα, δπως παρηγορηθώ δια το ατύ- 
χημα μου, το δρεκτικόν χριστόψωμον και τον καλοψημέ- 
, κοΰρκον, δστις μας ανέμενε κατά το οίκιακόν μας γεΰμα. 



53 



Ο ΣΠΟΥΡΙΤΗΣ 

(*Εντν«ώ<$εις των ήηεοών του αποκλειόταν) 



Έάν είχα το χάρισμα να γνωρίζω την γλώσσαν των 
πτηνών δπως δ Πεισθέταιρος εκείνος και δ Εΰελπίδης, οι 
δυο ήρωες των «Όρνίθων» του 3 Αριστοφάνους, θα ημπο- 
ρούσα να εξηγήσω τί λέγει δ φλύαρος σπουργίτης, δ δποΐος 
από το πρωΐ τιτυβίζει επάνω εις την στέγην του γειτονι- 
κού σπιτιού. 'Λλλά την έξήγησιν ανευρίσκω εις την σκέ- 
ψιν μου, μίαν έξήγησιν της δποίας ή πιθανότης προσεγ- 
γίζει εις την βεβαιότητα. 

Θά ηκουσε βεβαίοος δ μικροσκοπικός αυτός σΰνοικος 
των ανθρώπων τους γΰους καΐ τους καπετοΰς, δπού έξε- 
χύνοντο από κάθε αύλήν, από κάθε θύραν και παράθυρον 
της πυκνοκατοικημένης συνοικίας, δταν ήλθεν ή μοιραία 
ώρα της εκτελέσεως της συνταγής των είκοσι (αριθ. 20) 
δραμιών γαλέτας δια κάθε άτομον. Θά ηκουσε τον όρυ- 
μαγδόν του πλήθους, του συνωστιζομένου προ τ?ς εισό- 
δου του άντικρυνοΰ φούρνου και τάς θηριώδεις διαμαρ- 
τυρίας τάς εξερχομένας από τα έγκατα στομάχων αφηνια- 
σμένων. Θά έξαφνίσθη από τους κρότους του σφυριού, 
του θραύοντος τον γαλετένιον γροινίτην επάνω εις τον 
πάγκον του φούρναρη, με κτυπήματα πένθιμα, δπως τά 
προερχόμενα από σκαπάνην νεκροθάπτου. Θά εινε 
δάκρυα νηπίοον και τρεμοΰλισμα αδυνατισμένων γε- 



54 

ροντικών γοτάτων. Κα! δ μικρός κατεργάρης, δστις με 
τήν έξυπνάδαν του γένους του, του έξκοιειωμένου επί τό- 
σους αιώνας με τα ηθη και την γλώσσαν των ανθρώπων, 
την εναρθρον και την αφωνον, θά έκατάλαβε την τραγω- 
δίαν όπου συνέβαινε πέριξ του, και εΐμαι βέβαιος δτι το 
τερέτισμα του εκείνο το συνεχές και ηχηρό ν ήτο ένα εμπαι- 
κτικόν έλεεινολόγημα προς τους ανθρώπους και την αθλι- 
ότητα των, ήτο μία εκρηξις της χαιρεκακίας, το όποιον 
υπάρχει μέσα εις την φΰσιν όλων ανεξαιρέτως των επί γης 
δντων, από της άχόλου περιστεράς, μέχρι των κριτικών 
τών θεατρικών έργων. 

Χωρίς άλλο εις τους φθόγγους του μικροί) πτηνού άν- 
τεπροσωπεΰειο ή φλογερά ρητορική του Χρυσοστόμου και 
αΐ σκληραί άποστροφαί του προς τον Εΰτρόπιον, περί της 
ματαιότητος τών ανθρωπίνων μεγαλείων. Χωρίς άλλο Θα 
υπάρχουν εις αυτήν οι πένθιμοι συλλογισμοί του β Αμλέτου, 
μονολογουντος προ του κρονίου του γελωτοποιού Ύόρικ. 
Και νομίζω δτι διακρίνω μαζί μέ δλα αυτά τον φαρμακε- 
ρόν συριγμόν του προλεταρίου κατά του κεφαλαιούχου. 
'Έτσι λοιπόν ! ο άνθρωπος ό πλούσιος, ο λαίμαργος, ό 
σπάταλος, ό λεηλατών το ζωϊκόν και το φυσικόν βασίλειον 
διά την γαστέρα του, ό χΰνων τά υπολείμματα της χύ- 
τρας του εις τά σκουπίδια του δρόμου, στερείται, πείνα, 
αδημονεί ! "Α ! καλά νά πάθη. 



Αυτός ό πτερωτός αλήτης δεν φοβείται νά περιέλθη 
ποτέ εις παρομοίαν ανάγκην. Ό πράος Ναζωραΐος το 
εΐπεν εις την διδασκαλίαν του : Τά πτηνά του ουρανού 
οΰτε σπείρουν, οΰτε θερίζουν, οΰτε συνάζουν εις τάς άπο- 
θήκας. Και εάν βυθισθούν δλα τά σιτοφόρα σκάφη του 



55 

κόσμου, και αν σαστισμένα από τα υποβρύχια τάτμόπλοια, 
όπως ό περιβόητος « 3 Αθανάσιος», πάθουν από άζαξί 
λοκομοτρίς και περιπλανώνται εις τα τέσσαρα σημεία 
της Μεσογείου, και αν αί επτά ισχνά! αγελάδες του ονεί- 
ρου του Φαραώ πολιτογραφηθούν και εγκατασταθούν μο- 
νίμως παρά τον Ίλισόν, ό σπουργίτης δεν έχει νά φόβο- 
θη την σιτοδείαν. 

"Ενας κόκκος σίτου θά εύρεθΡ] πάντοτε δι 3 αυτόν 
εις τον δρόμον, διά νά τον πάρη χωρίς δελτίον' θά 
του λάχη ενα ψίχουλον, ένα εντομον, ώιτε νά μη καταν- 
τήση εις την ανάγκην νά καταφυγή εις το κατασκεύ- 
ασμα της χαρουπόπηττας, το προεχόμενον κατ' ευθείαν 
από το φαρμακευτικόν ?ργοστάσιον της Λοκουστας. 

'Όσο μεγάλη και αν πέση ή βροχή, λέγει κάποιος ινδός 
παρίας εις ενα φιλοσοφικόν διήγημα του Βερναρδίνου 
Σαιμπιέρ, το πουλάκι ενα μόνον σταλαγμόν λαμβάνει. Αυ- 
τήν την στάλαν ό σπουργίτης την ευρίσκει εις το ρεϊθρον 
του πεζοδρομίου πάντοτε, δταν ή γλώσσα των Αθηναίων 
γίνεται άπο την δίψαν αιχμηρότερα και από αυτάτά επίση- 
μα ανακοινωθέντα του υπουργείου των Εξωτερικών. °Ένα 
ποτηράκι νεροΰ, έστω και ακαθάρτου, θά εξαρκέση διά την 
πόσιν του, εφ 3 δλον το χρονικόν διάστημα τών αιώνων, το 
όποιον απαιτείται διά την πραγματοποίησιν τών υδραυλικών 
οπτασιών του Δήμου 3 Αθηναίων. Άφ' ετέρου δε ή φύσις 
τον επροίκισε με το πτέρωμά του, χωρ!ς νά εχη καμμίαν 
ανάγκην νά καταφεΰγη εις τους εμπορορράπτας τών Α- 
θηνών και νά καλΰπτη με έκατοστάρικα την επιφάνειαν 
τών πήχεων του υφάσματος οπού απαιτείται διά την κατα- 
σκευήν μιας ενδυμασίας. 



56 



Τοιουτοτοόπως £χων έξησφαλισμένα τα μέσα της συν- 
τηρήσεως του εν γένει, κοιμάται ήσυχος εις την κατοι- 
κίαν του, την οποίαν ημπορεί να έκλέξτ) μεταξύ των 
πλουσιωτέρων Αθηναϊκών μεγάρων, και μάλιστα να την 
μεταφέρη εν ώρα] θέρους, δπως οι βατιλεΐς της Περσίας 
από τα Σούσα εις τα Έκβάτανα, εις το σκιερώτερον δέν- 
δρον του δροσερωτέρου κήπου, χωρίς να φροντίζη κα- 
θόλου δια τάς αξιώσεις τών ιδιοκτητών καΐ δια τα ενοι- 
κιοστάσια. 

Έκεϊ ζή εν ησυχία με την σπουργίταινάν του, ή οποία 
δεν περισπάται από φιλανΟρωπικάς φροντίδας δια τα οικο- 
νομικά συσσίτια και δια την περίθαλψιν τών άπορων, οΰτε 
σκοτίζεται δια το φιγουρίνι της μόδας. Ανατρέφουν δε μα- 
ζί και οι δυο των την νεοσσιάν των, άνευ παρεμβάσεως ξέ- 
νων παιδαγωγών καΐ μετά βραχεΐαν επιμέλεια ν την εξαπο- 
λύουν εις τους τέσσαρα; δρόμους, δηλαδή εις τους τεσσά- 
ρας ανέμους, χωρίς ή πατρική και ή μητρική καρδία των 
να σπαράσσεται από τους φόβους ενδεχομένης έπιστρατεΰ- 
σεως. 

Ή βοή του παγκοσμίου πο?.έμου δεν φθάνει μέ- 
'/ρ 1 τήζ ακοής του. Μένει πραγματικώς ουδέτερος εις 
τάς μεταξύτών ανθρώπων συρράξεις* και αν κά'πο- 
τε περιέλθη εις έριδα με κανένα όμόφυλόν τουδιά λό- 
γους ερωτικούς και συμφεροντολογικούς, ή μονομα- 
χία περιορίζεται εις μερικούς ραμφισμούς και εις άμοιβαΐ- 
ον ξεπουπούλιασμα. Δια τούτο δεν διαβάζει τά τηλεγρα- 
φήματα τών πρακτορείων, ούτε ανησυχεί διά τάς αποφά- 
σεις τών Προέδρο>ν τών Συντεχνιών. *Ή δύναμις του απο- 
κλεισμοί δεν περιορίζει την έλευθερίαν του. Δεν εινε α 



57 

σπουργίτης άποδημητικόν πτηνόν και δεν αρέσκεται εις τα- 
ξείδια" αλλ* αν ποτέ θελήσπ να μετακινηθη, δεν θα ζήτη- 
ση διαβατήριον από την 'Αγγλικήν Πρεσβείαν, οΰτε θα 
φοβηθη τα υποβρύχια, άλλ' οΰτε θα φροντίση καΐ δι' εισι- 
τηριον από το Πρακτορεΐον Κοΰκ. 

Αυτός έχει πτερά! Τα πτερά τα οποία ό ζηλιάρης καΐ 
αχόρταγος άνθρωπος επεθΰμησε να εχη από τους χρό- 
νους του Δαιδάλου. Και κατώρθωσε μεν να τ 3 απόκτηση 
μετά πάροδον χιλιάδων ετών δια της επίμονης και της τέ- 
χνης του* τας τεχνικάς του δμως πτέρυγας δ άνθρωπος 
δεν μετεχειρίσθη διά νά αίρεται, δ'πως οι πτηνοί ταξειδιώ- 
ται του αέρος, υπεράνω της μεμιασμένης γήινης ατμοσφαί- 
ρας και νά εξερευνά τά μυστήρια της φύσεως, αλλά διά νά 
καταστρέφη τά έργα καΐ νά εξολοθρεΰη την ζωήν των ο- 
μοίων του. 



58 



Η ΤΥΦΛΩΣΙΣ 



Μαρτύρομαι κατά του Θεοΰ του ζώντος δτι προς τους 
δυστυχείς τους έστερημένους της δράσεως αισθάνομαι βα- 
θύν οΐκτον. 

Το αίσθημα τοΰτο δεν είναι προσωπικόν, αλλ 3 άν- 
θρώπινον. 'Όταν προσαγορεύοντες προσφιλές τι πρόσωπον 
άποκαλούμεν αυτό «μάτια μου», δ'ταν ομνύοντες ή εξορ- 
κίζοντές τίνα λέγωμεν μετά ζέσεως : «νά χαρώ (ή νά χάρης) 
τά μάτια μου», διασπιστούμεν δια του μάλιστα εύγλωττου 
τρόπου δτι ως το πολυτιμότατον των αγαθών θεωροΰμεν 
τους διδύμους αυτούς φανούς, τους οποίους μας εδώρησεν 
ή Θεία Πρόνοια διά νά διαπλέωμεν το σκοτεινόν πέλα- 
γος του βίου. 

Και ό Θεάνθρωπος, ό συνενών με τον ανθρώπινο ν 
οΐκτον την θείαν εύσπλαχνίαν, εΤνε γνωστόν εκ των Ευ- 
αγγελίων δτι κατά προτίμησιν εκ τών τόσων πολυειδώς 
πασχόντων τους αόμματους ήλέει, και πολλούς εξ αυτών 
έκαμε ν 3 άναβλέψουν. 

Εΐνε δντως αξιοθρήνητος δ κλήρος τών καταδικα- 
σθέντων υπό της απηνούς μοίρας νά μη βλέπουν το φώς, 
το δποΐον εξαποστέλλει με τόσην δαψίλειαν δ Κύριος εκ 
τών ουρανών με τόσην φειδώ οι κύριοι της Ηλεκτρικής 
Εταιρείας. Αποβαίνει δε απέραντος ή άπαρίθμησις 
τών αγαθών, τώνδποίων στερούνται οι δυστυχείς αυτοί. Ή 
μακρότατη κλιμαξ άρχεται από τής άρρητου ηδονής του 



59 

«ρωτος και φθάνει μέχρι της άπολαύσεως του πόκερ, δπου 
χρειάζεται τά εχη κάνεις τουλάχιστον ενα μάτι γερόν, δια 
να ημτεορτί εΐπή εις τον άντίπαλόν του : σ*έ βλέπω. 

Αισθανόμεθα ιδιαιτέραν συμπάθειαν προς τους τυφλούς 
ίσως και εξ όμοιοπαθείας, Διότι δσον άνοικτομάτηδες και 
αν είμεθα, αόριστος τις συναίσθησις μας λέγει ένδομΰχως 
δτι κάποιαν τΰφλωσιν πάσχομεν και ημείς. Ή τΰφλωσις 
αυτή αρχίζει από μέσα από τά σπλάγχνα μας, δπου υπάρχει 
όργανον λεγόμενον τυφλόν, ουκ ολίγας παρέχον εις ημάς 
ενοχλήσεις. Υπάρχει δε και ή τύφλωσις ή μεταφορική, εκ 
της όποιας ουδείς σχεδόν δυστυχώς υπάρχει άπηλλαγμένος. 

Ό περίφημος εκείνος στίχος του Σοφοκλέους, δστις εις 
το Συντακτικόν του Άσωπίου, εις το όποιον έμελετούσα- 
μεν άλλοτε, άπήχει ως παραχεταμένον ζαράμ-ζάμ-τάμ οάλ- 
πιγγος: Τυφλός ζάτ* ώζα ζόντενονν,τάζ' ομμαζ* εΐ, πε- 
ριέχει μίαν ωμολογημένην άλήθειαν. Υπάρχουν τυφλώσεις 
της καρδίας, του νου, των αισθήσεων, δεινότεραι της τυ- 
φλώσεως των ομμάτων, εις τάς οποίας πάντες ύποκείμεθα. 
Ό 'Ιησούς εϊπεν άλλοτε μεταξύ των άλλων θείων του ρη- 
μάτων καΐ το παράδειγμα του κάρφους και του δοκοΰ. Ύ 
πάρχουν δυστυχώς άνθρωποι οϊτινες προσπαθούν ν* απο- 
κτήσουν θέσιν και σημασίαν έπικρίνοντες τάλλότρια, ενώ 
θά ήδύναντο να γίνουν έμποροι ξυλείας με μόνας τάς δο- 
κούς των ιδικών των ομμάτων. 



Βλέπομεν τάχα δλοι τά ελαττώματα μας ; Είμεθα τάχα 
τόσον οξυδερκείς, ώστε νά διακρίνωμεν τους φίλους μας 
και τους εχθρούς μας; Ήμποροΰμεν να καυχηθώμεν δλ<*ι 
δτι μέσα εϊς τον ζοφερόν λαβύρινθον του βίου είμεθα ικα- 
νοί ν' άνεύρωμεν το νήμα, το καθοδηγούν ημάς εις την ευ- 



60 

δοκίμησιν ; Δεν πάσχομεν συχνότατα άμαΰρωσιν και δαλ- 
τωνισμόν περί την Ικτίμησιν της αξίας ; Δεν άποδεικνυό- 
μεθα πολλάκις άσπάλακες πρηκειμένου περί αναγνωρίσεως 
της αληθείας ; Δεν τυφλώνει τόσους και τόσους ό φθόνος 
και το πάθος ; Δεν υπάρχουν τόσοι συμπολΐταί μας, οι ό- 
ποιοι μη βλέποντες τίποτε άλλο παρεκτός του συμφέρον- 
τος των, δεν κατώρθωσαν να ίδοΰν οΰτε αΰτάς τάς κυρίας 
με τα κουτιά κατά το περασμένον Σάββατον του εράνου υ- 
πέρ των απόρων εις τάς οδούς των Αθηνών ; 

"Έπειτα υπάρχουν και λόγοι εθνικοί, πολιτικοί και 
γεωγραφικοί, οΐτινες μας παρακινούν νά συμπαθώμεν προς 
τους τυφλούς. Ή πολιτική μας και ή διπλωματία μας χα- 
ρακτηρίζεται όξυμώροος ώς τυφλώττουσα ακριβώς, δταν 
άξιοι νά εχη βλέψεις. Αί άρχαι αϊ καταδιωκτικά! του 
εγκλήματος άσμενίζουν συχνάκις νά περιοδεύουν εις την... 
Σκωτίαν. Είμεθα δε κάτοικοι πόλεως, ήτις εϊνε μεν ή πρω- 
τεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου και λέγεται Αθήναι, 
αλλά συμβαίνει πολλάκις εν ώρα θέρους και δταν πνέη 
ιδίως άνεμος νά εκλαμβάνεται ώς πόλις της Ρωσικής 
Γεωργίας καΐ νά καλήται Τυφλίς. Δι 3 δλους αύτούςτούς λό- 
γους ίσως έτυχε τόσης διαδόσεως το άσμα τής Δικαιοσύνης 
εκ μιας επιθεωρήσεως, καΐ εις δλας τάς αγυιάς και τσς οδούς 
άκοΰει τις κοιτά πάσαν ώοαν της ημέρας και τής νυκτός 
αδόμενον τον στίχον : 

Κόσμο άκοΰω και κόσμο δεν βλέπω. 

Παραδέχομαι, συμφώνως προς το λόγιον, κατά το όποιον 
εις κάτι πάντοτε χρησιμεύει και ή συμφορά, δτι και ή στέ- 
ρησις τής οράσεως έχει καΐ πλεονεκτήματα, καΐ μάλιστα τό- 
σα, ώστε θά ήδΰνατο παραδοξολόγος τις νά συγγράψη το εγ- 
κίομ ιον τής τυφλοοσεως, όπως ό διάσημος "Ερασμος συνέ- 
γραψε το τής μωρίας. Συμβαίνουν τόσα παράδοξα και αλ- 
λόκοτα εις αυτόν τον κόσμον κατά τον αΐώνά μα- μα- 



61 

λίστα, ώστε το να μη εχη τις όμματα δια να βλέττχ] δεν 
θα ήτο και μέγα δυστύχημα. 'Όταν δε εις την τΰφλω- 
σιν προστεθή και ή κώφωσις, ως ηύχήθη ποτέ δι 9 εαυ- 
τόν ό "Αππιος Κλαύδιος προ της ρωμαϊκής Συγκλ,ήτου, 
τότε ή πάθησις συνορεύει με την εΰτυχίαν. Ό θνητός 
άπομονοΰται εντός νιρβάνα τινός μακάριας μονώσεως, 
άπηλλαγμένος της θέας του θριάμβου της αδικίας, των 
παρελάσεων των Αθηναϊκών άπόκρεων, του αγάλματος 
του Γλάδστωνος, του εξωραϊσμού τών Βασιλικών Στά- 
βλων και του Κήπου του Κλαθμώνος, έξησφαλισμένος από 
της ακροάσεως του βρυχηθμοΰ τών παθών, τών εκλογι- 
κών νικητηρίοον, τών μουσικών συναυλιών εις αί μεί- 
ζον και τών συζητήσεων περί του γλωσσικού ζητήματος. 
Οι σύζυγοι μάλιστα οι προωρισμένοι να γίνουν ανα- 
γνώσματα εφημερίδων, εάν εΐχον το ευτύχημα ν' απο- 
κτήσουν και τάς δυο δμοΰ παθήσεις, της οράσεως και της 
ακοής, θ' άπαλλάσσοντο πολλών ενοχλήσεων. 'Όθεν και 
ό μέγας Μίλτων μετά τον γάμον του ερωτηθείς πώς 
τυφλός αυτός ήδυνήθη να εΰρη σΰζυγον, απήντησε φι- 
λοπαιγμόνως δτι, αν ητο και κωφός ταυτοχρόνως, 'θά ήτο 
ό μάλλον περιζήτητος και ό μάλλον ευτυχισμένος γαμ- 
βρός της Αγγλίας. 

Έν τούτοις μεθ 3 ολα ταΰτα τα πλεονεκτήματα δύσκο- 
λος θά εύρίσκετό τις επιθυμών να Θυσιάσπ χάριν αυτών το 
δώρον της οράσεως. Έγώ τουλάχιστον, μετά τον Οιδίπο- 
δα εξορΰξαντα τους οφθαλμούς του προς έξιλασμόν τών 
ακουσίων του άνοσιουργημάτων, δεν γνωρίζω παρά ένα 
στιχουργόν, δ'στις εξέφρασεν αυτόν τον πόθον. Άλλ' ως 
εκ τών υστέρων έφάνη ό πόθος του οΰτος ήτο μόνον πλα- 
τωνικός. Ό ιδιότροπος διορθωτής της εφημερίδος εις την 
οποίαν εδημοσιεΰθη το ποίημα, άπαντήσας τον στίχον 
Τι μ' ωφελούν τά μάτια μου ; 



62 

και σκανδαλισθείς, έπρόσθεσεν εν υποσημειώσει παραπομ- 
πή ν λέγουσα ν : «Βγάλ'τα!» Και οι άναγνώσται άνεγίνω- 
σκον την επομένη ν μετ 3 εκπλήξεως και ίλαρότητος τον 
στίχον και την παραπομπήν. 3 Αλλ 9 αν το κοινόν έφρα'- 
δρΰνεντο, ό ποιητής έξεμάνη και έσπευσε να μεταβή εις το 
γραφεΐον της εφημερίδος με διαθέσεις αιμοβόρους, τάς 
οποίας ό πτωχός διορθωτής κατοορθωσε να διαφυγή δι 9 
ευφυούς έξηγήσεως. «Είχαν τεθή |ξ απροσεξίας, είπε, δυο 
άγκΰλαι εις το κείμενον μετά τον στίχον, εγώ δ 9 έσημείωσα 
εις το περιθώριον την φράσιν. «βγάλ 9 τα» προς δδηγίαν 
τοΐ5 στοίχε ιοθέτου, αλλ 5 εκείνος εξέλαβε τήν φράσιν ώς 
παραπομπήν και τήν έστοιχειοθέτησεν εν υποσημειώσει». 



Το αληθές εΐνε δτι δλοι θέλομεν να διατηρήσωμεν άκε- 
ραίαν έ'ως τέλους τήν χρήσιν των οργάνων της δράσεως 
δι 3 ων μας επροίκισεν ή φΰσις. ΚαΙ περιβάλλομεν με 
φροντίδας και προσπαθοΰμεν να διαφυλάξωμεν αβλαβείς 
τάς κόρας των οφθαλμών μας, και δταν ακόμη καταν- 
τήσουν να γείνουν... γεροντοκόραι. 

Το αληθές εΐνε δτι θέλομεν να βλέπωμεν, νά βλέ- 
πωμεν διαρκώς τά ευχάριστα και τά δυσάρεστα, τά ευμορφα 
και τά άσχημα, τά δρθά και τά άτοπα. Ουκ εμπλησθή- 
σεται ό οφθαλμός του όράν, είπεν δ Εκκλησιαστής. ΚαΙ 
μή άρκοΰμενοι εις τόσας εικόνας και εντυπώσεις του πρα- 
γματικού βίου, εχομεν και τήν συνέχειαν καθ'ΰπνους, παρι- 
στάμενοι εις τάς σκηνάς του φανταστικού κόσμου των ο- 
νείρων. Κα! γνωρίζω κάποιον φίλον μου, δστις επειδή εινε 
μΰωψ, κοιμάται το βράδυ με τά ύαλίά του, διά νά βλέπη 
καλλίτερα τά όνειρα. 

Διά τοΰτο δ οίκτος ημών προς τους πάσχοντας τήν 



63 

δρασιν εΐνε τοσούτος, ώστε δεν περιορίζεται εις μόνα άντ- 
•θρώπινα πλάσματα. Υπάρχουν άνθρωποι — και αυτό δΰ- 
ναμαι να το βεβαιώσω — οΐτινες δεν λυποΰνταΓτόν Ίλισσόν 
πάσχοντα από έλονοσίαν, δεν λυπούνται τον 3 Αξιον, του ό- 
ποιου έτοποθέτησαν τον τόνον εις την λήγουσαν, δια να 
μη είνε ποτέ Άξιος δια τίποτε, άλλα λυπούνται τον Νιαγά- 
ραν, διότι πάσχει από καταρράκτην. 



64 



ΤΟ ΔΩΡΟΝ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ 



« — Ελάτε να σας ειπώ το παραμύθι...» ήκοΰσθη 
λέγουσα ή πραεΖα φωνή της γηραιάς μάμμης. 

Κα! οι μικροί της εγγονοί έτρέξαμεν περιχαρείς καΐ 
έπερικυκλώσαμεν την επιμήκη καθέδραν, οπού ή γραία 
διέμενεν από ετών, Αι κνήμαί της δεν εκινοΰντο πλέον, 
δεσμευθεΐσαι από την παράλυσιν. Οι θολοί καΐ άλαμπεΐς 
οφθαλμοί της εβλεπον άμυδρώς' άλλ' ή ακοή της διετη- 
ρεΐτο ακόμη εξαίρετα. Και προ ολίγου μάς ήκουεν εις 
μίαν γωνίαν του δωματίου της, δπου εΐχομεν συνέλθει οί 
μικροί, ενφ οί μεγαλείτεροι του οίκου έκοιμώντο παραδε- 
δομένοι εις τον μεσημβρινόν ΰπνον, φλυαρουντας ώς νε- 
όττια, και διαλεγομένους περϊ παντοίων πραγμάτων, κ α! 
εκφράζοντας με παιδική ν άφέλειαν πόθους αστόχαστους 
και ανεκπλήρωτους. Ό μεν εξ ημών ήθελε να γείνη βα^• 
σιλεύς μέγας και ισχυρός, άγνοών ό μικρός καΐ άπει- 
ρος φιλόδοξος, δτι εις τους νεωτέρους χρόνους τα διαδϊ]- 
ματα πολύ συχνά γίνονται άκάνθινα καΐ δτι ή πορφυρά 
βάφεται πολλάκις δια του αίματος βασιλικών θυμάτων. 
"Αλλος τις ώνειροπόλει να γίνη στρατηλάτης, νικητής 
μαχών μυριονέκρων, μη γινώσκων δτι οι γόοι των αναρί- 
θμητων του πολέμου θυμάτων καταπνίγουν τα σαλπίσματα 
της δόξης και την βοήν του Θριάμβου. Έτερος επόθει ν'ά- 
ποκτήση πλοΰτον μέγαν, ωκεανόν χρυσίου, μή γνωρίζων 
«ν τη άθωότητι της ηλικίας του πόσας πικρίας προσπορίζει 



65- 

μαζί με τάς τέρψ3ΐς ό πλούτος εις τους κατόχους του και 
πόσοι Κροίσοι έταλάνισαν, δπως ό πρώτος αυτών ομώ- 
νυμος, τον πλοΰτόν των, τον γενόμενον πρόξενον τόσων 
εις αυτούς συμφορών. 

— Ελάτε να σας ειπώ το παραμύθι!... 

Εις την μαγικήν ταΰτην λέξιν ό λάλος όμιλος επε- 
ριστοίχισε την μάμμην, και ή ψυχή ολόκληρος τών μικρών 
έκρεμάσθη από τα χείλη της πρεσβΰτιδος, έπι τών όποιων 
επήνθει μειδίαμα καλοκαγαθίας με κάποιαν άδιόρατον 
απόχρωσιν ειρωνείας. 

Και εστράφησαν προς αυτήν μετά περιέργειας αί 
ξανθά! κεφαλαί, αΐτινες σήμερον εΐνε πολιαί, και τα ρό- 
δινα πρόσωπα, τα όποια ηΰλάκωσεν ό χρόνος καΐ αί μέ- 
ριμναι του βίου, και οι πλήρεις άθωότητος ζωηροί οφθαλ- 
μοί, τινές τών οποίων έδυσαν, φευ, προ πολλού εις το 
σκότος του τάφου. 

Και ή μάμμη ήρχισε τήν διήγησίν της : 

*Ηταν μια φορά κ* έναν καιρό έ'να ανδρόγυνο. Παι- 
διά δεν είχαν. Δεν ήσαν πλούσιοι, αλλά οΰτε και πτωχοί. 

Είχαν το δικό τους κ' ημπορούσαν νά ζήσουν καλά. 

°Ένα βράδυ ό άνδρας επέστρεψε στο σπίτι του και κά- 
θισε μαζί με τή γυναικά του και συνωμιλοΰσαν. 

Ό άνδρας ήτον στενοχωρημένος. Κάποια δουλειά του 
είχε αποτύχει έκείνην τήν ημέρα, και έπαραπονεΐτο εναν- 
τίον της τΰχης του, πράγμα το όποιον συνέβαινε συχνά• 

Ή γυναικά του του έβάστα το ίσον, κατά πώς λένε* 
και οι δυο των μαζί εσΰγκριναν τήν άτυχίαν των, δπως τήν 
εστοχάζοντο αυτοί, με τήν εύτυχίαν άλλων γνωρίμων και 
γειτόνων των. Και ό φθόνος τονς έφαρμάκοονε. 

5 



65 

— Τάμαθες δα ; έλεγεν δ άνδρας εις την γυναικά του, 
πώς δ Πέτρος δ γείτονας μας καθώς έσκαβε στο αμπέλι 
του βρήκε χωσμένο ένα κιουπάκι με φλωριά ; 

— Άμ' δ μυλωνάς δ Στέλιος, πού κέρδισε εκείνη τη 
δίκη πού είχε και θα πάρη τώρα δεν ξέρω πόσες χιλιάδες; 
δπως έλεγαν απόψε στη βρΰσι ή γειτόνισσες. 

— Άμ' δ ανιψιός του παπά, πού τούλθε ξάφνα μια 
κληρονομιά τρανή από ένα θειο του πού ήτον χρόνια στη 
Βλαχιά; Να κλωτσιά μιά φορά!., νά τύχη! "Οχι σάν τη 
δική μας τη γρουσούζα, τη στρίγγλα, πού μιά φετίτσα 
ψωμί μάς δίνει μονάχα κ' εκείνο με γρίνια και με στενο- 
χώρια. 

Κ' εξακολουθούσαν έτσι νά μεμψιμοιρούν και να ψάλ- 
λουν τον έξάψάλμον της μοίρας των με χίλια δυο τέτοια 
επίθετα. 

"Εξαφνα το δωμάτιόν τους πού είχε πλέον σκοτεινιάσει, 
έλαμψε από ένα άλλόκοτον φως και μέσα εις την λάμψιν 
έφάνη μία γυναίκα ωραία, με μορφή πού είχε κάτι τι το ού- 
ράνιον. Ή γυναίκα αυτή έκρατούσε ένα χρυσό ραβδάκι 
στο χέρι. 

— Έγώ είμαι ή μοίρα, τους είπε με φωνή δυνατή και 
μελωδική. Είναι καιρός πού άκοΰω τα παράπονα σας και 
ήλθα νά επανορθώσω το άδικο που σας έκαμα. Ζητήσατε 
μου έως αύριον το πρωΐ τρία πράγματα, και ά'μα τα ζητή- 
σετε ευθύς θά τά λάβετε. 

Κα! πριν προφθάσουν οι δυο σύζυγοι νά συνέλθουν 
από την έκπληξιν και τήν τρομάραν των, ή οπτασία έγει- 
νεν άφαντος. 

3 Αφού έμειναν θαμβωμένοι και ζαλισμένοι κάμποσην 
ώραν, δταν ημπόρεσαν νά ομιλήσουν, έκύτταζεν δ ένας 
τον άλλον με άπορίαν καΐ 

— Τώρα τί νά κάμωμε ; εΐπεν δ άνδρας. 



67 

— Νά ζητήσωμε γρήγορα τα τρία πράγματα. 

— Και σαν τι θα ζητήσωμεν ; 

Και αμέσως ήρχισεν ή συζήτησις και ή φιλονεικία με- 
ταξύ των. 

— Να γυρεΰσωμε πλούτη ! 

— Ναι, άλλα να γυρεΰσωμε και ΰγέίαν. Τι το θέλεις το 
χρυσό λεγένι και να φτΰνης το αΐμα μέσα ; πού λέγει και 
ό λόγος. 

— Και να ζητήσωμε καΐ χρόνια πολλά ζωής, για να 
χαρούμε τά πλούτη μας. 

— Να ζητήσωμε και παιδιά τώρα πού θά'χωμε τέτοια 
περιουσία, για να τους την άφήσωμε. 

— Και να γυρεύσωμε και νειάτα. 

— ΚαΙ εύμορφιά. 

— Και δόξα και τιμές, για να μας θαυμάζη δ κόσμος 
και για νά σκάσουν οι εχθροί μας. 

— Ξέρεις τι ;... Έγώ θα ήθελα νά μπορώ νά πετώ ψηλά 
στο αέρα σάν πουλί, και πετώντας νά πηγαίνω ψηλά εως 
τ* ά'στρα, γιά νά τά ιδώ από κοντά τι εΐνε. 

— Κ* ρ.γώ ήθελα νά μπορώ νά κατεβαίνω εως τά πλέον 
σκοτεινά βάθη της θάλασσας, γιά νά ιδώ τι κρύβεται εκεί 
μέσα. 

— Το καλλίτερο εΐ^ε νά μπορη κάνεις νά γίνεται αό- 
ρατος δταν θέλη, γιά νά τά γνωρίζη δλα καΐ νά μπορη νά 
κάνη δ, τι θέλει, χωρίς νά φαίνεται. 

— Μά γιά στάσου !... Καλά εΐν' δλ' αυτά* μα έξεχά- 
σαμε και τον Χάρο ! Πρώτα άπ' δλα πρέπει νά ζητή- 
σωμε το αθάνατο νερό, γιά νά μην πεθάνωμε ποτέ. 

ΚαΙ έξηκολονθησαν με αυτόν τον τρόπον την συνο- 
μιλίαν των άρκετην ώραν, και καθένας εκοπίαζε νά φαν- 
τασθη το πλέον παράξενον και το πλέον πολΰτιμον κατά την 
ιδέαν του πράγμα, διά νά το ζητήσουν από την Μοΐραν• 



68 

— Γυναίκα ! επήραμε, βλέπω, τον κατήφορο, εΐπεν 
δ άνδρας, δ δποΐος έκατάλαβε πρώτος το παραστράτημα 
των. Ή Μοίρα μας είπε να της ζητήσωμε τρία πράγματα 
μοναχά, κ' εμείς ώς τώρα έσυλλογισθήκαμε εκατό. Το 
καλλίτερο πού θα κάμωμε εΐνε να τ 9 αφήσωμε τώρα 
και να πλαγιάσωμε κομμάτι, για να σκεφθούμε με την ησυ- 
χία μας. Φυσικά δεν θα κλείσωμε το μάτι μας απόψε δλη 
την νΰκτα, ώστε να έχωμε τον καιρό να έκλέξωμε τα 
καλλίτερα έως αΰριο το πρωΐ και να συμφωνήσωμε. ωσ- 
τόσο στρώσε να δειπνήσωμε. 

— Και τι θα δειπνήσωμε πού δεν έχομε τίποτε ; άπήν- 
τησεν ή γυναίκα. 

— Αλήθεια! έξέχασα να ψωνίσω τίποτε από την πολλή 
μου σκάσι, εΐπεν δ άνδρας. 

— Και το κελλάρι μας δεν έχει τίποτε ! 
Έκάθιοαν ώστόσον καΐ ετραγάνιζαν ολίγον ξηρό ψω- 
μί, δπού ευρέθη, σωπαίνοντας και οι δυο των, με το κεφά- 
λι γεμάτο σκέψεις και ιδέες. 

— Νάχαμε τουλάχιστο κανένα λουκάνικο ! εΐπεν ωσάν 
αφηρημένη ή γυναίκα. 

Δεν έπρόφθασε ν* άποτελειώση τον λόγον της, δπού 
από την καπνισμένην δροφήν έπεσε μπροστά των, επάνω 
εις το τραπέζι ένα χονδρόν καΐ παχύ δρεκτικόν λουκάνικον. 
Έκοκκάλωσαν και οι δυο καΐ έκυττάχθησαν με φόβον 
και με έκπληξιν. 5 Αλλ 3 άφουεπέρασεν ή πρώτη στιγμή, δ 
θυαός έκυρίευσεν αμέσως τον άνδρα και τον έκαμε μανιώδη. 
— Τι έκαμες, μωρή θεοσκοτωμένη ! έφώναξε με τρόμε 
ράν φωνήν προς την γυναικά του, ή δποία ζαρωμένη και 
ντροπιασμένη έκΰτταζε το λουκάνικον. Τί σου ήλθε, αστό- 
χαστη και ξεμυαλισμένη γυναίκα, νά δρεχθής αύτη τη 
στιγμή λουκάνικα ; Όρίστε από τά τρία δώρα της Μοίρας 
Ιχάσαμε το ένα και ενώ ημπορούσαμε με αυτό νά ζητή- 



69 

σωμέ και ν' άποκτήσωμε δλους τους θησαυρούς του κό- 
σμου, εξωφλήσαμε με ενα λουκάνικο ! Ήθελα, κακο- 
μοίρα μου, για τιμωρία σου, αν ήτο βολετό, αυτό το λου- 
κάνικο νά σηκωθή καΐ να κόλληση στη μΰτη σου ! 

Και το λουκάνικον, κινοΰμενον από άόρατον μαγικήν 
δύναμίν, εσηκώθη δια μιας και έκόλλησεν εις την μΰτην 
της γυναικός. 

Ό άνδρας έμεινε χάσκοντας και ωσάν απολιθωμένος 
από την φρίκην. Κα! ήκουε σαν χαζός τάς τρομεράς φωνάς 
της συζύγου του, ή οποία ματαίως επροσπαθοΰσε ν' από- 
σπαση το διαβολικόν λουκάνικον από τη μΰτη της. 

Ό θρήνος και ή απελπισία της δεν περιγράφονται. 
Και άφοΰ εΐδεν δτι το δυστύχημα της ήτον άνεπανόρθωτον 
εστράφη ωσάν τίγρις προς τον άνδρα της : 

— Τι νά σου πώ τώρα κ* εγώ ; Όρίστε, τρελλέ και κα- 
κομοίρη, τί έκαμες με τον άσυλλόγιστο θυμό σου. Του- 
λάχιστο υστέρα από το ιδικό μου σφάλμα, μας έμεναν 
ακόμη δυο ζητήματα και ημπορούσαμε με αυτά νά γείνω- 
με ευτυχείς. Ένϊ> τώρα δεν μας μένει παρά ενα.... ή καλ- 
λίτερα δεν μας μένει κανένα.. .επειδή το τρίτον πού θά ζη- 
τήσωμε είνε νά ξεκολλήση το λουκάνικο από την μύ- 
τη μου. 

Ματαίως επροσπάθηατε νά τήν παρηγόρηση δ άνδρας 
της μέ χίλιες δυο υποσχέσεις. Έκοπίασε νά τήν πείση νά 
γυρεύσουν με το τελευταΐον ζήτημα θησαυρούς αμέτρητους 
και ΰπέσχετο αυτός νά της κατασκευάση μίαν θήκην χρυ- 
σήν πού νά κρυπτή το λουκάνικον, καΐ νά της χαρίση δ,τΐ 
άλλο ήθελε. Άλλα τά χάδια και αί παρακλήσεις και αϊ συμ- 
βουλαΐ επήγαν δλα χαμένα. Ή γυναίκα επέμενε* και άφοΰ 
δλην τήν νύκτα έβάστηξεν ή φιλονεικία, ο άνδρας της κα- 
τά το πρωΐ ήνανκάσθη νά ενδώση. 

Έζήτησαν λοιπόν μαζί και οί δύο νά πέση το λουκά- 



70 

νικον από την μύτην της γυναικός. Και το λουκανικον 
έπεσε. 

Τότε εμφανίζεται εις αυτούς πάλιν ή Μοίρα με ενα χα- 
μόγελον χλευαστικόν εις το στόμα* και αφού τους έκύτταξε 
δειλούς και εντροπιασμένους με ?να βλέμμα, ωσάν να τους 
ελεεινολόγει, τους είπε με φωνήν αύστηράν : 

— Βλέπετε πόσον δίκαια ήσαν τα παράπονα σας ; Τέ- 
τοια εΐνε καΐ τα παράπονα δλων των ανθρώπων οπού κλαί- 
ονται και κατηγορούν την τΰχην των. Έγώ σας έδωσα το 
μέσον να γείνετε και πλούσιοι, και ισχυροί, καΐ ένδοξοι, καΐ 
ευτυχισμένοι. ΚαΙ σεις από την άφροσύνην σας δλα τα α- 
γαθά της γης τά ανταλλάξετε με ε να λουκανικον ! Βάλετε 
γνώσιν από τώρα καΐ εις το εξής και συλλογίσθητε δτι ή 
Μοίρα, ή καλλίτερα ή αόρατος Δύναμις πού κυβέρνα τον 
κόσμον, γνωρίζει πολύ καλλίτερα από κάθε άνθρωπον πώς 
να μοιράζη με δικαιοσΰνην τά αγαθά. 

Και ή Μοίρα εγεινεν άφαντος. > 

Αυτό ήτο το παραμύθι της μάμμης. Παρήλθον τόσα 
ετη έκτοτε καΐ δμως το ενθυμούμαι ζωηρότατα. 

Και το ενθυμήΌην εις πολλάς περιστάσεις τής ζωής 
μου* οσάκις δε δ νους μου άσυλλόγιστα υπό το κράτος της 
δυσφορίας του παρόντος άφίνετο αχαλίνωτος εις ονειροπο- 
λήσεις τολμηρών και ανεκπλήρωτων πόθων και αιτημά- 
των, το λουκανικον του παραμυθιού άπετίθετο αυτομάτως 
έπι του ετέρου δίσκου τής στάθμης καΐ επέφερεν άκαριαίως 
την σώφρονα διανοητικήν ϊσορροπίαν. 

Ημπορώ να ειπώ δτι εΐνε αυτό το μόνον λουκανικον 
το οποίον μου εκάθησεν εις τον νουν καΐ δχι, δ^ως συνή- 
θως, εις το στομάχι. 



71 



ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ 



Καθείς εις τον κόσμον τούτον γεννάται με την τΰχην 
του και με το επάγγελμα του. Εις το μεγάλον βιβλίο ν του 
οΰρανοΰ σημειοΰται άμα ττ| γεννήσει, εις ιδιαιτέραν στή- 
λη ν το επάγγελμα το όποιον μέλλει να εξάσκηση καθείς 
δυστυχής βροτός έξαποστελλόμενος να ζήση εϊς τον πλανή- 
την τούτον, καθώς και ο διωρισμένος χρόνος της θητείας του 
και ο φόρος του επιτηδεύματος τον όποιον μέλλει να πλή- 
ρωση και εις τον ούρανόν ό'χι εις νόμισμα, άλλ' εις μό- 
χθους και κόπους και πικρίας. β Ο φόρος δ 1 οΰτος πληρώ- 
νεται εις τον έπουράνιον Οικονομικόν 'Έλεγχον προς εξό- 
φλησιν του παμπάλαιου χρέους του προπατορικού αμαρτή- 
ματος. 

Ό κοινός ημών προπάτωρ, ώς γνωρίζετε, εζη αρκετά 
καλά εις την Εδέμ, χωρίς καμμίαν απολύτως άσχολίαν, 
όπως λέγει και ό ποιητής : 

Πόσον καλά ό πάππος μας ό πρώτος επερνοΰσε ! 
Με τους αγγέλους χαίρονταν, με το Θεό του ζούσε, 
* Αθώος, άναμάρτητος, παράδεισο γεμάτος, 
Κύκνος σ* αθάνατα νερά μέσ' στοΰρανοΰ το πλάτος. 

*Αλλά διά της παρακοής, είς την οποίαν παρεσΰρθη υπό 
εής αξιολάτρευτου αΰτοΰ συμβίας, επέσυρε την θείαν όργήν 



72 

και κατεδικάσθη να τρώγη εν ίδρώτι του προσώπου τον 
τον άρτον αυτός και οί απόγονοι του. "Εκτοτε τα μανδή- 
λια των γενεών άπομάσσουν αδιαλείπτως τον άστείρευτον 
ιδρώτα τών ταλαίπωρων θνητών, οΐτινες επιδίδονται εις 
τον τραχύν αγώνα της ζωής προς έξεΰρεσιν του επιουσίου. 

Το βιοποριστικόν επάγγελμα έκόλλησεν ώς εκδόριον 
εις την ράχιν της άνθρωπότητος' ακόμη δε καΐ εκείνοι τών 
όποιων δεν ιδρώνει το αύτι προς εξεΰρεσιν πόρου ζίοής, οί 
πεντακοσιομέδιμνοι, οι όποιοι εΰρον έτοιμα και πλουσιο- 
πάροχα τα μέσα της συντηρήσεως των, αν δεν έχουν τους 
κόπους της εργασίας, έχουν δμα)ς τάς φροντίδας της δια- 
τηρήσεως και της έπαυξήσεως της περιουσίας των, το 
όποιον εΐνε και αυτό έπι τέλους μία εργασία. 

Ακόμη και το θήλυ φΰλον — το όποιον εΐνε και περισ- 
σότερον ΰπεΰθυνον, διότι το κακόν προήλθεν από την. 
πρώτην όμόφυλόν του — καΐ δταν άσχολήται μετριοφρόνως 
περί τα οικιακά, ω; λέγουν εις τα δικαστήρια, καιόταν 
επιδιώκη φιλοδόξως έδρας υφηγεσίας εις τα Πανεπιστήμια 
και σφετερίζεται τσς επιστημονικός του ανδρός ασχολίας, 
ή διαφιλονεική προς αυτόν τα δημόσια ύπουργήματα, και 
όταν μάλιστα, Θεοΰ εΐδοκοΰντος, εΰοδωθή ο άγων τών 
εν 3 Αγγλία σωφραζετών καΐ απόκτηση ϊσα προς τον άνδρα 
δικαιώματα, υπόκειται εις τα βάρη της βιοποριστικής εργα- 
σίας. Και αυτά προσέτι τά ταλαίπωρα ζώα, τα συμμερι-- 
σθέντα την τΰχην του άνθρωπου, και αυτά, χωρίς να φέ- 
ρουν καμμίαν εΰθύνην δια το εν τη Εδέμ αμάρτημα,. 
υποβάλλονται εις την έπίπονον καθημερινήν άγγαρείαν, 
όπως δύνανται να μαρτυρήσουν — καΐ μαρτυρούν κυριολεκτι- 
κτώς — τά άλογα του τραμ και τά διάφορα τετράποδα τών ιπ- 
ποδρομίων. "Οχι μόνον ή κατ'άρχήν καταδίκη εις τά καταναγ- 
καστικά έργα εΐνε επιβεβλημένη υπό της θείας δικαιοσύνης 
εις πάντα ά'νθρωπον γεννώμενον εν τω κόσμφ τοΰτφ, 



73 

αλλά και αυτό το είδος του επαγγέλματος, όπως είπα, είνε 
προωρισμένον άνωθεν δια τον καθένα. °Η θεωρία της αν- 
θρωπινής βουλήσεως είνε εκτών μαλακτικών εκείνων άτινα 
εφευρεν ή φιλοσοφία μας, δια να διαθρΰπτη την άνθρωπί- 
νην ματαιότητα. Πράγματι δμως δσον και αν σκεφθώμεν, 
δσον και αν ΰπολογίσωμεν, δσον καΐ αν οιμώξωμεν και αν 
γογγΰσωμεν ή προ ή κατόπιν, εις το τέλος θα δεθώμεν 
εκόντες άκοντες εις το μαγγανοπήγαδο ν, εις το όποιον μας 
οδηγεί ή ιδιοσυγκρασία μας, ή σωματική και ηθική μας 
διασκευή, τα μέσα μας, αΐ περιστάσεις μας, ό άταβισμός 
μας, συμφωνά με το άόρατον φΰλλον πορείας με το όποι- 
ον μας εφοδιάζει ό δαίμων, «ό την ήμετέραν μοΐραν εΐλη- 
χώς», ως λέγει ό Λυσίας. "Οταν φθάσωμεν εις τον μοιραι- 
ον σταθμόν της ζωής, δπου όρθοΰται το φάσμα της αυτο- 
συντηρήσεως, όποτε πρέπει να βασισθώμεν εις τάς ιδί- 
ας μας δυνάμεις καΐ εις καμμίαν αλλην βοήθειαν, τότε ό- 
φείλομεν να λάβωμεν την ύπερτάτην άπόφασιν, ήτις θά 
επίδραση έφ' ολοκλήρου του μέλλοντος ημών βίου. Δεν θά 
μας αναμένουν εκεί εις το μεταίχμιον ή Αρετή καΐ ή Κα- 
κία, δπως τον Ήρακλέα εις τον μΰθον του Προδίκου. Θά 
μας αναμένη ή αυστηρά καΐ σκυθρωπή εργασία, ήτις θά 
μας δείξη τήν συμπαρισταμένην χορείαν των διαφόρων 
επαγγελμάτων, με τά διάφορα σύμβολα αυτών, τά όποια 
θά είνε τά όργανα της καταδίκης μας, και εις εν εξ αύτών> 
το προωρισμένον, όφείλομεν να καταταχθώμεν οι νεοσύλλε- 
κτοι του αγώνος της ζωής. 

Ι,αβοΓειηιΐδ ! ήτο το τελευταιον σύνθημα, το όποιον 
έδωκε θνήσκων ό δραστήριος ρωμαίος αυτοκράτωρ Σεβή- 
ρος. Ι,&βοΓθΐηιΐδ ! είνε καΐ το πρόσταγμα του πεπρωμέ- 
νου εις πάντας τους εκκινοΰντας δπως διανύσουν το ακαν- 
θώδες στάδιον τής ζωής. 

Ενδέχεται νά διστάσωμεν προς στιγμήν. Γνωρίζετε τα 



περίφημον θεώρημα του δνου του Βουριδάνου. Ό σοφιστής 
αυτός του μεσαίωνος ισχυρίζετο δτι δνοςπεινών τοποθετοΰ- 
μενος^μεταξύ δυο σωρών άχυρων εις ΐσην άπόστασιν και εξ 
ίσου έλκυόμενος εξ εκατέρου αυτών αποθνήσκει της πείνης 
μη αποφασίζων από ποίον εκ τών δυο να πρωταρχίση/Άλλο 
τόσον και ημείς ημπορώ νά ταλαντευθώμεν, εξ ίσου σαγη- 
νευόμενοι από δΰο η καΐ πλείονα επαγγέλματα, με την δι- 
αφοράν δμως δτι πάντως Θα καταλήξωμεν εις εν εξ αυτών 
τών επαγγελμάτων, τα όποια μας εξασφαλίζει το ά'χυρόν 
μας. ..δηλαδή τον επιοΰσιον άρτο ν μας. Νομίζομεν δε τότε 
δτι έκλέγομεν, ενώ πράγματι εις τήν εκλογήν και την προ- 
τίμηση ν μας οδηγεί το μοιραΐον. 

Και μου φαίνεται δτι βλέπω αφανές εις κάποιαν γωνί- 
αν το μορμολΰκειον της Ειμαρμένης νά γέλα σαρδονικώς, 
δταν άκοΰη τα ζεΰγη τών συζυγών, τών νεόνυμφων μάλι 
στα και πρωτόπειρων, νά μαλώνουν προκαταβολικώς πολ- 
λάκις περί του επαγγέλματος, εις το οποίον θα επιδοθή το 
κανακάριον πρωτότοκον τέκνον των* οι γονείς το φαν- 
τάζονται υπερηφάνως με λοφία και με πτερνιστήρας και με 
χρυσά σειρήτια στρατιωτικού, ενφ εκείνο το ταλαίπωρον το 
περιμένει δ μποξάς του ίεροψάλτου' ή αυτοί μεν το προο- 
ρίζουν διά τρανόν τραπεζίτην, και αυτό καταντφ λόγιος 
νέος και κάμνει διαλέξεις εις τον «Παρνασσόν». 






Τα επαγγέλματα τά όποια παραμονεύουν διά νά μας 
παραλάβουν κατά τήν κρίσιμο ν στιγμήν του βίου, και νά 
δεσμεύσουν έκτοτε καΐ τάς τΰχας μας, εινε αναρίθμητα. 
Πλην τών κοινών και συνήθων εις πάντα τόπον και είζ 
<*ασαν εποχήν, καθό αναγομένων εις τάς κυριωτέρας άνάγ- 
χας της τροφής, της ενδυμασίας, της διαίτης εν γένει και 



75 

της υγείας, των αμοιβαίων σχέσεων, τη*, συναλλαγής, της 
μορφώσεως και των παντοίων μερίμνων και τέρψεων του 
άνθρωπου, υπάρχουν και άλλα δημιουργούμενα εξ ειδικών 
λόγων, εκ τοπικών περιστάσεων, εκ νέων κοινωνικών συ- 
νηθειών. Μερικά επαγγέλματα Θνήσκουν δια της προόδου. 
Ποιος σήμερον, λόγου χάριν, εΐνε εκείνος δστις θα κατα- 
σκευά τη λυχνάρια ή κανδηλέρια του παλαιού καιρού δια 
τον φωτισμόν ; καΐ ποιος πλέον σκέπτεται να άλέθη το σι- 
τάρι με τον χειρόμυλον ; "Αλλα τροποποιούνται δια του 
χρόνου η πολλαπλασιάζονται. "Αλλοτε ό ιατρός ήτο ό θε- 
ραπεύουν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν και πάσαν επα- 
νορθών σωματικήν βλάβην* τώρα με τον επ* άπειρον πο- 
λαπλασιασμόν τών ειδικοτήτων τείνει να επαλήθευση ή 
πρόρρησις του μακαρίτου ποιητοΰ Παπαρηγοποΰλου, δτι 
θα υπάρχουν ειδικοί οφθαλμίατροι διά τον δεξιόν δφθαλ- 
μόν και ειδικοί διά τον άριττερόν. Τά αυτοκίνητα απει- 
λούν νά μεταβάλουν τους αΰτομέδοντας εις σωφέρ, τά αε- 
ροπλάνα και αΐ διάφοροι πτητικά! μηχαναι αποτελούν σο- 
βαρόν κίνδυνον διά τους ναυτικούς. Αι γραφομηχανα! κα- 
ταργούν δσημέραι τους γραφείς και τους καλλιγράφους, ή 
δε αυτόματος ψαλις καΐ ό αυτόματος ξυρός Θά σημειώσουν 
την κατάλυσιν του κράτους τών κουρέων. 'Ότε προ ετών 
συνεπείς του περιβόητου πειράματος του δόκτωρος Τάννερ 
νηστεΰσαντος έπι τεσσαράκοντα ημέρας ήρχισε νά συζητή- 
ται σοβαρώς το ζήτημα αν δύναται ό άνθρωπος νά ζήση 
χωρίς τροφήν, όλοι οι πωλητα! τών εδωδίμων, οι κτηνο- 
τρόφοι, οί κηρουροί, οι μάγειροι και οι έχοντες επάγγελμα 
σχετιζόμενον εν γένει κα! οπουδήποτε με τον πεπτ κόν αγώ- 
να του πλησίον άνεστατώθησαν και ήκούσθη ξενοδόχος 
τις άναφωνών έντρομος : 

— Και τότε πώς Θά κερδίζω εγώ το ψωμί μου ; 

5 Αλλ" ενώ γηράσκουν και εκλείπουν τά μεν τών επαγ- 



7β 

γελμάτων, γεννώνται ταυτοχρόνως άλλα, δυνάμει του αιω- 
νίου νόμου της φθοράς και της γενέσεως, προσαρμοζόμενα 
προς τάς νέας ιδέας, προς τάς νέας έξεις, προς τάς νέας 
άνάγκας, προς τάς νέας ιδέας, τάς οποίας επιβάλλουν οι 
δροι του διαρκώς μεταλλάσσοντος κοινωνικού βίου. "Ωστε 
ό αριθμός τών επαγγελμάτων διατηρείται πάντοτε μέγας,, 
πάντοτε δε περιλαμβάνει και έργα και ασχολίας ασυνήθεις, 
τών οποίων την ΰπαρξιν οΰτε καν εφανταζόμεθα. Εις και- 
ρούς αμάθειας κάποιος φαρσέρ ολίγον έλειψε να γείνη ό πα- 
ραίτιος του σπαραγμού ενός δυστυχούς, τον όποιον έκατη- 
" γόρησεν δτι έχει ώς επάγγελμα να ξηραίνη το χιόνι εις τον 
φουρνον και να το μεταπωλή ώς αλάτι. Και αυτό μεν εΐ- 
νε άστειότης' αλλά δεν έχει καμμίαν σχέσιν με την άστειό- 
τητα το επάγγελμα τών μοιρολογιστριών, αϊτινες, δπως και 
κατά ττν αρχαιότητα — ύπήρχον άλλοτε και υπάρχουν ίσως 
ακόμη εις μερικάς επαρχίας — έκαλοΰντο έπ' αμοιβή και 
Ιθρηνολόγουν τους νεκρούς πεζώς καΐ έμμετρους, και ώδΰ- 
ροντο καΐ έξεμαλλιάζοντο διά ξένα πένθη. Και δπως ύπήρ- 
χον άλλοτε εν ' Αθήναις, κατά τους πρώτους χρόνους της 
βασιλείας του "Οθωνος, άνθρωποι, κυρίως Μελιταΐοι, οΐτι- 
νες έξετέλουν με μεγάλη ν μετριοφροσύνην το έργον τών 
υποζυγίων, μεταφέροντες αντί ώρισμένης αμοιβής επί τών 
νώΐων αυτών τους κυρίους και τάς κυρίας ακόμη, δσαι 
ήσαν προσκεκλημέναι εις τους χορούς καΐ τάς εσπερίδας 
τής εποχής εκείνης εις μερικά σημεία τής πόλεως αδιάβατα 
εκ τών υδάτων τής βροχής, καθότι τά οχήματα, τα τε ιδιω- 
τικά καΐ τάγοραΐα ήσαν σπανιώτατα κατ 3 εκείνους τους 
χρόνους. 'Όπως λοιπόν ύπήρχον άνθρωποι εξασκουντες 
αυτό το επάγγελμα — το όποιον, ειρήσθω εν παρόδφ, και 
σήμερον ακόμη με δλην την πρόοδο ν Θά ήδΰναντο να 
εκτελούν έπικερδώς εις την όδόν Πατησίων και εις αυτήν 
την του Σταδίου και την του Πανεπιστημίου κατά τάς 



77 

ημέρας των ραγδαίων βροχών — ύπήρχον καΐ άλλοι απαγ- 
γελλόμενοι να παρέχουν εις τον πλησίον σημαντικωτέρας 
έκδουλεΰσεις. Οΰτως εις μίαν εφημερίδα του Βελγίου εδη- 
μοσιεΰετο προ ετών ή αγγελία κυρίου τινός, δστις έτιτλο- 
φορεΐτο και βαρώνος, καΐ δστις πολυμαθής, πολύγλωσσος, 
κοσμογυρισμένος, ως ελεγεν, επροσφέρετο να παρευρίσκε- 
ται επ* αμοιβή εις εσπερίδας και να θέλγη την συνανα- 
στροφήν δια της στωμυλίας του και τών διηγήσεων του, υπο- 
σχόμενος να φέρη μαζί του και άλλους «καταλλήλως ενδε- 
δυμένους», επίσης εξησκημένους παρ 3 αύτοΰ περί το διαλέ- 
γεσθαι, ώστε να καθίσταται πλέον ζωηρά και ποικίλη ή 
συνομιλία. Την διατίμησιν της τοιαύτης έκδουλεΰσεως δ 
αξιότιμος βαρώνος ώριζεν επιεικώς εις 10 φράγκα καθ* ώ- 
ραν, προσέθετεν δμως ή αγγελία δτι αΐ εύφυολογίαι και τα 
καλαμπούρια επληρώνοντο επιπροσθέτως κατ 9 άποκοπήν 
και επί ιδιαιτέρα συμφωνία. 

Κάποιος άλλος, πρακτικώτερος εξήσκει το επάγγελμα 
του οεκάζυυ τετάρτου. Ό δέκατος τέταρτος οΰτος δεν εΐ- 
χεν ουδέν το κοινόν προς τον ενδοξον Λουδοβίκον τον Κοί- 
δοΐείΐ της Γαλλίας. Απλώς αποβλέπων εις την γενικώς 
επικρατούσαν πρόληψιν περί του απευκταίου του αριθμού 
13 κατά τάς δμηγΰρεις και προ πάντων κατά τάς 
εστιάσεις, άνελάμβανεν αυτός, οσάκις υπήρχε κίνδυνος νά 
μείνουν δεκατρείς ιόν αριθμόν οι δαιτυμόνες, νά προσέρ- 
χεται και νά παρακάθηται εις το τραπέζι ως δέκατβς τέταρ- 
τος, νά τρώγη καινά πίνη καλά εις το τραπέζι και νά πλη- 
ρώνεται δια τον κόπον του. 

Επάγγελμα απαράμιλλου πρωτοτυπίας εινε και εκείνο 
το όποιον έδήλωσε κάποιος Παρισινός, δστις κρατηθείς εϊς 
την άστυνομίαν ώςάλήιτης και άεργος, διεμαρτυρήθη λέγων 
δτι εϊργάζετο, ερωτηθείς δε ποιον ήτο το επάγγελμα του 
άπήντησεν ευθαρσώς δτι πωλεί καπνισμένα τεμάχια ύέλου, 



78 

μέ τα οποία οι περίεργοι βλέπουν τον δίσκον του ήλιου, 
δταν συμβαίνη εκλειψις ! Δεδομένου δντος δ τι αϊ ήλιακαι 
εκλείψεις, μερικά! ή όλικαί, εΐνε σπανιώταται και συμβαί- 
νουν άπαξ μόνον κατσ περιόδους ετών, δύναται τις να συμ- 
περάνω] δτι τα κέρδη του πρωτοτύπου αυτού επιχειρηματίου 
δεν ήσαν και υπερβολικά. 

'Ίσως το πολύ παράδοξον αυτό επάγγελμα εδωκεν 
άφορμήν εις την έπινόησιν πλείστων άλλων παραπλήσιων 
φαντασιωδών επαγγελμάτων, τα οποία κατεσκευάσθησαν 
χάριν λογοπαιγνίου, αλλά δεν εΐνε δια τούτο όλιγώτερον 
εκπληκτικά. Προ ετών, δτε ή έπινόησις παρομοίων αστείων 
επαγγελμάτων ήτο του συρμού, κατεσκευάζοντο καΐ άνε- 
γράφοντο πλείστα δσα τοιαύτα εις τήν εύθυμον στήλην 
των παρισινών φύλλων. Έπι τή βάσει δε αυτών και κατ* 
άναλογίαν έδημιουργήθησαν τότε αρκετά και εις τήν γλώσ- 
σάν μας και εδημοσιεύθησαν εις τά σατυρικά φΰλλα της 
εποχής. Αναφέρω μερικά εκ των επιτυχέστερων, μέ τήν 
προκαταβολικήν δήλωσιν δτι φέρω μόνον έλαχίστην προ- 
σωπικήν εύθύνην του εγκλήματος τής κατασκευής των. 

Ιδού αυτά : 

Πρόεδρος τών Βουλών. ...του Υψίστου. 
'Αλιεύς καρκίνων.. ..του στομάχου. 
Στιλβωτής του δίσκου.... τής σελήνης. 
Κατασκευαστής τεχνητών οδόντων. ...πρίονος. 
Λιθοτόμος τής πέτρας.... του σκανδάλου. 
Ακονιστής τής σπάθης. ...του Δαμοκλέους. 
Όφθαλμίατρος του καταρράκτου... .του Νιαγάρα. 
Βαφεύς τής. ...Ερυθράς θαλάσσης. 
Μάντις τής μοίρας. ...του στόλου. 
Χύτης τών στοιχείων. ...τής φύσεως. 
Παιδαγωγός τής Μικράς....* Ασίας. 



79 



Υπάρχουν δε και επαγγέλματα, και δη υψηλά και τρα- 
νά, γεννώμενα εκ τών περιστάσεων, δπως το έξης, το όποι- 
ον επίσης εΐνε έπίνοια ενός εύ^υμογράφου. 

Δυο ναυαγοί σώζονται δυνηθέντες ν' αποβιβασθούν εις 
ερημον άκατοίκητον νήσον, κατορθώσαντες δε να διασώ- 
σουν μόνον ολίγα τρόφιμα και εν κυνηγετικόν δπλον με 
μερικάς πυριτιδοβολάς. Ό πρώτος εξ αυτών καταλαβών το 
δπλον αναγορεύεται αφ εαυτού ίρδο ίαοίο βασιλεύς της 
νήσου και δεικνύων το έμβλημα της ισχύος του, σκήπτρον 
αμα και όργανον της εκτελεστικής εξουσίας, απαιτεί παρά 
του συντρόφου του πλήρη ύποταγήν, την οποίαν ο άλλος 
εξ ανάγκης ομνύει. "Επειτα θέλων ν* άμείψη αυτόν γεν- 
ναιοδώρως δια την άφοσίωσίν του τον ερωτφ : 

— Τώρα ζήτησε μου, τι θέλεις νά σε διορίσω ; 

Και εκείνος άπαντα με ετοιμότητα : 

— Μεγαλειότατε, ύπουργόν τών οικονομικών ! 

* * 
* 

Κάθε επάγγελμα έχει τάς πικρίας του, τάς απογοητεύ- 
σεις του, τους κίνδυνους του. Κεραμεύς κεραμεΐ χοτέει, 
λέγει ή αρχαία παροιμία* αλλ 3 δ κότος καΐ ή αντιζηλία δεν 
υπάρχει μόνον μεταξύ τών εξασκοΰντων το αυτό επάγγελμα. 
Υπάρχει και μεταξύ τών τάξεων διαφόρων επαγγελμάτων 
τών όποιων τά συμφέροντα και ή πρόοδος αντίκεινται 
προς άλλ,ηλα. Αι περιστάσεις αΐ έπιφέρουσαι την εύημερίαν 
εις το μεν προξενούν ζήμίαν εις το άλλο. Διότι μεταξύ δλων 
τών πραγμάτων του κόσμου τούτου υπάρχει μυστική τις 
αλληλουχία και ή ΰπαρξις του ενός, συνδεόμενη δι* αορά- 
των νημάτων μετ" άλλου μακράν απέχοντος, υφίσταται ανε- 
ξήγητους επιδράσεις. Και ώς προς τούτο υπενθυμίζω τά 



80 

αναφερόμενον υπό του μεγάλου Δάρβιν, το όποιον και εις 
αλλην περίστασιν ανέφερα, δτι δπου σπανίζουν οι γάτοι, 
εκεί αφθονεί είδος τι τριφυλλιού. Και επειδή οι γάτοι εΐνε 
γνωστόν ό'τι δεν ανήκουν εις τους φυτοφαγικούς συλλό- 
γους, το πράγμα εξηγείται εκ της εξής αλληλένδετου σειράς 
των αιτίων : οι γάττοι τρώγουν τους ποντικούς, οι ποντι- 
κοί τους βροΰχους, οι βροΰχοι το τριφΰλλιον' ούτω το συμ- 
πέρασμα εξάγεται λογικώς. 

«'Ο γάρ θάνατος σου ζωή μου»* αυτό το άσπλαγχνον 
δόγμα ισχύει εν τή φύσει κα ι διέπει τον άκοίμητον και πο- 
λΰμορφον αγώνα των δντων περί της ύπάρξεοδς των. Ή 
λαϊκή σοφία διετύπωσε χαριέστατα τήν ΐδέαν ταΰτην δια 
του ίξής παραδείγματος, είλημμένου, νομίζω, εκ τίνος αι- 
σωπείου μΰθου. Πατήρ τις εΐχε δυο θυγατέρας, εξ ών ή 
μεν ΰπανδρεΰθη ένα άγγειοπλάστην, ή δε ένα κηπουρόν. 
Μετά καιρόν ό πατήρ μετέβη προς επίσκεψιν της πρώτης 
και τήν ήρώτησε πώς πηγαίνουν αί έργασίαι του συζύ- 
γου της. 

— 'Έχομεν πολλά αγγεία απλωμένα νά ξηρανθοΰν, 
απήντησεν εκείνη, αλλά, αν τυχόν βρέξη, εχαθήκαμεν. 

Μετέβη κατόπιν προς τήν άλλην του Θυγατέρα, ήτις 
του ειπεν δτι δ κήπος των μαραίνεται εκ της ανομβρίας, 
και αν δεν βρέξη, εϊνε χαμένοι. 'Απηλπισμένος τότε επέ- 
στρεψεν εις τήν κατοικίαν του, και προς τήν γυναικά του, 
ήτις τον ήρώτησε περί τής τΰχης των δυο γαμβρών των, 
απήντησε περίλυπος : 

— Γυναίκα, βρέξη δεν βρέξη, ένα από τους δυο θά τον 
πάρη ό διάβολος ! 

Το φαινόμενον άλλως τε εινε συνηθέστατον εις τον 
καθημερινόν βίον. Εΐνε, λόγου χάριν, καλοκαιρία, χαρά 
Θεοΰ. Ό ήλιος λάμπει, ό ουρανός εΐνε αίθριος, δλοι άγάλ- 
λονται και εκφράζουν τήν εΰχαρίστησίν των και εξυμνούν 



81 

με κολακευτικά επίθετα του καιροί) την καλ,ωσύνην' καΐ 
μόνον κάποιος στιλβωτής υποδημάτων, διτις συνάζει κέρ- ' 
δη άφθονώτερα δταν είνε λάσπη και βροχή, ψιθυρίζει με- 
λαγχολικός επάνοο από το κασέλλι του : 

— Τί παληόκαιρος ειν' αυτός ! 

Υπάρχουν άνθρωποι επιδιδόμενοι εις πολλά ταυτοχρό- 
νοος επαγγέλματα, ή έγκαταλείποντες το εν καΐ άσπαζόμε- 
νοι το ά'λλο, χωρίς, εννοείται, να ευδοκιμούν εις κοινέν εξ 
αυτών. Πολυτεχνίτης κ' έρημοσπίτης, λέγει περί αυτών ή 
λαϊκή παροιμία, αλλά δσον κτνεις και αν αποξενωθώ πάν- 
τοτε θά φέρη εις τον λαιμόν του τον κλοιόν εκείνου του 
επαγγέλματος, εις τον όποιον τον προώρισεν ή φΰσις και 
ή μοΐράτου,και εις το όποιον χωρίς να θέλη αίφνιδίως κάπο- 
τε, εν τω μέσω άλλων καΐ αντιθέτων ασχολιών τον επανα- 
φέρει ή έξις, ή κλίσις, ό προορισμός. Ούτω και το εις γνω- 
στόνσατυρικόν ποίημα του Λασκαράτου τά δυο άλογα των 
οποίων έπέβησαν οι πρέσβεις οι μέλλοντες να μεταβούν εις 
την εχθρικήν συνοικίαν καΐ να φέρουν λόγους συνδιαλλα- 
γής, ελλείψει άλλων καταλλήλων υποζυγίων εΐχον πάρα- 
ληφθή από άλογόμυλον, και ότε έξεκίνησεν ή πομπή εν 
τω μέσω της κωδωνοκρουσίας, των ευχών και τής συγκι 
νήσεως του λάου : 

Τ 3 άλογα από το μΰλο μαθημένα, 
αντί να πάν εκεί πού τά διορίζουνε, 
αρχινάνε στο δρόμο καΐ γυρίζουνε. 

Εις παρομοίαν άστείαν όπωσοΰν θέσιν ευρέθη ποτέ καΐ 
αυτός ό Κλεμανσώ, ό επιφανής πολιτικός άνήρ, ό διευθΰ- 
νας εις κρίσιμους καιρούς τάς τΰχας τής πατρίδος του, 
ένεκα της συγχύσεως τών δύο επαγγελμάτων του. Καθότι, 
ως γνωστόν, πριν έπιδοθή και διαπρέψη εις τήν πολιτικήν, 

6 



82 

έσποΰδασε τήν ιατρικήν και το επάγγελμα αυτό εξήσκεΓ 
δεν το παρήτησε δε δταν ήρχισε να πολιτεύεται, άλλα προ- 
σεπάθει να συμβίβαζα τάς πολιτικάς με τάς έπιστημονικάς 
του ασχολίας. 'Όθελ εις το πολιτικόν του γραφεΐον εδέχετο 
ώς ιατρός και άπορους ασθενείς" ενώ δε ήμέραν τινά κα- 
τεγίνετο αυτόθι να γράψη πυρετωδώς και εν σπουδή το 
πολιτικόν άρθρον δια την εφημερίδα του, είσήλθεν αγγε- 
λιαφόρος τις δραγόνος, κομιστής έγγραφου του υπουργείου 
των Στρατιωτικών, άπευθυνόμενον προς τον Κλεμανσώ 
ως μέλος κοινοβουλευτικής τίνος επιτροπής. Ό μέλλων 
πρωθυπουργός, μη έχων καιρόν να χάνη, συνηθισμένος δε 
από τους άρρωστους του, χωρίς να ΰψώση το βλέμμα, φω- 
νάζει προς τον εΐσελθόντα : 
— Γδΰσου ! 

Ό στρατιώτης διστάζει και, κάτι επιχειρεί νά ψελλίστ], 
αλλ 3 δτε ή διαταγή έπαναλαμβάνετο έντονώτερον, συνηθι- 
σμένος και αυτός εις τήν πειθαρχίαν, αρχίζει νά έκδΰεται. 
ΚαΙ δτε μετά τίνα ώραν ό Κλεμανσώ άπηΰθυνεν εις αυ- 
τόν, άνυψών ταυτοχρόνως τήν κεφαλήν, το σύνηθες ΐατρι- 
κόν ερώτημα: «Τι έχεις;», εκείνος εν άδαμιαία περι- 
βολή του προσφέρει το εγγραφον, λέγων: 

— "Εχω νά σας επιδώσω αυτό το έ'γνραφον. 
Οη ΓβνίΘηΙ: ίοιιίοιίΓδ α 563 ρΓβηιΪ6Γδ απιοιίΓδ. Άλλ* 
ενίοτε επανέρχεται ό δΰστηνος λιποτάκτης με Θυσίας σπα- 
ρακτικάς. Γνωρίζω σχετικώς προς τούτο το πάθημα κά- 
ποιου συμπολίτου μου. Νεα>τατος αυτός, σπουδάσας εν 
' Ιταλία τήν επιιτήμην του δικαίου, ήλθε ν εις την Ελλάδα 
καθ 3 ήν έποχήν ό Καποδίστριας έθετε τάς πρώτας βάσεις 
της δικαιοσύνης" επειδή δέ οι νομομαθείς ήσαν σπάνιοι, 
τον διώρισεν αμέσως Άρεοπαγίτην. Παραιτηθείς μετ 3 
ολίγον από τής Θέσεως του, επέστρεψεν εις τήν πατρίδα του 
και έπεδόθη εις άλλα έργα. Μετά παρέλευσιν τριάκοντα 



83 

τεσσάρων ετών, γενομένης της Ενώσεως της Επτανήσου 
μετά της Ελλάδος, ώρέχθη να επανέλθη εις το δικαστι- 
κόν στάδιον, και τόσον ενήργησε και τόσον έξελιπάρησεν, 
ώστε κατόρθωσε να διορισθή.. .ειρηνοδίκης τρίτης τάξεως, 
εις την θέιιν δε ταΰτην διετέλεσε μέχρι του θανάτου του. 
Το γεγονός εΐνε μοναδικόν, νομίζω, εις την ίστορίαν των 
ανθρωπίνων έργων, διότι δ άνθρωπος αυτός, αντιθέτως 
προς δλους τους όμοιους του, ήρχισε το στάδιον του από 
του ανωτάτου βαθμού, δια να κατάληξη εις τον κατώτατον. 



Άλλ 3 οιονδήποτε επάγγελμα, υψηλό ν ή ταπεινόν, και 
αν έκλέξη ό άνθρωπος, οσοσδήποτε καιρόν καΐ αν το εξά- 
σκηση, όσονδήποτε καΐ αν ευδοκίμηση καΐ διακριθή εν 
αύτω, πάντοτε θα μεταμεληθή και θα έπιθυμήση να το 
άντικαταστήση δι* άλλου, το όποιον εν τη αφροσύνη του 
θεωρεί προσφυέστερον καΐ έπικερδέστερον. Ό Πτωχοπρό- 
δρομος, ό μέγας υμνωδός της πείνης και της οικονομικής 
δυσπραγίας, ό άναθεματίσας τόσον γοερώς τα γράμματα 
καΐ τους εις αυτά επιδιδομένους, διεκτραγωδών τά δεινά 
του προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον Κομνηνόν, απα- 
ριθμεί τά επαγγέλματα δσα εξασφαλίζουν εις τους κατόχους 
των την εΰζωΐαν, την οποίαν οΰτε /.ατά διάνοιαν παρέχει 
το ιδικό ν του επάγγελμα του γραμματικού, και εύχεται νά 
ήτο τσαγγάρης, ή ράπτης, ή μάγκιπος, ή όξυγαλάς ή κηπου- 
ρός κλπ. διά στίχων μέσα εις τους όποιους αντηχεί ό σπα- 
ραγμός της πείνης. 3 Αλλά το άψίκορον αυτό και το παλίμ- 
βουλον της ανθρωπινής φύσεως διατυπώνει εύγλωττότε- 
ρον θαυμάσιος ϊαπονικός μΰθος, με τον όποιον θέτω 
τέρμα εις την παροΰσαν κουραστικήν επισκόπησιν. 3 Έ;/ει 
δε ως έξης : 



81 

Λιθοτόμος τις αγωνίζεται με τον σιδηρούν του μοχλόν 
να διάρρηξη τα στέρνα γιγαντιαίου βράχου. Το έργον εΐνε 
Ιπίπονον' δ φλογερός ήλιος τον κατακαίει και δ εργάτης 
απεγνωσμένος αναφωνεί : 

— Διατί να μη είμαι ήλιος ; 

€ ουρανός εισακούει την εύχήν του* γίνεται ήλιος καΐ 
λάμπει. Άλλ 3 εν νέφος διέρχεται προ αύτοΰ και τον σκι- 
άζει. 

— Θέλω να γίνω νέφος! λέγει. Και γίνεται νέφος. Άλλα το 
νέφος παραφέρει δ άνεμος και αυτός ζητεί να γείνη άνε- 
μος. Τον ανεμον δμως καταπαύει ή βροχή. Και τότε 
ζητεί και γίνεται βροχή. Κα! ή βροχή πίπτει ραγδαίως εις 
την γήν, και τα πάντα ενδίδουν προ της δρμής της. Έν 
τούτοις δ βράχος την περιφρονεί όρθιος και ή βροχή θραΰ 
εται έπ 3 αύτοΰ ματαίως. Ζητεϊ να μεταβληθή εις βράχο ν 
και μεταβάλλεται, άλλ' αισθάνεται τάς πλευράς του να 
τάς διατρυπά εις άνθρωπος με τον σιδηρούν του μοχλόν. 
Ό άνθρωπος λοιπόν εινε ισχυρότερος του βράχου. 

— Θέλω να γείνω άνθρωπος ! αναφωνεί. 

Και μεταβάλλεται αΰθωρεί εις λιθοτόμον, επανερχό- 
μενος δια του κύκλου τόσων μεταβολών εις τήν άρχικήν 
του ύπόστασιν, τήν δποίαν επεριφρόνησε. 

Και το επιμΰθιον ; 

Το επιμΰθιον περιλαμβάνεται εις δυο χαριεστάτους 
γαλλικούς στίχους : 

Ναΐ €31: οοηΐεηί: άε δα ίοΓΐπηο, 
Νϊ ιηέοοηί^ηί άε δοη εδρηί:. 



8δ 



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΩΝ ΠΤΗΝΩΝ 
ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΠΟΔΩΝ 



Υπάρχουν έν χρήσει εις την δημώδη γλώσσαν δύσ 
φράσεις παροιμιακά! προς διατΰπωσιν αντιθέτου εννοίας. 
Ή μία εινε το: «βάζει τα σκυλλιά στην αγγαρεία* καΐ λέ- 
γεται εϊρωνικώς περί των οκνηρών, των εις ουδέν ασχολου- 
μένων έργον* διότι εις τάν τόπον μας, δπου οι σκΰλλοι χαί- 
ρουν προαιώνια προνόμια ανεξαρτησίας, και το πολύ-πολύ 
χρησιμεύουν ως φυλακές τών οικιών καΐ τών ποιμνών, ή 
συμμετέχουν ως άνιχνευταί τών ευχάριστων και εκουσίων 
θηρευτικών κόπων του άνθρωπου εις ούδεμίαν υποβάλλον- 
ται πραγματικήν άγγαρείαν Πράγματι δε ουδείς ποτέ εις 
την χώραν μας έσκέφθη να χρησιμοποίηση τους μάλλον 
μεγαλοσοομους καΐ εύρωστους εξ αυτών, δπως εις μερικάς 
χώρας της Βορείου Ευρώπης, εις τήν ελκυσιν μικρών αμα- 
ξιών προς μεταφοράν αναλόγων βαρών, είτε εις τήν κατα- 
ναγκαστικήν περιστροφήν τών δβελών της δπτήσεως εις τα 
μεγάλα μαγειρεία, ή προς κίνησιν τροχών αντλιών κλπ. 
9 Αλλ 3 εις τήν χώραν δπου τόσοι και τόσοι άνθρωποι αρέ- 
σκονται να διάγουν εν άκρα οκνηρία θα ήτο πολύ τολμη- 
ρά ή άξίωσις νά καθυποβάλλωνται εις εργασίαν οι σκύλλοι. 

Ή άλλη φράσις, άντιφάσκουσα προς τήν πρώτην : 
«δουλεύει σάν το σκυλλί» λέγεται έπι τών ύπερμέτρως και 



86 

έπιμόχθως κοπιώντων, άθλίως δε άνταμειβομένων και δει- 
νοπαθούντων. 

Ή ελευσις του Θιάσου των εκγυμνασμένων πτηνών 
και τετραπόδων, του τέρψαντος πέρυσιν επι μήνας ολόκλη- 
ρους το άθηναϊκόν κοινόν εις διάφορα θέατρα ένθα ενε- 
φανίσθη, την μεν πρώτην εκ των ανωτέρω φράτεων εν 
τή συνήθει αυτής εκδοχή κατήργησε, την δε δευτέραν πε- 
ριφανώς έπεκΰρωσεν. Ή πολυάριθμος άγέ?α) των παντός 
είδους και παντός αναστήματος κυνών, τους οποίους μετά 
Θαυμαστής υπομονής έξεγΰμνασεν δ ευφυής ελλην δαμα- 
στής, απέδειξε δια των περιεργοτάτων αΰιου .γυμνασίων και 
ασκήσεων δτι εΐνεδυνατόν τω δντι νά ευρεθούν άνθρωποι 
ικανοί νά «βάλουν τά σκυλλιά στην άγ/άρ-:ια» και οτι ευ- 
ρίσκονται επίσης σκύλλοι ΐνανοί νά κερδίζουν τον έπιού- 
σιον έντίμως και φιλοπόνως και νά καταισχύνουν τοιουτο- 
τρόπως πολλά των οκνηρών διπό,δων, των άποζώντων εις 
βάρος των άλλων με άναίδειαν, ήτις χαρακτηρίζεται ως κυ- 
νική, ενώ πράγματι εινε ανθρωπινή. 

3 Ανέκαθεν δ άν&ρωπος, άφ' 6'του εσχε συνείδΐ|σιν της 
λογικής αΰτοΰ υπεροχής, έσκέφθη οχι μόνον νά δαμάσω 
και νά τιθασσεΰση προς εξυπ<Ίρέτησιν αυτού, αλλά και νά 
εκγύμναση τά κατώτερα κτίσματα ώστε νά εκτελούν δια- 
φόρους ασκήσεις και παιδιάς δυσαναλόγους προς την σω- 
ματικήν αυτών κατασκευήν και προς την συνήθη νοημο- 
σΰνην των, επι ιδία τέρψει, ή και επι σκοπώ εμπορίας. 
Φυσικώ τω λόγφ τά ζώα τά κατοικίδια, τά έξωκειωμένα 
μετ* αΰτου εκ τής μακράς συμβιώσεως, εΐνε έπιδεκτικώτε- 
ρα τής τοιαύτης εξασκήσεως. Ό ίππος του Κοζάκου, του 
Κενταύρου τούτου τών στεππών,και ή κάμηλος του Βεδου- 
ίνου, καταντούν νά εννοούν τά αισθήματα και νά μαντεύ- 
ουν οΰτως ειπείν τους διαλογισμούς του κυρίου των, μετά 
του δποίου διαρκώς συζούν και συμμερίζονται τάς τΰχας 



87 

και τους κίνδυνους του. Διηγούνται δε δτι τα όνάρια της 
Αιγύπτου, των οποίων το σφρίγος και την νοημοσυνην 
θαυμάζουν οί Ευρωπαίοι, συνενοοΰνται εξαίρετα μετά των 
αράβων δνηλατών, και οσάκις μισθουνται υπό ξένων, κα- 
νονίζουν το βάδισμα των συμφώνως προς την όδηγίαν την 
οποίαν θα δώσν) εις αυτά δ κύριος των, ψιθυρίζων κρυφά 
παρά το ους των άραβικάς τινας λέξεις. 

3 Αλλά και άλλα ζώα άγ*ριώτερα και άτιθασσότερα υπο- 
βάλλονται κατ 3 ανάγκην εις την έκπαιδευτικήν του ανθρώ- 
που έξουσίαν. Το θέαμα διαφόρων άνημέρουν θηρίων έκτε- 
λοΰντων διαφόρους ασκήσεις κατήντησε κοινότατον, παρ* 
όλους τους κίνδυνους τους όποιους το επάγγελμα συνεπ ? ν 
γεται. Ό έλέφας, του όποιου ή νοημοσύνη έξυμνήΟη από 
της αρχαιότητος, παρέχει σημαντικάς έκδουλεΰσεις εις τον 
ά'νθρωπον εις τάς χώρας ένθα διαιτάται. "Αραβες και Ιν- 
δοί γόητες καθ υποτάσσουν και καθιστούν άβλαβη τά ίοβό- 
λα ερπετά, τά όποια άρχοΰνται ρυθμικώς υπό τους ήχους 
του μαγικού των αυλοΰ. Και αυτών δε των μάλλον ταπει- 
νών καΐ δυσνόων κτηνών την νοημοσυνην κατορθώνει ν' 
αφύπνιση και νά όξύνη ή επιμονή, του ανθρώπου, "Ανα- 
φέρεται ότι θαυματοποιός τις ονόματι δοιιίαιχΐ έν Παρισί- 
οις έπι της βασιλείας Λουδοβίκου του ΙΑ' ήδυνήθη νά γύ- 
μναση γίαν γουρούναν, ώστε νά κάθηται έπι των οπισθίων 
ποδών και κρατούσα μέ τους εμπρόσθιου; ήλακάτην νά 
νήθη ερίον. 'Αλλά το κατόρθωμα έστοίχισεν ακριβά εις 
τον δυστυχή, διότι μερικοί τών σοφών και σοβαρών του 
καιρού εκείνου της αμάθειας καΐ τής προλήψεως, έθεώρη- 
σαν το πράγμα ως υπέρ φΰσιν γενόμενον τή διαβολική συ- 
νεργία* ό θαυματοποιός κατηγγέλθη καΐ το δικαστήριον 
τής Πραιποσιτείας τών Παρισίων κατεδίκασεν αυτόν νά 
καή ζών, ή δε άπόφασις έξετελέσθη έν τή πλατεία τής 
Γρέβης. 



Ταΰτα συνέβαινον εν ετει σωτηρίω 1466. 






3 Αλλά και ζώα ένυδρα, φΰσει έχοντα άτελέστερον τον 
όργανισμόν, έξοικειοΰνται προς τον ανθροοπον και άκοΰ 
ουν της φωνής των. Ό Πορφΰριος, ο γνωστός εκ Συρίας 
φιλόσοφος, εν τω περιέργω αύτοΰ συγγράμματι: «Περί της 
από των έμψυχων αποχής», λέγει τα έξης : «"Ιστορείται 
δε και άφθόγγων οΰτως έτοίμως ΰπακοΰειν τοις δεσπόταις, 
ως ουκ άνθρωπος των συνήθων" ή γουν Κράσσου του Ρω- 
μαϊκού μΰρραινα όνομαστί καλούμενη προσήει τω Κράσ- 
σω, δν και οΰτω διέθηκεν, ώστε πενθήσαι άποθανοΰσαν, 
τριών τέκνων άποβολήν πρότερον μετρίως ένεγκόντα* και 
εγχέλεις δε πολλοί ιστόρησαν, τάς εν Άρεθοΰση και Σα- 
πόρδα τους περί τον Μαίανδρον υπακούοντας τοις κα- 
λοΰσιν». 

Αι πτέρυγες δεν σώζουν τα πτηνά από τής τοιαύτης 
δουλείας* μικρά και μεγάλα, στρουθία και κόρακες, περι- 
στέρα! και γΰπες υποκύπτουν εις την άνθρωπίνην θέλησιν 
Τα ωδικά πτηνά εκγυμνάζονται ιδίως εις την άπομίμησιν 
ήχων διαφόροον, ηκούσθησαν δε κόσσυφοι συρίζοντες μετά 
Θαυμαστής ακριβείας τους ήχους του ' Αγγλικού ύμνου και 
ετέρων εθνικών ασμάτων. Οι μικροί νοήμονες πτερωτοί 
•ψάλται διδάσκονται δι' οργάνων επίτηδες κατεσκευασμέ- 
νων, την τέχνην των δε μεταδίδουν και εις άλλους όμοι- 
ους των. Τοιουτοτρόπως κάτοικος τις του ΤοηΛ&οΙι εν 
Γερμανία εξεγΰμνασέ ποτέ σπίνον νά κελαδή διαφόροον 
ασμάτων ήχους, έπειτα δε τον εξαπέλυσε" μετά τίνα και- 
ρόν τά δάση τής Θουριγγίας έπλήσθησα ν νέων ήχων κακελα- 
δημάτων, τά όποια ή νεοοτέρα γενεά έξέμαθεν εξ ακοής και 
κατ* άπομίμησιν του αρχικώς διδαχθέντος, καΐ μετέδωκεν 



89 

από κοιλάδος εις κοιλάδα και από λόχμης εις λόχμην. 

Μετ 3 ιδιαιτέρας ευκολίας μανθάνουν ν 3 απομιμούνται, 
τάς έναρθρους άνθρωπίνας φωνας τα πτηνά, των οποίων 
τα φωνητικά Οργανα έχουν άναλογίαν τινά προς τα 
ημέτερα. Πρωτεύουν εις τοΰτο οι ψιττακοί, οι αποτελούν- 
τες πανταχού το χάρμα των κεχηναίων, οΐτινες, αγνοώ 
διατί, τους ερωτούν στερεοτΰπως αν θέλουν καφέν, ως νά 
ήσαν θαμώνες του καφενείου Ζαχαράτου. Υπάρξουν εξ 
αυτών οι πολύγλωσσοι, οι φθεγγόμενοι εις διαφόρους γλώσ- 
σας. Εις εξ αυτών εγίνωσκε ν' άπαγγέλλη απταίστως δλό- 
κληρον το Σΰμβολον της Πίστεως λατινιστί και τούτον ή- 
γόρασε κάποιος καρδινάλιος αντί εκατόν σκοΰδων, ίσως 
διά νά απαλλάσσεται του κόπου νά το άπαγγέλλη δ ίδιος 
κατά τάς προσευχάςτου. Ό διάσημος εκ Νεαπόλεως μου- 
σουργός Μερκαδάντης είχε δυο ψιττακοΰς, εκ τών οποίων 
δ εις ήτο άβρότατος περί τάς εκφράσεις του, δ δ' έτερος 
υβριστής, βλάσφημος και αΐσχρολόγος* ή αιτία δε της τοιαύ- 
της αντιθέσεως προήρχετο εκ του δτι δ μεν πρώτος έμενε 
διαρκώς εντός της αιθούσης, δπου ήκουε πάντοτε κοσμί- 
ους συνδιαλέξεις, ενώ του ετέρου δ κλωβός έτοποθετεϊτο 
εις το δπίσθιον μέρος της οικίας, παρά στενόν δρομίσκον, 
δπου εσΰχναζον άγυιόπαιδες και άνθρωποι χυδαίοι, τών 
δποίων έξέμαθεν εκ της γειτνιάσεως την άχρείαν φρασεο- 
λογίαν. 

Εις την άπομίμησιν της ανθρωπινής λ,αλιάς εκγυμνά- 
ζονται και αί άηδόνες. 'Αλλά βεβαίως δυσκολευόμεθα νά 
παράσχωμεν πίστιν εις τόνΘθδδΠΘΓ,βεβαιοΰντα δτι ύπήρχοτ 
δΰο εξ αυτών τών πτηνών εις εν έστιατόριον της Ρατισβό- 
νης, διεξάγουσαι πολιτικήν συζήτησιν, διότι ήκουον συ- 
χνά τάς συνομιλίας και τάς συζητήσεις επί πολιτικών θε- 
μάτων, τάςδιεξαγομένας μεταξύ τών αυτόθι γευματιζόντων 
μελών της Διαίτης. Αί κίσσαι δμως εινε βέβαιον δτι μαν- 



90 

Φάνουν νά ομιλούν ανθρωπίνως* και αναφέρεται περί τού- 
του από της αρχαιότητος το έξης περίεργον άνέκδοτον. 
Κουρεΰς τις εν τη αρχαία Ρώμη — καΐ εΐνε περίεργον δτι 
οι κουρείς εις πάντα τόπον και πσσαν έποχήν έχουν την 
τοιαΰτην ικανότητα, ίσως διότι το επάγγελμα των παρέχει 
εΐς αυτούς πλείονας ώρας αργίας — κατώρθωσε νά γύμναση 
κίσσαν ώστε ν' άρθρώνη ευκρινώς και να επαναλαμβάνη 
λατινιστι την φράσιν : «Χαίρε, Αύγουστε ,,αύτοκράτορ !» 
ε Οσάκις δε κατά το μακρόν στάδιον της εξασκήσεως το 
πτηνόν έδυστρόπει εΐς το μάθημα, δ .κουρείς άποκάμνων 
έσυνήθιζε ν' άναφωνη περιλΰπως : 

« — 'Έχασα τόνκόπον και τον καιρόν !». 

Άφοΰ εν τούτοις επείσθη δτι ή έκγΰμνασις ήτο τελεία, 
έπαρουσίασεν εις τον Αυγουστον το πτηνόν, το οποίον τω 
δντι άπήγγειλε τον χαιρετισμόν' αλλ 3 ό ρωμαίος αυτοκρά- 
τωρ, όστις δεν έφημίζετο έπι εξαιρετική γενναιοδωρία, ήρ- 
κέσθη νά ΰψώση τους ώμους, λέγων δτι ηκουε την φράσιν 
έκείνην τοσάκις της ημέρας προφερομένην υπό ανθρώπων, 
ώστε του εφαίνετο περιττόν νά την άκοΰη και υπό πτη- 
νών. 'Ο δυστυχής κουρεύς βλέπων τάς περί αμοιβής ελ- 
πίδας του ματαιωθείσας, εκυπτεν ήδη περίλυπος και κατη- 
σχυμμένος την κεφαλήν, δτε ή κίσσα ώσει υπό αιφνίδιου 
εμπνεύσεως καταληφθεΐσα άνεφώνησεν : «"Εχασα τον 
κόπον και τον καιρόν !» επαναλαμβάνουσα την φράσιν την 
οποίαν ηκουε συχνά λεγομένην υπό του κυρίου της. 
5 Ακουσας τοΰτο δ Αύγουστος εφαιδρΰνθη και ήμειψε γεν- 
ναίως τον κουρέα. 

Άλλ 3 υπάρχουν και πτηνά άγΰμναστα και άτίθασσα, 
τών όποιων ή κραυγή εκ φύσεως έχει ομοιότητα προς τους 
φθόγγους της ανθρωπινής φωνής. Ό Ούώτερτον διηγεΐ- 
ταιδτι, αποπλανηθείς ποτέ νΰκτωρ εις τά δάση τήςΓουϋέν- 
νης, ήκουσε πτηνόν του οποίου ή φωνή εφαίνετο ευκρινώς 



91 

λέγουσα την αγγλικών φράσιν: \νΐιο ο,γθ γο\ι ? (Τις ει;) 
9 Αλλ 9 ί'σως τούτο ήτο παράκρουσις της ακοής, συμβαίνου- 
σα ενίοτε και εις ομάδας ανθρώπων. Τοιαύτην τινά έχει 
αρχήν βεβαίως και ό δημώδης μύθος περί του εποπος, του 
οποίου ή κραυγή ομοιάζει προς την λέξιν «δεκοχτώ», εξ 
ου και το πτηνόν κοινώς καλείται δεκοχτοΰρα. Ό ανω- 
τέρω ρηθεις Πορφΰριος προσθέτει δτι καΐ ζώα τετράποδα 
εΐνε ικανά ν 9 απομιμούνται την άνθρωπίνην φωνήν και 
άνευ διδασκαλίας. Αναφέρει δε τήν ϊνδικήν ΰαιναν, « ην 
Κροκότταν οι έπιχώριοι καλούσιν», ήτις, ώς λέγει, 
»και άνευ διδασκάλου οΰτω φθέγγεται ανθρωπίνως, ώς 
2>και επιφοιταν ταΐς οικίαις και καλεΐν ον ΐδη ευχάριστο ν 
»αύτη και μιμείται γε το55 φιλτάτου καΐ ω αν πάντως ύπα- 
^ύπακούσειεν ό κληθείς το φθέγμα' ώς καίπερ ειδότας 
»τούς Ινδούς δια της όμοιότητος έξαπατσσθαι και άναλί- 
»σκεσθαι έξιόντας τε και προς το φθέγμα υπακούοντας». 
'Αλλά βεβαίως τοΰτο εΐνε παραδοξολογία, ή μάλλον 
πλάνη εκ τών πολλών τοιούτων παρά τοις άρχαίοις ύπαρ- 
χουσών, ένεκα της ατελούς επιστημονικής τών πραγμάτων 
γνώσεως* δπως εΐνε παιδαριώδης πλάνη και το έτερον παρ 9 
αυτού άναφερόμενον δτι υπάρχουν αντιθέτως άνθρωποι 
γινώσκοντες τήν φωνήν τών ζώων, κατά τήν πρόληψιν 
τήν ύπάρχουσαν εις πάσας τάς δημώδεις μυθολογίας. Τοι- 
ούτοι λέγεται δτι ήσαν κατά τους αρχαίους χρόνους δ Μέ- 
λαμπος και ό Τειρεσίας, κατά δε τους συγχρόνους αυτού 
καιρούς ό διάσημος γόης Απολλώνιος ό Τυανεΰς, περί 
του όποιου πολλά τα μυθώδη αναφέροντας εν οις και το 
επόμενον, δτι : «τοις έταίροις συνόντος, χελιδόνος επιστά- 
της και φθεγγομένης, (λέγεται) ειπείν δτι μηνύει ή χε- 
»λιδών ταΐς άλλαις δνον προ του άστεως πεπτωκέναι σί- 
»του βαστάζοντα φορτίον, δ δή κεχύσθαι εις τήν γήν, του 
»άχθοφορούντος πεπτωκότος». Προσθέτει και το ίξής πα- 



92 

ρόμοιον :« Εταίρος δε ημών εξηγειτό τις εΰτυχήσαι οικέ- 
»του παιδός, ος πάντα ξυνη τα φθέγματα των ορνίθων 
«και ην πάντα μαντικά και του μετ' ολίγον μέλλοντος άγ- 
»γελτικά* άφαιρεθήναι δε την σΰνεσιν, της μητρός εΰλαβη- 
»θείσης μη δώρον αυτόν βασιλεΐ προπέμψειεν και καθεΰ- 
«δοντος εις τα ώτα ένουρησάσης». 

Ή δοξασία περί της υπάρξεως προνομιούχων ανθρώ- 
πων, εννοούν των την εννοιαν της λαλιάς των πτηνών και 
της φο^νής τών τετραπόδων ήτο αρκετά διαδεδομένη κατά 
την αρχαιότητα, ως έμΓραίνεται και εκ της υποθέσεως τών 
"'Ορνίθων,, του 3 Αριστοφάνους, ένθα δ ποιητής παριστά 
τους δυο συμπολίτας του, τον Πεισθέτερον και τον Εΰελπί- 
δην συνδιαλεγομένους μετά τών πτηνών. Πίστιν δε εις αυ- 
τήν παρέχουν και οι πλείστοι τών ασιατικών λαών, παρα- 
δείγματα δε τοιαύτα αναφέρονται εις τα ινδικά, τα συρια- 
κά, τά περσικά παραμυθία και είς την περίφημον άραβικήν 
Χάλι μα ν. 

Άξιοπιστότερα εΐνε δσα αναφέρει ό ανωτέρω αρχαίος 
συγγραφεύς περί του τιθασσευθέντος παρ'αΰτοΰ εν Καρχη- 
δόνι πέρδικος : «του χρόνου προϊόντος καΐ της συνήθειας 
»εΙς πολλήν ήμερότητα αυτόν μεταβαλοΰσης, ου μόνον 
<σαίνοντος και θεραπεΰοντος ήσθόμεθα καΐ προσπαίζον- 
»τος, αλλ 9 ήδη καΐ άντιφθεγγομένου προς το ήμέτερον 
»φθέγμα και καθ* δσον ην δυνατόν άποκρινομένου άλλοί- 
»ως, ει καΐ καλεΐν αλλήλους εΐώθασι/ οι πέρδικες». 



3 Αλλ 3 εκ πάντων τών ζφων, πτηνών καΐ ένυδρων και 
τετραπόδων τήν πρώτην αναμφισβητήτως Θέσιν μετά τον 
ανθρωπον λόγφ νοημοσύνης και εξημερώσεως καΐ ασκή- 
σεως κατέχει δ πιστός του ανθρώπου σύντροφος, δ στέρ- 



93 

γων και μάλιχτα επιζητών προθυμως την μετ'αύτοΰ συμ- 
βίωσιν, δ έξοικειούμενος κατά πάντα μετ 3 αύτοΰ, δ συμ- 
μορφούμενος προς τάς έξεις του, δ συνδεόμενος ενίοτε δι 9 
αληθούς αισθήματος άφοσιώσεως προς αυτόν και τον 
οΐκόν του και δυνάμενος να έμβατεΰη εις τους μύχιους 
αυτού πόθους και διαλογισμούς, δ κΰων. 

Άπό των απωτάτων ιστορικών χρόνων ή φιλία του 
κυνός μετά του ανθρώπου παρετηρήθη, άνεγνωρίσθη, 
εξυμνήθη, παρέμεινε δε μέχρι σήμερον αδιατάρακτος εις 
πάσας τάς χώρας και εις πάντας τους λαοΰς, τους τε πεπο- 
λιτισμένους και τους αγρίους. Κα! αν ποτέ διεταράχθη ή 
φιλία αΰτη, σπανίως το ρήγμα προήλθεν εκ μέρους του 
ζφου, πάντοτε δε σχεδόν ένοχος ΰπήρξεν δ αυθαίρετος κα! 
άγνώμων αύτοΰ δεσπότης, δστις κάποτε κα! τον θυσιάζει 
χά^ιν απλώς της γαστριμαργίας του. Κατά την μαρτυρίαν 
του Ιπποκράτους, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ετρωγον τους 
κΰνας, δ Πλίνιος δε βέβαιοι δτι οι δπτο! σκΰλακες εθεω- 
ρούντο έδεσμα έξαίρετον κα! περιζήτητον. Κΰνες δπτο! 
παρετίθεντο πάντοτε εν Ρώμη κατά τά συμπόσια τα γενό- 
μενα επ! τη άναρρήσει τών ποντιφίκων καθώς κα! εις αλ- 
λάς δημοσίας πανηγύρεις. 

Άλλα κα! πολλο! τών βαρβάρων λών εν Ασία, Α- 
φρική κα! Αμερική έσυνήθιζον να τρώγουν τάς σάρκας 
του κυνός κατά προτίμησιν δπτάς. Ή συνήθεια αΰτη επε- 
κράτει κα! εις Καμτσάτκαν κα! μεταξύ τών αγρίων φυ- 
λών του Καναδά κα! εις τάς νήσους της 'Ωκεανίας. Ό 
διάσημος Κούκ διηγείται εις τάς περιηγήσεις του δτι 
νοσήσας επικινδύνως αυτόθι, έσώθη πιών ζωμόν εκ κρέα- 
τος κυνός. "Εη κα! σήμερον το κρέας του κυνός Θεωρείται 
-ως έδεσμα έκλεκτόν εις την Κίναν, δπου οι κΰνες παχΰ- 
νονται εντός κλωβών κα! σφαζόμενοι αναρτώνται προς 
πώλησιν εις τά κρεοπωλεία. Σημειωτέον δτι οι Κινέζοι ένέ- 



94 

παιζον τους Εύροοπαίους κατά την εν £τει 1859 γενομένην 
υπό τών "Αγγλων καΐ Γάλλοον έκστρατείαν εναντίον των, 
ως πίνοντας το γάλα τών αγελάδων, το όποιον αυτοί έί>ε~ 
ώρουνως ποτόν μιαρόν και αηδές, κατ' ουδέν διαψέρον 
τών άλλων υπό του ζώου έκκρινομένων υγρών. Άλλ 9 ίσως 
σήμερον χάρις εις την διάδοσιν του πολιτισμού μετεβλή- 
θησαν αί τοιαύται γαστρονομικά! ϊδέαι παρά πολλοίς τών 
κατοίκων του Ουρανίου Κράτους. 

Μ Ας αφήσωμεν τώρα τάς αηδείς ταύτας ευωχίας, εις τάς 
όποιας εξωθεί τον άνθρωπον δ δαίμων της γαστριμαργίας, 
κα! ας επανέλθο^μεν εις το ψυχαγωγικώτερον θέμα τών 
πρότερη μάτοον του τετραπόδου, το όποιον ανέκαθεν συνε- 
δέθη στενώτερον παντός άλλου — μολονότι κάποιος ϊσχυ- 
ρίσθη δτι το ζώον το στενώτερον συνδεόμενον μετά τοΰ 
ανθρώπου εΐνε.. .ή βδέλλα ! — μετά του ημετέρου γένους, 
και το όποιον εΰρεν εν πάση εποχή μεταξύ τών ανθρώ- 
πων φίλους και θαυμαστάς. "Αναρίθμητοι εΐνε αί μαρτυ- 
ρίαι και τά ανέκδοτα, τά διαπιστοΰντα την Θυμοσοψίαν, 
την νοημοσΰνην, την άφοσίωσιν καΐ την εΰγένειαν τών 
αισθημάτων του κυνός. β Ο Ναπολέων εν Μαρέγκω έπλεξε 
το εγκώμιόν του, οτε διατρέχων το πεδίον της μάχης μετά 
την νίκην εΰρε κΰνα παραμένοντα παρά τον νεκρόν κύ- 
ριόν του και φυλάσσοντα το σώμα του. Ό Πλούταρχος δε 
διηγείται δτι έτερος έξοχος στρατηλάτης της αρχαιότητος 
εύρων κΰνα δστις βπι τρεις ημέρας άσιτος εφύλαττε τό 
σώμα του δολοφονηθέντος κυρίου του, κατανυχθεις διέ- 
ταξε τον στρατόν του νά παραταχθη" ο δε κύων οδηγηθείς 
έκεΐ και άναγνωρίσας μεταξύ τών τάξεων τών στρατιωτών 
τον φονέα έφοορμησε κατ* αύτου και τον εσπάραξεν. 

Τά παραδείγματα της γενναιότητος καΐ της άφοσιώσε- 
ως του κυνός προς τον άνθρωπον και αναρίθμητα εΐνε 
και πασίγνωστα, δπα)ς αναρίθμητα και τά της εξόχου αύ- 



95 

του νοημοσύνης. Το προτέρημα τοΰτο είνε φυσικόν, ποι- 
κίλλει δέ αναλόγως των διαφόρων ειδών του κυνικού γέ- 
νους, εξ α>ν υπερέχουν το της Νέας Γης, το του Άγιου 
Βερνάρδου και προ πάντων το των ούλοτρίχων των λε- 
γομένων θ3.ηίο1ΐ€δ. Άλλα το εμφυτον χάρισμα τελειοποι- 
είται δια της ασκήσεως, υπάρχουν δε άλλαχου οΐ έχοντες 
ως επάγγελμα την εξάσκησιν κυνών προς εκτέλεσιν διαφό- 
ρων παιδιών και γυμνασίων. Παρ 3 ήμΐν συνήθους ασχο- 
λούνται περί την τοιαΰτην διδασκαλίαν, την απαιτούσαν 
χρόνον και ΰπομονήν οι βαρΰποινοι κατάδικοι τών φυλα- 
κών, οι διάγοντες εν άργί# κατά το ίσχΰον παρ* ήμΐν άτε- 
λέστατον και όλεθριώτατον σωφρονιστικόν σύστημα. Πολ- 
λοί τών εγκλείστων τούτων μιμούνται εξ ανάγκης, ελλείψει 
άλλης πρακτικής και ώφελιμωτέρας ασχολίας, τον περίφη- 
μον εκείνον καΐ ιστορικόν δεσμώτην της Βαστίλλης Ι,&ΐιιάΘ, 
τον διανΰσαντα τεσσαρακονταετή περίπου κάθειρξιν 
εντός τής φοβέρας εΐρκτής, δι* έλαφρότατον παράπτωμα, 
δστις τάς μακράς ώρας τής μονώσεως του διήρχετο έκγυ- 
μνάζων τους ποντικούς τής φυλακής του, τους οποίους 
είχε τιθασσεΰσει. 

Ό μέγας Λεϊβνίτιος βέβαιοι οτι είδε κΰνα μετρίου 
αναστήματος και κοινότατου είδους διδαχθέντα εν Σαξο- 
νία υπό παιδιού τινός νά προφέρη ένάρθρως και καθαρά 
περί τάς εκατόν γερμανικάς λέξεις, οΐον γάλα, σοκολάτα 
κτλ., ή δέ σπουδαιότης του μάρτυρος αίρει πάντα περί τής 
αληθείας δισταγμόν. Ό δέ σύγχρονος επιφανής άγγλος 
φυσιοδίφης σερ Τζών Λώμποκ ομολογεί οτι επεχείρησε 
μεν νά διδάξη κύνα δπως διακρίνη πινακίδας, επί τών 
οποίων έγράφοντο διάφοροι λέξεις, και νά συνδυάζω αΰτάς, 
ώστε ν' αποτελούνται μικραί φράσεις, αλλά δεν το κατώρ- 
θωσεν. 

Διότι, ως φαίνεται, υπάρχουν και μεταξύ τών τετρα- 



πόδων αυτών των ανηκόντων και εις αυτά ακόμη τα νοη- 
μονέστατα είδη, ως συμβαίνει και μεταξύ των ανθρώπων, 
τα έχοντα περιωρισμένην την άντίληψιν. Και ό 3 Αλέξαν- 
δρος Δυμάς, ό πατήρ, ό κατ* εξοχήν φίλος της θήρας και 
των θηρευτικών κυνών και γράψας προς τοις άλλοις και 
την διασκεδαστικωτάτην «'Ιστορίαν των ζώων μου», ανα- 
φέρει δτι ε^χέ ποτέ κΰνα, τον όποιον έτιμώρει συχνάκις, 
διότι είχε την κακήν συνήθειαν να έκπληροΐ τάς φυσικάςτου 
άνάγκας εντός του δωματίου" μετεχειρίζετο δε προς τοΰτο 
τήν προκατακλυσμιαίαν, ως λέγει, μέθοδον σωφρονισμού, 
το τρίβειν το ρύγχος του άτακτήσαντος ζώου £πι των ακα- 
θαρσιών. Άλλ 3 ή τιμωρία απέβη άκαρπος• μια δε τών 
ημερών καθ 3 ην ό Δυμάς εϊργάζετο εις το γραφεΐόν του, 
ώς συνήθως, είδε υόν κΰνα του πλησιάζοντα εις αυτόν και 
έκφέροντα ιδιαιτέρας τινάς κραυγάς, ως να τον προσκα- 
λεί να έγερθή. Ήγέρθη τφ δντι και παρηκολοΰθησε το 
ζώον μέχρι του σημείου της αιθούσης δπου τον ωδήγησε, 
τότε δε ό κΰων, άφοΰ εστράφη προς τον κΰριόν του οιονεί 
δεικνύων το. ..σώμα του εγκλήματος, προσήγγισεν άφ' εαυ- 
τοί) το ρύγχος του καΐ το προσέτριψεν επι τών ακαθαρσι- 
ών. Ό κΰων ειχεν εννοήσει δχι δτι ήτο άπηγορευμένη 
ή πράξίς του εκείνη, άλλ' δτι ευθύς μετ 3 αυτήν έπρεπε να 
επακολούθηση και ή πράξις της προστριβής ! 

"Εκτακτον πονηρίάν μαρτυρεί και το επόμενον περιστα- 
τικόν, το όποιον αφηγείται επίσης ό αυτός μυθιστοριο- 
γράφος. Έπορεΰθη ποτέ εις τήν επαυλιν φίλου του, προσ- 
κληθείς παρ 3 αύτοΰ εις κυνηγετικήν έκδρομήν επειδή δέ 
ό οικοδεσπότης απουσίαζε κατ* έκείνην τήν ώραν, εισή- 
χθη εις τήν αΐθουσαν, συγκοινωνούσαν δια τών ανοικτών 
αυτής θυρών με τήν βεράνζαν. Μετ 3 ολίγον εισήλθον δΰο 
ωραίοι κΰνες του είδους τών λαγωνικών, τους όποιους ό 
Δυμάς ήρχισε να θωπεΰη, δτε ήκοΰσθη εξ αύτοΰ προερ- 



9Γ 

■χόμενος κρότος τις δυσάρεστος, Ικ των αυστηρώς άπαγα- 
ρευομένων υπό των κανόνων της ευπρεπείας. Ευθύς δε μετά 
τούτο αμφότερα τα ζώα, ώσει καταληφθέντα ύπότουαύτοΐί 
αίσθήματος, ώρμησαν δια τών ανοικτών θυρών εις την βε- 
ράνταν, επήδησαν εξ αυτής εις την αύλήν και έγένοντα 
άφαντα. Το συμβάν εφάνη άνεξήγητον είς τον συγγραφέα, 
δστις το άνεκοίνωσεν άπορων εις τον μετ' ολίγον έπιστρέ- 
ψαντα οίκοδεσπότην. « — Ιδού ή εξήγησις, άπήντησεν 
εκείνος γελών' τα εξαίρετα αυτά ζώα έχουν την κακήν 
συνήθειαν, τή\ οποίαν παρετηρήσατε, καΐ προσπαθώ νά 
θεραπεύσω το ελάττωμα των δια μαστιγώσεων* άλλ' επειδή 
συμβαίνει νά ευρίσκονται πάντοτε σχεδόν και τά δύο μα- 
ζί, και νά μη δύναμαι πολλάκις νά διακρίνω τον πταίστην, 
τιμωρώ και τους δύο, διά νά είμαι βέβαιος. "Οθεν, δταν 
ό εις σκύλλος άκούση τον άλλον ν 9 άτακτήση, τρέπεται καΐ 
αυτός εις φυγήν μετά του συντρόφου του, διότι γνωρίζει 
δτι και αυτός θά τιμωρηθη». 

Είνε αρά γε δλα αληθή και κατά πάντα ακριβή τά 
παμπληθή ανέκδοτα, τάναφερόμενα είς την νοημοσύνην 
και εις τά λοιπά προτερήματα τών κυνών ; Το έπ 9 εμοι δέν 
θ 3 άνελάμβανον την εΰ&ύνην νά το βεβαιώσω, διότι εΐνε 
προφανές δτι πολλά εξ αυτών έπενοήθησαν, ως προς έτερα 
δε εις το άρχικόν γεγονός περιεπλάκη ό μύθος της παρα- 
δόσεως καΐ τά έμεγαλοποίησεν, ή τά παρεμόρφωσεν. Έν 
τούτοις εκλέγω τινά εκ τών μάλλον περιέργων, άφίνων 
την έκτίμησιν εις τους ευφυείς άναγνώστας μου. 

9 Ιδού, λόγου χάριν, εν κυνάριον εκτελούν χρέη ιατρού, 
έχον το ευτύχημα νά έπιτηρή την δίαιταν και την ύγείαν 
της διαβόητου εταίρας Νινών Δελαγκλώ, ήτις μέχρι βαθύ- 
τατου γήρατος, κατά θαύμα της φύσεως, δέν αφιέρωσε το 
κάτοπτρον τη Παφίη, αφού έν ηλικία όγδοήκοντα ετών 
απέκτησε τον ισάριθμο ν ϊσως εραστή ν της. Τον κυνα τοΰ- 

7 



98 

τον είχε δίορήσει εις αυτήν εις των λατρευτών της, δ άγ- 
γλος μαρκήσιος Οΰόρσεστερ, ήτο δε μικρός το ανάστημα, 
ξανθός το τρίχ(ομα, ζωηρός και νοημονέστατος. Παρευ- 
ρισκόμενος εις τα τρυφηλά συμπόσια της κυρίας του επέ- 
τρεπεν εις αΰτην να γεύεται των αβλαβών εδεσμάτων, του 
ζωμοΰ, των βραστών και δπτών κρεάτων, άλλα την ήμπό- 
ζε δι 3 όργίλων ύλακών να προσέγγιση τα χείλη της εις φα- 
γητά μαγειρευμένα με πολυσύνθετα καρυκεύματα καΐδΰσπε- 
πτα, τά όποια το άγχίνουν ζώυν διεγίγνωσκεν εκ της ο- 
σμής, ιδίως δ' έφαίνετο σφόδρα πολέμιος της χρήσεως του 
καφέ, μανιωδώς διαμαρτυρόμενος δια των ύλακών του, 
<5τε προσήγετο το επιβλαβές κατά την γνώμην του ποτόν. 

« — Μου επιτρέπεις, ιατρέ, να πιω ολίγον νερόν;» έλεγε 
τότε ή πολυθέλγητρος δέσποινα του. 

ΚαΙ το κυνάριον, περιχαρές διότι είσηκοΰετο ή άπαγό- 
ρευσίς του, έ'σαινε την οΰράν και έπαυε τάς ΰλακάς, 

Έάν πάντα ταΰτα ήλήθευον, ό κΰων της Νινών Οά 
ήτο άξιος να τΰχη του ιατρικού διπλώματος, έπιβοώντος 
του χοροΰ των ιατρών, όπως εν τη κωμοοδίφ του Μολιέρου 
το περίφημον εκείνο : 

ϋ駕ηιΐ8, ο1ί§•ηυ.δ οδί; ιηϊτ&ϊβ 
ιη ηοδίχο άοοίο οογρογ^. 

Άλλα φαίνεται, δτι το άνέκδοτον, ό'πεο ανέφερε πρώ- 
τος ό Σαιντ-Έβρεμόν, έμεγαλοποίησε και διέπλασε κατά 
το δοκούν ό Μερσιέ, επινοήσας τον παράδοξον αυτόν τύ- 
πον του τετράποδος ιατρού. 



Ήδυνάμην νά παρατάξω σωρείαν δλην μαρτυριών περί 



99 

της νοημοσύνης και των άλλοον θαυμαστών προτερημάτων 
των κυνών, παραθέτων γνωστά και άγνωστα ανέκδοτα εκ 
των ΰπαρχουσών παντοίων συλλογών. 'Αλλά προτιμώ αν- 
τί τούτου να παραθέσω μέρος εκ τοΰ πανηγυρικού, τον ό- 
ποιον άπήγγειλεν άλλοτε έπ 3 άκροατηρίω σοφός τις, απαν- 
τών εις πρόκλησιν, δημοσιευθεΐσαν εν τω περιοδικώ Κβνιιβ 
(ίβ Ια δοίβηοε δοοίαίο και άρνουμένην πάσαν συνείδησιν 
και θέλησιν και νοημοσΰνην εις τα ζώα. Είχε τότε δημοσί- 
ευση προσφάτως ή εκθεσις της εις τον Βόρειον Πόλον εκ- 
δρομής τοΰ πλοίου «Τεγετώφ ν > υπό τοΰ αΰστριακοΰ υπο- 
πλοιάρχου Πάγερ, κατά την οποίαν τόσας παρέσχον έκδου- 
λεΰσεις εις τάς προσπάθειας της επιστήμης, και τόσην έδει- 
ξαν νοημοσΰνην και φιλανθρωπίαν και άφοσίωσιν οι συμ- 
μετέχοντες εις την εκδρομήν -θαυμαστοί κΰνες των πολικών 
χωρών. Εις την διάλ,εξίν του ο εϊρημένος σοφός άνέφερεν 
εν περιλήψει τάς περιεχομένας εις την εκθεσιν δραματικάς 
περιπέτειας της άποιτολής, προτάξας έπίκλησιν προς τα 
ευγενή ζώα, τών όποιων αί εικόνες έπαρουσιάσθησαν δια 
φωτεινών προβολών εις το ακροατήριον* εξ αυτής δε απο- 
σπώ τάς εξής πλήρεις χάριτος και εΰφυοΰς σαρκασμού πε- 
ρικοπάς : 

«Σας προειδοποιώ, αγαθοί μου κΰνες, δτι υπάρχουν 
εις το άκροατήριον μερικοί έπιδιορθωταί πεπαλαιωμένων 
φιλοσοφικών θεωριών, διακηρΰξαντες στεντορείως ότι ή 
ευαισθησία αποτελεί του λοιπού προνόμιον άποκλειστικόν 
τοΰ ανθρωπίνου γένους, και οτι υμεΐς δέν θά είσθε πλέον 
άλλο τι ειμή άπλαΐ μηχαναί εκ σαρκός και όστέων, αυτόμα- 
τα τετράποδα.. /Αλλ* ήσυχεΐτε.... Συγχωρήσατε την υβριν, 
διότι αυτοί δέν γνωρίζουν τί λέγουν. 

«Γνωρίζετε τί εΐνε το πρεσβεΰειν σύστημα ; Με βλέ- 
πετε άποροΰντες. Ναι, το γνωρίζετε, αλλ 9 εμμέσως. Ποσά- 
κις σας συνέβη να σΰρεσθε διά βρόχου, πολλάκις δέ βεβ/.:'- 



100 

ως παρά την θέλησίν σας. Το σύστημα λοιπόν εΐνε ό βρό- 
χος. Λέγουν δτι κατέχουν σύστημα, ενφ πραγματικώς το 
σύστημα κατέχει αύτοΰς. *Ήσθε αρά γε υπεύθυνοι, όταν 
σας έ'συραν τοιουτοτρόπως καΐ σας διηύθυνα ν ; "Οχι. Λοι- 
πόν και δ άνθρωπος ό πρεσβεύων σύστημα εΐνε επίσης 
ανεύθυνο;, επειδή σύρεται υπό βρόχου. 

«Εγείρατε λοιπόν τον πόδα με ΰφος ωσάν νά ήθέλετε 
να εΐπητε δτι γνωρίζετε την συμφοράν και δτι είσθε ικανοί 
νά συμπαθήτε προς αυτήν. Πώς ν' αναγνωρίσουν εις υμάς 
την ιδικήν των αίσθητικήν δΰναμιν, άφοΰ το σύστημα εις* 
αυτούς απαγορεύει τήντοιαΰτην ελευθεριότητα; Παρομοίως 
και ό ιερός Αυγουστίνος ήρνεΐτο νά παραδεχθή το σφαιρικόν 
σχήμα της γης, καθότι, ω; ελεγεν, δταν δ υπέρτατος Κρι- 
τής θα ελθη έπι νεφελών κρΐναι ζώντας και νεκρούς, δεν 
θά ήτο δρατός — εάν ή γη ήτο σφαιροειδής — εξ δλης της 
γης, ένφ γέγραπται δτι εσται δρατός. 

«"Ισως τά τοιαύτα εΐνε δύσληπτα δια σας.. .αλλά θέλω 
νά εΐπω δτι, αν δ ιερός Αυγουστίνος ουδόλως μετέβαλε το 
σχήμα της γης, πολύ δλιγώτερον οι φθονεροί αυτοί φι- 
λόσοφοι δύνανται νά σας στερήσουν τών αρετών τάς δποίας 
σας αρνούνται». 

Περί τών κυνών του «Τεγετώφ» καΐ περί τών πλεονε- 
κτημάτων του νου και της καρδίας και αυτών και άλλων 
ζφων, διά νά μη έπεκτείνο) πέρα τυΰ δέοντος το παρόν 
σημείωμα, παραπέμπω εις το άξιανάγνωστον βιβλίον του 
Μθππιθγ : «1/ βδρπΐ; ει 16 οοβιι ά^δ ββίβδ». 



Καιρός εΐνε νά διαλάβω εν τέλει δι 3 ολίγων και περί 
τών διαπρεψάν^ν εις την χώραν μας αντιπροσώπων του 
κυνικού γένους. Διότι υπήρξαν και παρ 9 ήμΐν κύνες διάση- 



101 

μόι, άξιωθέντες ν' απαθανατισθούν υπό της εγχωρίου 
χρονογραφίας. 

Τοιούτος ήτο ο περίφημος εκείνος και μέχρι προ δλί- 
γοον ετών ζών εν Κέρκυρα αδέσποτος πελώριος κΰων, δ 
εις την πολυάνθρωπον συνοικίαν της Σπηληάς διαιτώμενος 
και ζητών παρά τών διαβατών, και ιδίως τών ξένων, τους 
όποιους αμέσως ά^εγνώριζεν, εν ήμιώβολον — νόμισμα χαλ- 
κοΰν. αξίας 2 1)2 λεπτών του πρώην Ιονίου Κράτους. 
Δια τούτου μεταβαίνων ήγόραζε παρά γνωστού του αρτο- 
πώλου τεμάχιον άρτου. Το περίεργον δε εΐνε δτι, οσάκις 
ήτο κορεσμένος, άφινε το νόμισμα εις άποταμίευσιν εις χεί- 
ρας του άρτοποδλου, διά να εχη πίστωσιν εν ώρα ανάγκης. 

Παρυμοιόν τίνα κΰνα εγνώρισα και εγώ εις την πα- 
τρίδα μου, μεγαλόσωμον, ποιμενικού γένους, δραπέτευσαν- 
τα εκ τίνος μονής, και διά τοΰτο άποκαλοΰμενον υπό του 
λαοΰ Καλόγηρον. Οΰτος ειδικώς έσΰχναζε κατά την ώραν 
του γεύματος, κατ 3 άκριβέστατον ύπολογισμόν, εις τον οί- 
κον δυο η τριών πλουσίων εκ τών κατοίκων της πόλεως, 
τους οποίους έξέλεξεν ώς τροφοδότας του και οΐτινες εΰ- 
σπλάγχνως παρεΐχον εις αυτόν τάποφάγια της τραπέζης*των. 
Τοιοί3τος περίπου ήτο και και ο ποιμενικός κΰων, δ παρα- 
κολουθή'τας δλως αυθορμήτως τον βασιλέα Γεώργιον κατά 
την πρώτην αυτοί} εις Θεσσαλίαν περιοδείαν, μολονότι επα- 
νειλημμένως έδιώχθη υπό της βασιλικής ακολουθίας, κινή- 
σας διά τοΰτο την περιέργειαν και την συμπάθειαν του 
"Ανακτος, παραληφθείς δε παρ* αύτοΰ και ζήτας μέχρις 
εσχάτου γήρατος εις τά Ανάκτορα, φΰλαξ άγρυπνος της 
Μεγαλειότητός του. 

Τοιούτος ήτο και δ Έρνάνης, δ φιλόμουσος κυων, 
περί ου και άλλοτε έγραψα, δ περιερχόμενος τά υπαίθρια 
τών 'Αθηνών θέατρα, τά ωδικά κατά προτίμησιν, και το- 
ποθετούμενος επί τίνος τών καθισμάτων όρθιος επι τών 



102 

εμπρόσθιων, ήκουε, χωρίς να πληρώνη εισιτήριον, εννο- 
είται, μετ 3 αδιάπτωτου προσοχής όλόκληρον το μελόδραμα. 
*Αλλ 3 υπέρ πάντας ιστορικός και ανυπέρβλητος την εΰ- 
φυΐαν ανεδείχθη ό διαβόητος Τριζώνης, του οποίου τον 
θάνατον έθρήνησε προ ολίγων ετών ολόκληρος ή αθηνα- 
ϊκή κοινωνία και ιδιαιτέρως οι θαμώνες του παρά την 
πλατεΐαν του Συντάγματος καφενείου Ζαχαράτου, τών 
οποίων ήτο ό πιστός φίλος. Τα κατορθώματα του Τρι- 
ζώνη διεφημίσθησαν υπό τών εφημερίδων εις πάσαν την 
οΐκουμένην' εινε δε τοις πάσι γνωστόν δτι ου μόνον δεν 
εδηλητηριάζετο υπό τής φόλας, δηλαδή δια του δηλητηρια- 
σμένου πλακοΰντος, δια του όποιου ή αστυνομία εξωλό- 
θρευε τότε τους αδέσποτους κΰνας, αλλά και σκαπτών λάκ- 
κον άπέκρυπτεν αυτόν, δια να μή πάθουν οι ήττον νοή- 
μονες ομόφυλοι του. Είνε γνωστόν δτι απρόσκλητος έλ- 
^ών, αγνωστον πόθεν, κατέλαβεν εντός του καφενείου την 
θέσιν και το δνομα ενός άλλου Τριζώνη, αποθανόντος 
κατ 3 εκείνας τάς ημέρας και πανομοιότυπου αΰτοΰ κατά 
το ανάστημα, το τρίχωμα κ α! το ήθος, αλλ 9 οΰχι και 
κατά τήν εΰφυΐ'αν δτι εγνώριζε και έπεριποιειτο περισαί- 
νων πάντας τους συχνάζοντας εις το καφενεΐον, δεχόμενος 
θωπείας και γλυκίσματα παρ 3 αυτών, και δτι έπι τέλους 
κατέπεισε θήλειαν τετράπουν όμόφυλόν του — τήν επονο- 
μασθεΐσαν Τριζώ ναν — νά γείνη σύντροφος και σΰνευνος 
αΰτοΰ αποκλειστική, συγκατοικούσα μετ 3 αΰτοΰ εις το 
ύπόγειον του καφενείου, τεκνοποιούσα μετ' αΰτοΰ και 
φυλασσόμενη παρ 3 αΰτοΰ ζηλότυπους από τών ερωτικών 
επιθέσεων τών άλλων κυνών. 

Τα παραδείγματα ταΰτα αρκούν, νομίζω, ν" αποδείξουν 
δτι ή ανθρωπινή υπεροψία οφείλει νά υποχώρηση κατά τι 
και ν 3 αναγνώριση δτι καΐ τά ζώα, καΐ ιδίως τά προς τον 
άνθροοπον οίκειότερον έχοντα, δεν στεροΰνται τών ψυχι- 



105 

κών Ιδιοτήτων καΐ των σκέψεων και τών αισθημάτων, τα 
οποία οι άνθρωποι θεωρούν ως άποκλεισπκόν αυτών προ- 
νόμιον. Τα ζώα καθυστερούν απέναντι του άνθρωπου 
μόνον ως προς την εναρθρον φωνήν* αλλά καΐ τοΰτο δέον 
νά καταλογισθη εις αυτά ως προτέρημα, διότι εκ της στε- 
ρήσεως ταύτης σώζονται από του κίνδυνου του νά λέγουν 
ανοησίας. 



1Θ4 



ΣΚΥΛΛΟΣ ΚΑΙ ΓΑΤΑ 
ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΟΣ 



Δεν ήδυνήθην ποτέ να εξακριβώσω διατί υπάρχει και 
από πότε χρονολογείται ή παρατηρούμενη αιώνιος και 
αμείλικτος έχθρα μεταξύ του σκΰλλου και της γάτας. Υπο- 
θέτω δτι εις τον μακάριον της Εδέμ κήπον, δπου συνη- 
γελάζοντο μετά των άλλων παντοίων ζώοον, των εξελθόν- 
των νεωστί από των εργοστασίων της Δημιουργίας, τα 
δυο αυτά τετράποδα διήγον ειρηνικώς και άναμαρτήτως 
άνάμεσόν των. Επειδή δέ εξακολουθούν μεν νά τρώγουν 
ξΰλον μέχρι σήμερον, παρά πάσας τάς φιλοζωϊκάς διατά 
ξεις των νεωτέρων νομοθεσιών, δεν είναι όμως άποδεδει- 
γμένον δτι εφαγόν ποτέ και αυτά το ξυλον της γνώσεως, 
δύναται νά συμπεράνη τις δτι ή ηθική των διαστροφή δεν 
είνε επακολοΰθημα ΐδικοΰ το3ν προπατορικού αμαρτήμα- 
τος, αλλ* επήλθε βαθμηδόν και κατ* ολίγον εκ της συγ- 
χρωτίσεως αυτών μετά τών απογόνων του 'Αδάμ — δστις, 
κατά θείαν άπόφασιν, έτάχθη ώς δεσπότης των, και τον 
οποίον ήκολοΰθησαν εις την έξορίαν — και εκ της έξοικειώ- 
σεως αυτών μέ τάνθρώπινα ήθη. Έν τούτοις παραμένει 
πάντοτε ανεξιχνίαστος ό λόγος εξ ου εγεννήθη και διατηρεί- 
ται διαρκώς άσβεστον το μίσος μεταξύ τών δυο τούτων γε- 
νών του ζο/ικοΰ βασιλείου. Δεν διαφαίνεται τουλάχιστον 
ελατήριόντι, εξ ου νά προέρχεται το αίσθημα της άμοι- 



105 

βαίας των σφοδράς αντιπάθειας, διότι ουδέ αφορμή σοβά- 
ράς αντιζηλίας δύναται να ύπάρχη μεταξύ των ως προς 
τάς σχέσεις των μετά του ανθρώπου, οΰτε καταπάτησις δι- 
καιωμάτων εκατέρωθεν, οΰτε βλάβη τις συμφέροντος. Ό 
σκΰλλος, λόγου χάριν, ουδέποτε ώρέχθη τα ψάρια, των οποί- 
ων τα υπολείμματα περιέρχονται αναφαίρετος εις την λαί- 
μαργον δικαιοδοσίαν της γάτας, οΰτε κατεπάτησε ποτέ τα 
υπερώα και τα κεραμίδια, έπι των οποίων αυτή εξασκεί 
άνεγνωρισμένην κυριότητα. 'Αφ' ετέρου ή γάτα ουδέποτε 
διενοήθη να επεκτείνη την κυνηγετικήν της δικαιοδοσίαν 
πέρα της θήρας τών ποντικών, οΰτε έζήτησε ποτέ να διο- 
ρισθη θυρωρός του οίκου, ή φΰλαξ ποιμνίων ή αμπέ- 
λων, οΰτε ήγειρεν άξκοσεις να παρακολουθή τον κΰριον ή 
την κυρίαν της κατά τους περιπάτους ή τάς έκδρομάς. Ή 
έξήγησις λοιπόν του φαινομένου απόκειται εις τους φιλο- 
σόφους, οΐτινες δι' ανενδότου μελέτης θα ήδΰναντο ίσως 
ν' άνευρου ν τον ΰποκρυπτόμενον μυστηριώδη λόγο ν, άλλα 
μεταξύ τών σκΰλλων και τών γάτων, οΐτινες θά ήσαν οι 
άρμοδιώτεροι και οι μάλλον ενδιαφερόμενοι, δέν υπάρχουν 
— ϊσως κατ 9 εΰτυχίαν αυτών — φιλόσοφοι καταγινόμενοι εις 
την έξέτασιν τών ψυχικών φαινομένων και τών κοινίονιο- 
λογικών ζητημάτων, διά τοΰτο δέ ή λΰσις του προβλήμα- 
τος δέν φαίνεται πιθανή. 

"Οπως δήποτε ή έχθρα υπάρχει καΐ θά έξακολουθή να. 
ύπάρχη τουλάχιστον εφ' δσον τά ζώα δέν αποφασίζουν νά 
ιδρύσουν διαιτητικόν σώμα, λΰον είρηνικώς τάς φυλετικάς 
των διαφοράς, μολονότι το παράδειγμα τών ανθρώπων με 
το συνέδριον της Χάγης δέν εΐνε λίαν ενθαρρυντικόν προς 
τοιαΰτην άπόφασιν. Έκδηλοΰται δέ ή έχθρα των πάντοτε 
σχεδόν οσάκις ευρεθούν αντιμέτωποι οι αντιπρόσωποι τών 
δυο αυτών πολεμίων φυλών, δχι μόνον ξένοι και άγνωστοι 
προς αλλήλους, άλλα — πλην σπανίων εξαιρέσεων — καιγνω- 



ιοβ 

στο! οικόσιτοι, υπό την αυτήν διαιτώμενοι στέγην. Αι 
δε έχθροπραξίαι ότέ μεν περιορίζονται εις αμοιβαίας άπει- 
λάς δι 3 ιδιαιτέρων ύλακών καΐ νιαουρισμάτων έκφερομένας, 
ή εις επιθέσεις εγκαίρως άναστελλομένας, ότέ δε απολήγουν 
εις μονομαχίας κρατεράς και λυσσώδεις, αντάξιας των επι- 
κών ηρώων του Όμηρου καΐ του 'Αριόστου, ποικιλλομέ- 
νας δε υπό επεισοδίων εξόχως συγκινητικών καΐ κάποτε 
εξικνουμένων μέχρι τραγικού μεγαλείου. 

Εις μίαν τοιαΰτην δραματικήν πάλην έτυχε να παρευ- 
ρεθώ, μολονότι δε παρήλθαν πολλά έκτοτε ετη, διατηρώ 
ζωηροτάτην εις τον νουν την άνάμνησιν της σκηνής, ήτις 
διεξήχθη ύπό δρους ασυνήθεις καί, άφοΰεπαρουσίασε πολ- 
λάς παραδόξους φάσεις, άπέληξεν εις άπρόοπτον λΰσιν ιλα- 
ροτραγωδίας. 

Το δράμα συνέβη περί την δείλην Θερινής ημέρας εις 
την παραθαλάσσιον πλατεΐαν επαρχιακής πόλεως, μίανπλα- 
τεΐαν επίπεδον, αχανή την εκτασιν. Διότι αί πλατεΐαι τών 
μικρών πόλεων συνήθως διατελούν εις άντιπεπονθότα λό- 
γον προς το μέγεθος και τον πληθυσμόν αυτών. Εις τάς με- 
γαλοπόλεις φείδονται του οικοδομήσιμου χώρου και αί πλα- 
τεΐαι των εΐνε σχετικώς μικραί, ενώ οι έπαρχιώται φιλο- 
δωρούν τάς πόλεις των με άνέξοδον πολυτέλειαν εκτεταμέ- 
νων πλατειών, αί όποΐαι και κατά τάς ώρας της συγκεν- 
τρώσεως του πλήθους παρέχουν πάντοτε την εντΰπωσιν 
ερημιάς. Ε ινε και αυτό μία άπόδειξις ανθρωπινής πτωχα- 
λαζονίας, ΰπενθυμίζουσα τάς τεραστίας πΰλας τής μικράς 
Μΰνδου, προς τους κατοίκους τής οποίας δ σκώπτης Διο- 
γένης έλεγε : «Κλείσατε τάς πΰλας μη δραπέτευση ή πόλις 
σας !» Έπι τής απέραντου λοιπόν αυτής σκηνής και επί 



107 

της συνεχόμενης μετ 3 αυτής θαλάσσης — διότι ή μάχη, δπως 
το ανδραγάθημα του Κίμωνος εν Μυκάλη, συνήφθη εν τη 
ξηρά καΐ εν τη θαλασσή — διεξήχθη το δράμα εν ύπαίθρω, 
δπως αί τραγωδίαι της αρχαιότητος, με ολίγους θεατάς εις 
τα πέριξ και με μάρτυρα άνωθεν τον οΰρανόν, δστις, δπως 
λέγουν οι ιεροκήρυκες και οι δραματικοί συγγραφείς, τιμω- 
ρεί πάντοτε την άδικίαν. 

Κατά την ώραν λοιπόν έκείνην μία γάτα έκκινήσασα 
από την σειράν των οικιών την αποτελούσαν την μεσημ- 
βρινήν πλευράν της πλατείας, έπροχώρησε προς το κέν- 
τρον αυτής καΐ έπειτα εστράφη προς την πλευράν την 
πλαισιουμένην υπό τής θαλάσσης. Πώς απεφάσισε να 
εγκατάλειψη τα ΰψη τών στεγών, εις τά όποια ήδΰνατο 
κυριολεκτικώςκαΐ άνενοχλήτως να διαιτάται, και να κα- 
τέλθη εις το χθαμαλόν εκείνο πεδίον, δπου ητο ΰποκει- 
μένη εις παντοίας απροόπτους και κινδυνώδεις συναντή- 
σεις ; Τ Ητο συνηθισμένη αρά γε εις τοιαύτας έκδρομάς, ή 
παρακινηθεΐσα εκ τής επικρατούσης ακόμη ερημιάς επε- 
χείρει μονήρη περίπατον δια να συγκέντρωση τάς σκέψεις 
της, νά ρεμβάση, και — τίς οΐδε; — υπό τον οΐστρον προσ- 
φάτων αναμνήσεων νά σύνθεση ϊσως μελωδίαν ερωτικού 
πάθους, εξ εκείνων αϊτινες με τους σπαρακτικούς φθόγ- 
γους των αντηχούν εις την σιγήν τής νυκτός ως γόοι βα- 
σανιζομένων ψυχών ; 'Ή μήπως ή γειτνίασις τής θαλάσ- 
σης είχε κεντήσει την δρεξίν της καΐ ηθέλησε νά περιε-ρ- 
γασθή εγγΰθεν το ύγρόν πεδίον, δπου διαιτάται το θήρα- 
μα το τόσον άρεστόν εις αυτήν, με το όποιον δμως, φεΟ, 
μόνον εις το μαγειρεΐον και εν απουσία τής μαγειρίσσης 
ευτυχεί ενίοτε νά συναντάται ; 

Ουδέν περί τούτου δΰναμαι νά βεβαιώσω. 

Άλλ 3 ένφ το συνήθως τόσον εμφρον τετράποδον έπλα- 
"νάτο άμερίμνως και άπερισκέπτως τόσον μακράν του άσΰ- 



108 

λου του, δια της παραλιακής δδοΰ κατέφθανεν εις την 
πλατεΐαν δ'μιλος περιπατητών, μεταξύ τών όποιων εύρί- 
σκετο νεαρός ευπατρίδης, γνωστός εις την πόλιν ως μέγας 
θηρευτής ενώπιον του Κυρίου, συνοδευόμενος υπό του 
αχώριστου κυνηγετικού του σκΰλλου. Και ή πρώτη πράξις 
του δράματος ηρχισεν. 



Εΐνε γενικώς άνεγνωρισμένον δτι κατά τάς αδιάλει- 
πτους ρήξεις καΐ συμπλοκάς τάς οποίας προκαλεί ή παροι- 
μιώδης αδιάλλακτος έχθρα μεταξύ σκΰλλου και γάτας, πλην 
σπανίων εξαιρέσεων, δ πρώτος εινε συνήθως δ επιτιθέμε- 
νος και αρχόμενος χειρών — ή μάλλον ποδών — αδίκων. Ή 
γάτα εΐνε ύπομονητικίοτέρα και έπιφυλακτικωτέρα, αν ΰπήρ- 
χον δε Μεγάλαι Δυνάμεις μεταξύ τών ζώων, δεν θά εδίστα- 
ζον νά ομολογήσουν επαινετικώς δτι αΰτη τηρεί συνήθως 
άψογον στάσιν. Μόνον εν άναποδράστω ανάγκη αποφα- 
σίζει ν' άμυνθή κατά του εχθρού της, δστις πάντοτε σχε- 
δόν εΐνε δ ισχυρότερος, διεξάγει δ' ενίοτε τον ανισον 
αγώνα μετά τόσης γενναιότητος, και προ πάντων μετά τό- 
σης έπιτηδειότητος, ώστε νά νίκα ενίοτε και νά καταισχύνη 
τον θρασύν άντίπαλον. 

€ κανών έφηρμόσθη και εις εκείνην την περίστασιν. 
Ό σκΰλλος του νεαρού κυνηγού, μεγαλόσωμος, ρωμαλέος, 
καλοθρεμμένος, πλήρης σφίγους και μένους, είδε με το οξύ 
κυνηγετικόν του βλέμμα την περιδιαβάζουσαν έχθράν τον, 
εστράφη προς τον κΰριόν του ανυπόμονους, ώσεί ζητών την 
συναίνεσίν του, και μετά το έπιδοκιμαστικόν νεύμα εκεί- 
νου ώρμησεν ακράτητος εις καταδίωξίν της. 

Εινε άναντίρρητον δτι εξ δλων τών τιθασσευ μένων 
ζώων, τών συνδιαιτωμένων μετά του ανθρώπου, δ σκΰλλος,. 



109 

όστις εΐνε και το νοημονέστερον αυτών, έκληρονόμησεν 
εκ της μακράς μετά των λογικών δίποδων συμβιώσεως πε- 
ρισσό τερον των λοιπών τάς έξεις και τα ήθη και τα πάθη 
αυτών. Ό σκΰλλος τω δντι παρουσιάζει εν καταπληκτική 
αναλογία την ήθικήν και ψυχολογικήν ποικιλίαν την πα- 
ρατηρουμένην παρά τη ανθρωπινή κοινωνία. Υπάρχουν 
σκΰλλοι ανδρείοι καί θαρραλέοι, ασχέτως προς το ανάστη- 
μα των, και σκΰλλοι ψοφοδεείς. Υπάρχουν σκΰλλοι αθώοι 
καί αφελείς και σκΰλλοι παμπόνηροι, — και υπενθυμίζω πάλιν 
τόνπερίφημον Τριζώνην του καφενείου Ζαχαράτου, δστις ό'χι 
μόνον δεν έτρωγε τάς ριπτομένας υπό της αστυνομίας δη- 
λητηριασμένας φόλας, τάς προωρισμένας προς εξολόθρευ- 
αν τών αδέσποτων κυνών, αλλά και τάς άπεκόμιζε και τάς 
έθαπτε υπό το χώμα, διά να μη πλανηθούν και φάγουν εξ 
αυτών οι εύπιστότεροι όμόφυλοί του. Υπάρχουν σκΰλλοι 
αγαθοί και πράοι, περισαίνοντες και αυτούς τους αγνώ- 
στους των, και σκΰλλοι αυθάδεις, δΰστροποι, φιλέριδες. Υ- 
πάρχουν σκΰλλοι ιπποτικοί και μακρόθυμοι, και σκΰλλοι δό- 
λιοι και μνησίκακοι, τους οποίους ή δημώδης μας γλώσσα 
ονομάζει σκυλλίά κρυφοδάγκωτα. Υπάρχουν οι έχοντες 
έξεις άριστοκρατικάς, ως νάκατήγοντο από σκΰλλους μαρκη- 
σίους της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ', καί οι έχοντες ένστι- 
κτα χυδαιότητας καί αρεσκόμενοι νά συναγελάζονται με 
τα κοπρόσκυλλα. Υπάρχουν σκΰλλοι φιλοπρόοδοι, ευχαρί- 
στως προσοικειοΰμενοι πάντα νεωτερισμόν, καί σκΰλλοι ο- 
πισθοδρομικοί καί μισόκαινοι, φυλακές του καθεστώτος, 
εξεγειρόμενοι κατά πάσης τροποποιήσεως αύτου, ύλακτοΰν- 
τες τους περιβεβλημένους άσΰνηθες ένδυμα διαβάτας καί 
φερόμενοι ως παράδειγμα του λεγομένου μισονεϊσμοΰ υπό 
τών συγγραφέων της εγκληματολογικής ψυχολογίας. Υπάρ- 
χουν οι σχετικώς καί κατ' άναλογίαν προς το γένος των 
σεμνοί καί μεμετρημένοι, καί υπάρχουν οι αναιδείς καί 



11© 

υπερβαίνοντες πάντα βαθμό ν κυνισμού, και οντ ο κα- 
θεξής : 

Ό σκΰλλος δ πρωταγωνιστήσας εις το δράμα οπού αφη- 
γούμαι, άνήκεν εις το εΐδος των αλαζόνων καΐ αυθαιρέτων 
και θρασέων παλληκαράδων καΐ αν δεν έγεννάτο με τεσ- 
σάρας πόδας, βεβαίως θά προσελαμβάνετο εις την ΰπη- 
ρεσίαν φιλόδοξου τινός πολιτικού του τόπου μας, δπως, 
ένισχΰτ) δια της κουμποΰρας καΐ της μαγκοΰρας του την 
εκλογικήν δΰναμιν του προστάτου του. Έφημίζετο προ 
πάντων δια το άσβεστον μισός του εναντίον των γάτων 
και δ κύριος του ανέφερε συχνάκις μετ* υπερηφάνειας τους 
άθλους του, μεταξύ των οποίων κατελέγετο ά πνιγμός ή 
δ σπαραγμός πολυαρίθμο3ν δυστυχών τετραπόδων ανήκον*- 
των εις την εχθρικήν φυλήν. Όσάκις έβλεπε γάταν, ήλε- 
κτρίζετο και επετίθετο κατ' αυτής με μανίαν την όποίαν> 
οΰτε Γουέλφος εναντίον Γιβελλίνου, οΰτε Καπουλέτος έναν• 
τίεν Μοντέκκου, οΰτε Παπιστής εναντίον Ούγκενότου> 
οΰτε υπέρμαχος της καθαρευούσης εναντίον χυδαϊστου εξε- 
δήλωσε ποτέ. 

9 Ακουσα σα αίφνης τάς αγρίας ύλακάς καΐ ίδουσα τον 
έπερχόμενον έχθρόν, ή δυστυχισμμένη γάτα εσκέφθη να 
φύγη* άλλα που να φΰγη ; β Η οδός της επιστροφής προς 
την σειράν των οικιών ητο άποκεκομμένη. Ή ευρΰχοορος 
πλατεία Ιξετείνετο απέραντος ενώπιον της" αλλά δένδρον 
κανέν, ή ΰψοομα κατάλληλον προς άκροβατικην άναρρίχη- 
σιν δεν ύπήρχεν έκρ.ΐ πλησίον, καΐ δ διώκτης της ώς ώκυπα- 
δέστερος βεβαίοος θά την κατέφθανε, πριν προφθάση εκεί- 
νη να εΰρη άσυλον. Έν τη αμηχανία της και εν τη παρα- 
ζάλη της εστράφη προς το μέρος της Θαλάσσης και έφθασε 
γοργή εις το κρηπίδωμα τής παραλίας* αλλά βλέπουσα 
δτι δ σκΰλλος έπήρχετο εναντίον της, άφοΰ εδίστασε προς 
στιγμήν, ελαβεν ήρωϊκήν άπόφασιν και ως ή Σαπφώ από 



111 

του βράχου του Λευκάτα έρρίφθη και αυτή εις την θά- 
λασσαν. 

Μετ 3 ολίγας στιγμάς εφθασεν δ σκΰλλος, δστις μανιώδης 
διότι έβλεπε το θΰμα διαφεΰγον τους οδόντας του, άφοΰ 
ύλάκτησε και πάλιν, έπεσε και αυτός όρμητικώς εις τα νερά. 
Ό κύριος αΰτοΰ μετά των συνοδοιπόρων του και μερικοί 
περιπατηταί ευρισκόμενοι εις την πλατεΐαν, ϊδόντες μα- 
κρόθεν τα γενόμενα, έσπευσαν να πλησιάσουν καΐ σταθέν- 
τες παρά το κρηπίδωμα, παρηκο/οΰθουν μετά περιέργειας 
την έςέλιξιν της δραματικής εκείνης σκηνής. 



Ανοίγω εδώ μίαν παρένθεσιν. 

Θα σας συνέβη κάποτε βέβαια νά κάμετε την πάρα- 
τήρησιν δτι, πλην των ιχθΰων και των αμφιβίων, πάντα 
σχεδόν τά τετράποδα, από του μικρού ποντικού του επι- 
χειρουντος εύτόλμως και υποβρυχίους εκδρομάς διά των 
πρυμνησίων, μέχρι του δυσκίνητου έλέφαντος, αλλά και τά 
ερπετά και είδη τινά πτηνών υδροχαρών εΐνε εκ φύσεως 
πεπροικισμένα με την ικανότητα του πλέειν, μόνος δε δ 
άνθρωπος, το εκλεκτόν του Δημιουργού κατασκεύασμα, 
προικισθείς με τόσα άλλα εξαιρετικά προνόμια και δώρα 
και λαβών εξουσίαν εφ* δλων τών λοιπών κτισμάτων, 
υστερεί αυτών κατά τοΰτο' και δταν δεν εΐνε τεχνικώς 
εξησκημένος εις το κολΰμβημα, πηγαίνει κατ' ευθείαν εις 
τον πάτο ν οσάκις πέση εις την θάλασσαν, ακόμη καΐ δταν 
φέρη τά γαλόνια τού ναυάρχου ; Διατί τάχα ή άνισότης 
αυτή και πόθεν του άνθρωπου ή ατέλεια ; 

Και επειδή δεν εΐνε εΰκολον νά λυθη ή απορία, κλείω 
την παρένθεσιν. 

Τά δυο ζώα, μέσα εις την θάλασσαν ηδη ε'ξηκολοΰθουν 



118 

νηχόμενα. Ήκοΰοντο υπό τους πόδας των παφλάζοντα τα 
ΰδατα του ακύμαντου λιμένος, εφ* ων εσκορπίζοντο αί 
ζωηραι άνταΰγειαι της δύσεως και διεγράφετο ή τρέμουσα 
σκιαγραφία των απέναντι κορυφογραμμών. Ή γάτα, μάλ- 
λον ελαφρά και ευκίνητος, προηγεΐτ,ο, εΐπετο δε δ σκΰλλος 
«ις άπόστασιν περίπου δργυιών. Άλλ* άφοΰ άπεμακρΰνθη- 
σαν επί άρκετόν διάστημα από της ακτής, ή γάτα ελαβεν 
αίφνης νέαν άπόφασιν. 

Που επήγαινεν ; Αυτό θα εσυλλογίσθη έξάπαντος κατ* 
εκείνην την στιγμήν. Ό πόντος έξετείνετο αχανής ενώπιον 
της, καταφΰγιον δε σχετικώς στέρεου εδάφους δεν υπήρχε 
κανέν ολόγυρα της. Δεν εφιλοδόξει βέβαια δάφνας «θαλασ- 
σοπόρου καΐ δεν εσκόπει να προχώρηση μέχρις ανευρέσεως 
νέας τινός γής ως άλλος Κολόμβος ή Μαγελλανος. "Αλλως 
τε αΐ δυνάμεις της δεν ήσαν επαρκείς δια τόσον μακρυνόν 
πλουν, ίσως δε μάλιστα ήρχιζε να αισθάνεται τήν κοΰρα- 
σιν, ήτις εις εκείνην τήν περίστασιν ισοδυναμεί προς θάνα- 
τον. "Αρα το καλλίτερον ήτο να γυρίση εις τήν ξηράν, 
νά προσπαθήση να έξέλθη πρώτη και να διαφυγή τον 
«πηνή διώκτην της. 

Τοΰτο καΐ επραξεν. Εστράφη δια μιας και ήρχισε τώρα 
νά διευθύνεται προς τήν παραλίαν, ο σκΰλλος δε ΐδών το 
κίνημα της και εννοήσας τον σκοπόν της τήν εμιμήθη. 

Οι δυο τετράποδες κολυμβηται έπανήρχοντο κατ 3 άν- 
τίστροφον τάξιν* προηγεΐτο ό σκΰλλος και εΐπετο ή γάτα. 
Χ Η μεταξΰ των άπόστασις διετηρεΐτο ή αυτή, αλλ 3 αίφνης 
ή γάτα ταχΰνουσα τον πλουν και καταβάλλουσα σφοδράς ι 
προσπάθειας ήδυνήθη νά πλησίαση τον εχθρόν της εκ[ 
τών νώτων. Οι θεαται ύπώπτευσαν δτι κάποιον σχέδιον| 
Ινεΐχεν ή στρατηγική εκείνη κίνησις* αλλά πριν προφθά- 
σουν νά το μαντεΰσουν επήλθε το άπρόοπτον. 

'Ότε προσήγγίσεν, άνατιναχθεΐσα αίφνης απέθεσε τους 



113 

εμπρόσθιου; πόδας εις τα οπίσθια του σκύλλου και στηρι- 
χθείσα δια των ονύχων της, άνερριχήθη εις την ευρωστον 
ράχιν του. Ό δυστυχής σκύλλος ούδεμίαν ήδυνήθη ν* αν- 
τιτάξη άντίστασιν εις το έπίβουλον κίνημα. Εδέχθη το 
απροσδόκητον φορτίον και το έφερε μέχρι της παραλίας 
αγογγύστως, δια τον άπλούστατον λόγον δτι οΰτε να οϊμώξη 
δεν ήδύνατο ως εκ της Θέσεως του. "Οτε δε κατέπλευσεν 
εις το τέρμα το άλλόκοτον σύμπλεγμα του νέου αύτοΰ Α- 
ρίωνος των κεραμιδιών, οι παρεστΛτες φαιδρυνθέντες εκ 
του θεάματος επευφήμησαν το άγχίνουν ζώον δια το 
τέχνασμα του. 



Άλλ' ή τελική λύσις του δράμασος έπεφύλασσεν εις 
τους θεατάς άλλην μίαν εκπληξιν. Ή γάτα ευρεθείσα προ 
του κρηπιδώματος της παραλίας, υψουμένου περί το εν 
μέτρο ν ενωθεν της επιφανείας της θαλάσσης και έχουσα 
έλευθερίαν κινήσεων, ύπελόγισε την άπόστασιν με την συ- 
νήθη του βλέμματος της οξύτητα, δι* ενός άλματος εύρέθη- 
επι του ογκολίθου καΐ εκείθεν όρμήσασα προς την πλατεΐαν 
μετ' αστραπιαίας ταχυτητος, άκαταδίωκτος πλέον εφθα- 
<σεν εις σειράν των οικιών και εγένετο άφαντος, εισδύσασα 
είς στενόν δρομίσκον. 

β Ο σκύλλος, βυθισμένα έχων τα άκρα εις το νερόν, εδέ- 
ησε ν' άνασυρθη τη βοήθεια του κυρίου του και τίνων εκ 
των παρισταμένων, ασθμαίνων, περίρρυτος, κατησχυμμέ- 
νος υπό τα σκώμματα και τους γέλωτας των Θεατών δια το 
οικτρό ν του πάθημα. 

"Ηκουσα πολλάς διδαχάς ιεροκηρύκων έπι του θέματος 
της ταπεινοφροσύνης* άνέγνωσα πολλάς επινοίας αρχαίων 
και νεωτέρων μυθογράφων περί τών παθημάτων των άλα" 

8 



114 

ζόνων και τώ\ αδίκων αλλά κανέν παράδειγμα δεν μοΰ 
έφάνη εΰγλωττότερον από το θέαμα εκείνο του τετραπόδου 
του τιμωρηθέντος τόσον περιφανώς δια την κακίαν του. 
Ή εντΰπωσις παρέμεινε τόσον ζωντανή εις τον νουν μου, 
ώστε έκτοτε οσάκις θέλω να χαρακτηρίσω την εικόνα 
άνθρωπου, δστις αποσύρεται εντροπιασμένος μετά την άπο- 
τυχουσαν άπόπειραν κακής πράξεως δεν μεταχειρίζομαι 
την συνήθη φράσιν «σαν βρεγμένη γάτα», αλλά «σαν 
βρεγμένος σκΰλλος». 



115 






ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡίΟΝ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΧΟΥ 



'Ότε εν έ'τει 493 π. Χ. οι Πληβείοι, δυσανασχετουν- 
τες κατά των Πατρικίων ως σφετερισθέντων πάσαν την 
εν Ρώμη δΰναμιν και έξουσίαν,εστασίασαν και άπεσΰρθη- 
βαν εις το Ιερόν "Ορος, δ Μενήνιος Άγρίππας ήδυνήθη 
να τους καπαπραΰνη, διηγηθείς τον μΰθον των μελών του 
βώματος και της κοιλίας, έχοντα ως έξης : 

Έξανέστησάν ποτέ τα μέλη του σώματος, παραπονοΰ- 
μενα διότι, ενώ αυτά δλα εΐργάζοντο, μόνη ή κοιλία 
εμενεν αργή, καταναλίσκουσα δι 9 έαυτήν το προϊόν των 
κόπων των. "Οθεν συνομόσαντα απεφάσισαν ν* απόσχουν 
πάσης εργασίας* αλλ" δτε έπαυσαν οι πόδες νά κινούνται, 
«ι χείρες νά κοπιάζουν, οι οφθαλμοί νά βλέπουν, οι οδόν- 
τες νά μασσοΰν, και δλον εν γένει το σώμα έ'μεινεν αδρα- 
νές, ή κοιλία ευρεθείσα εν ασιτία δεν είχε πώς νά δια- 
θρέψη τά μέλη, τά όποια φυσικά ήρχισαν νά χαλαρουνται 
και ν' ατροφούν. Το σοφό ν νόημα του μΰθου διαγνώσαν- 
τες οι άπόστάται, συνησθάνθησαν το άτοπον της πράξεως 
των και επανήλθον εις λογικωτέρας σκέψεις. 

Της κοιλίας λοιπόν τά δικαιώματα, και εν τη μεταφο- 
ρική καΐ εν τη κυρία αυτής σημασία, άνεγνωρίσθησαν 
ανέκαθεν καΐ εξακολουθούν νά εινε σεβαστά, ως έθε- 
«πίσθησαν υπό της φύσεως. "Ωστε δεν πρέπει νά φανή α- 
πορον αν καΐ εγώ, ό καταπονήσας πολλάκις το βήμα τοΰτο 
καΐ την ΰπομονήν συνάμα του ευμενούς ακροατηρίου μου 



116 



μέ παντοία φρούδα θέματα, αναγόμενα εις πάσας τάς 
αλλάς φάσεις και λειτουργίας του ανθρωπίνου βίου, ηθέ- 
λησα μίαν φοράν να προσφέρω φόρον τιμής και εις την 
κοιλίαν, εκλέγων αυτήν ώςθέμα της σημερινής ομιλίας μου. 



Δυο υπάρχουν συγκρουόμεναι δοξασίαι ως προς το ζή- 
τημα της τροφής. Οι μεν πρεσβεύουν δτι ό άνθρωπος τρώ- 
γει δια να ζή, ενώ οι άλλοι διατείνονται δτι ζή δια να 
τρώγτ|. Οιανδήποτε γνώμην εκ των δυο τούτων και αν 
παραδεχθώμεν, είτε δηλαδή θεωρήσωμεν την τροφήν ως 
μέσον, είτε θεωρήσωμεν αυτήν ως σκοπόν της ζωής, ό 
δρος του τρώγειν μένει πάντοτε ακέραιος. € Ως προς τάς 
λεπτομέρειας δμως της λειτουργίας ταύτης τής ανθρωπινής 
ζωής, ως προς το ποιόν καΐ το ποσόν τής τροφής και την 
παρασκευήν αυτής και τάς ορέξεις και τον τρόπον τής δι- 
αίτης εν γένει από των πανάρχαιων χρόνων μέχρι των ημε- 
ρών μας σοφοί κ»! άσοφοι κατέγειναν, και φιλοσοφίκαι 
Θεωρίαι εγεννήθησαν, και φυσιολογικά! μελέτα, και πειρά- 
ματα εγένοντο, και θρησκευτικά! δοξασίαι εμορφώθησαν,κα! 
διατάξεις πολιτικά! έθεσπίσθησαν, κα! πυραμίδες βιβλίων 
εγράφησαν, άπειροι δε γνώμαι και σκέψεις εξηνέχθησαν, . 
περί τάς κυριωτέρας των οποίων θέλω έπ! βραχύ και κατά 
σειράν διατρίψει. 

Το πρώτον κα! σπουδαιότατον κεφάλαιον εΐνε: Τί πρέ- 
πει νά τρώγωμεν ; 'Ομολογώ δε δτι θίγοα μετά τίνος δέους 
το θέμα τοΰτο, καθότι δεν λησμονώ δτι υπάρχουν κα! παρ* 
ήμΐν οι δπαδο! του δόγματος τής φυτοφαγίας, συστή- 
σαντες μάλιστα κα! ϊδιαιτέραν συναγωγήν κα! διοργανοΰν- 
τες επιδεικτικά συμπόσια αναίμακτα μεν κα! μαλακτικά, 
άλλα διαπνεόμενα υπό φλογέρας ορμής φανατισμού, ικανής 



117 

νά τους εξώθηση δπως καταβροχθίσουν ώς Κανίβαλοι, τού£ 
άντιδοξοΰντας, δσον δΰσπεπτοι καΐ αν εΐ\ε. Έν τούτοις 
άντιμετωπίζων καρτεροψΰχως το ένδεχόμενον μαρτΰριον> 
οφείλω να κηρύξω οτι αδυνατώ να συνταχθώ με την χλω- 
ρωτικήν αυτών γνώμην. 

Το δόγμα της απολύτου καταδίκης της κρεοφαγίας βα- 
σίζεται έπι της ηθικής και έπι της υγιεινής. Άλλ' δμως 
υπάρχουν αντιρρήσεις οΰσιωδέσταται εις τα επιχειρήματα, 
οίτινα οι αδιάλλακτοι φυτοφάγοι άρΰονται εκ τής ανωτέρω 
διττής πηγής. Έάν, φερ 3 ειπείν, ο Πυθαγόρας, δστις θεω- 
ρείται ώς ο ιδρυτής τής αίρέσεως, και άλλοι τινές σοφοί τής 
αρχαιότητος, ή επιφανείς άνδρες τών νεωτέρων χρόνων 
κηρύττουν και ασκούν τήν φυτοφαγίαν, ο αριθμός αυτών 
αποτελεί άσήμαντον μειονότητα απέναντι τόσων άλλων με- 
γάλων σοφών, νομοθετών, επιστημόνων, καλλιτεχνών, 
δσοι από τών απωτάτων χρόνων μέχρι τών ημερών μας 
ε κράτησαν τα σκήπτρα τής διανοίας, καθοδηγοΰντες την 
ανθρωπότητα δια τών αιώνων εις την ατέρμονα πορείαν 
τής προόδου, οΐτινες είτε απλώς δεν ήκολοΰθησαν την αΐ- 
ρεσιν τής ακράτου φυτοφαγίας, είτε και αναφανδόν τήν 
κατέκριναν ώς φαντασιοπληξίαν, ασκούντες αύτοι εμπρά- 
κτως τήν δίαιταν τήν οποίαν παρεδέχθησαν οι πολλοί έν 
πάση χώρα και έν πάση εποχή. 

Βεβαίως εΐνε ευγενές το αίσθημα τής προστασίας τών 
ζφων, το υπαγόρευσαν τήν σΰστασιν κατά τους τελευταίους 
τούτους χρόνους διαφόρων φιλοζωϊκών εταιρειών εις τάς 
πεπολιτισμένας χώρας και τήν ΐδρυ^ιν προσέτι ειδικών 
άσυλων δια τα πάσχοντα ή γεγηρακότα κτήνη, ένθα φευ! 
δεν ήδυνήθησαν νά ευρουν περίθαλψιν αΐ ταλαιπωρημέ- 
νοι και κατεσκληκυΐαι άγέλαι τών άοιδίμων άλογων του 
ίδικοΰ μας τροχιοδρόμου, αί εΰρουσαι τήν άνάπαυσιν μό- 
νον χάρις εις τον ήλεκτρισμόν. Έξ οίκτου δε αξιέπαινου 



118 

προέρχονται καΐ ή εκάστοτε έγειρα μένη κατακραυγή κατά 
της ζωοτομίας (νίνίδβοίίοη). της ενεργούμενης εις τα επι- 
στημονικά εργαστήρια επ! κονίκλων, κυνών, ΐνδοχοίρων 
και άλλων τετραπόδων καΐ πτηνών, μολονότι ή σκληρά 
αΰτη ανάγκη επιβάλλεται εκ του οφέλους της επιστήμης. 
Τοιαύτα αισθήματα γενναίας εΰσπλαγχνίας εξεδηλοΰντο και 
εις παρωχημένους καιρούς, άφεστώτας πολύ από του σημε- 
ρινοί) πολιτισμού. Άξιομνημόνευτον δε ιδίως εϊνε το παρά- 
δειγμα των αρχαίων Αθηναίων, οΐτινες την ίεράν δνον 
την κοπιάσασαν εις την μεταφοράν του υλικού κατά την 
άνέγερσιν του Παρθενώνος, απήλλαξαν κατά το γήρας αυ- 
τής των περαιτέρω κόπων, όρίσαντες δπως διατρέφεται δη- 
μοσία δαπάνη εκ του Πρυτανείου. Άλ?^.ά πάλιν δεν πρέ- 
πει νά προχωρή ό οίκτος έπι τοσούτον ώστε να προτιμών- 
ται τά κτήνη τών ανθρώπων, 

Ή τοιαύτη υπερβολή υπενθυμίζει την περίφημον άνα- 
φώνησιν ευγενούς δεσποίνης του ΙΗ' αιώνος, παρευρε&εί- 
σης εκ νοσηράς περιέργειας μετά του λοιπού αμέτρητου 
πλήθους εις την θανάτωσιν του Δαμιέν. Ό βασιλοκτόνος 
οΰτος, αποπειραθείς νά φονεΰση τον βασιλέα της Γαλλίας 
Λουδοβίκον τον ΙΕ', κατεδικάσθη εις την φρικώδη ποινήν 
του διαμελισμού, σπαραχθεις υπό τεσσάρων θυμοειδών 
ίππων, δεμένων εις τά μέλη του και έξορμώντων κατ' ιδί- 
αν έκαστος διεΰθυνσιν. Ή βάσανος διήρκεσε ν επι πολλή ν 
ώραν και ή αβρά και ευαίσθητος κυρία, βλέπουσα τάς προ- 
σπάθειας τών ίππων, αγωνιζομένων ν 3 αποσπάσουν από 
τών αρθρώσεων τά μέλη του καταδίκου, ήκοΰσθη άνα- 
κράζουσα μετά βαθέος οίκτου: 

— Πώς υποφέρουν αυτά τά κακόμοιρα τά ζώα ! 

Ό οίκτος προς τά ζώα, κτίσματα κατώτερα και ασθε- 
νέστερα πάντοτε — δ'σον και αν εΐνε άγρια και ρωμαλέα — 
του ανθρώπου, κεκτημένου πάντα τά μέσα της κατίσχυσε- 



119 

ως, εινε δικαιολογημένος και επιβάλλεται μάλιστα, άλλ' εν 
δέοντι μέτρω. Εΐνε άτοπον και κωμικόν νά διαλαλήται δ 
οίκτος με θεατρικόν στόμφον, ένφ ουδείς σχεδόν των επί 
γης ζώντων ανθρώπων δύναται να καυχηθώ δτι εΐνε άνα- 
μάρτητος και αθώος από του εγκλήματος της ζωοκτονίας. 
Ή τρυφερά την ψυχήν κυρία, ή οποία άσχάλλει και τινάσ- 
σεται εξ αποτροπιασμού, δταν σφάζεται από το βάρβαρον 
χέρι της μαγειρίσσης της εις την αΰλήν το άθώον κοτόπου- 
λον, και δεν το εύσπλαγχνίζεται ποσώς δταν το τρώγη ψη- 
τον εις το τραπέζι της, δεν συλλογίζεται βέβαια πόσους φί- 
λεργους μΰρμηκας καΐ πόσα άλλα ταπεινά έντομα κατά- 
συντρίβει μέτήνπτέρναν του κομψού της υποδήματος, οσά- 
κις εξέρχεται πεζή εις περίπατον. Οΰτε φαντάζεται βεβαίως 
και αυτή καΐ πάς άλλος δτι, διά να βράσχ) απλώς το γάλα 
του προγεύματος της, καταστρέφει ώς Νέρων, ή ώς Ταμερ- 
λάνος, μυριάδας μικροοργανισμών εμπεριεχομένων εις τό 
ΰγρόν εκείνο. 

Ακόμη δε περισσότερον ανακόλουθοι — διότι δεν έχουν 
υπέρ αυτών τό ελαφρυντικό ν της αγνοίας καΐ του ασυνει- 
δήτου— -εΐνε εκείνοι, οΐτινες διαμαρτύρονται μεν διά την 
σφαγήν τών αμνών και τών βοών και τών ορνίθων, αγο- 
ράζουν δμως από τά φαρμακεία τον χημικόν χάρτην τον 
χρησιμεύοντα εις άθρόαν έξολόθρευσιν τών μυιών και δια- 
τρέφουν με στοργήν εις την κατοικίαν των την γάταν, ήτις 
εΐνε προωρισμένη νά έπιφέρη την σφαγήν και τήν ερήμω- 
σιν εις τάς δυστυχείς πάτριας τών ποντικών. Άλλ' δπως 
απέναντι της αΰστηράς εννοίας του νόμου ό φόνος βρέ- 
φους ισοδυναμεί προς τήν πράξιν αγρίου ληστου έξοντώ- 
νοντος δλόκληρον οϊκογένειαν, οΰτως εν τη άπολΰτω ιδέα 
της δικαιοσύνης κακούργε! εξ ίσου ό θηρευτής ό άποκτεί- 
νων ελέφαντα εις τά πυκνά δάση τών τροπικών με τον 
ανθρωπον τον συντρίβοντα αφελώς μεταξύ τών ονύχων 



120 

του τον αυθάδη ψΰλλον, ιόν οποίον συλλαμβάνει εις την κλί- 
νην του. Λογικώτεροι κατά τούτο εΐνε οι κάτοικοι ινδικής τί- 
νος πόλεως,οΐτινες, κατά το λέγειν των περιηγητών, σεβόμε- 
νοι την ΰπαρξιν πάντων των δντων, καΐ αυτών ακόμη 
τών μικρών καΐ αηδών, μισθώνουν εκάστοτε ενα άνθρω- 
πον και τον δεσμεύουν εις την κλίνην έπι όλόκληρον νύ- 
κτα, διά νά παράσχουν με το αίμα του τροφήν εις τα φω- 
λεΰοντα εκεί απειράριθμα παράσιτα έντομα. Τούτο πράτ- 
τουν και οι Ιδικοί μας ξενοδόχοι, τών επαρχιών ιδίως, με 
την διαφορσν δμως δτι αυτοί δεν πληρώνουν, αλλ 3 εξ εναν- 
τίας πληρώνονται από τά θΰματά των. 

Ή κρεοφαγία δεν εΐνε λείψανον βαρβάρου εποχής, 
όπως διατείνονται οι φανατικοί φυτοφάγοι. Εΐνε θεσμός 
εις τον μυστηριώδη χάρτην τον διέποντα το αχανές και 
ανεξιχνίαστον βασίλειον τής φύσεως και κανονίζοντα τάς 
σχέσεις τών δντων προς άλληλα καΐ προς τάς απόκρυφους 
δυνάμεις, εξ ών απορρέει πάσα εν τώ κόσμω λειτουργία, Θε- 
σμός του οποίου τάς διατάξεις δεν δυνάμεθα ημείς, τά ανί- 
σχυρα ανθρωπάρια, νά καταργήσωμεν, εις δσα επαναστα- 
τικά κινήματα και αν καταφΰγωμεν. Ό ακοίμητος άγων 
περί υπάρξεως, ό νόμος τής επιλογής, αΐ άθρόαι καταστρο- 
φαΐ αί συντελοΰμεναι εϊς τά άτομα είδους τινός τών δντων 
υπό διαφόρων φθοροποιών αιτίων, εινε παράγοντες του 
ισοζυγίου, του επιδιωκομένου αδιαλείπτως υπό τής φύσεως 
εις ίόν μέγαν προϋπολογισμόν τής εν αυτή αιωνίου γενέ- 
σεως καΐ φθοράς. Μία απλή σκέψις, ήτις παραδόξως λη- 
σμονείται, υπό τών υπερμάχων τής προστασίας τής ζωής 
τών κτηνών, θά ήρκει νά περικείρη τά πτερά του αισθη- 
ματικού αυτών ονείρου. Έάν τυχόν τούτο έπραγματοποι- 
εΐτό ποτέ, εσυλλογίσθησαν άρα γε οι ονειροπόλοι εις ποίαν 
θέσινθά περιήρχετο ή άνθρωπο της ; Έάν ζά παντοειδή ζώα 
τά χρησιμεύοντα σήμερον προς βρώσιν εις τους ανθρώπους, 



121 

τετράποδα και πτηνά και ένυδρα, δεν ύπέκειντο εϊς ά'λλην 
φθοράν παρεκτός της εκ του φυσικού θανάτου, ό αριθμός 
αυτών θά έπολλαπλασιάζετο |πι τοσούτον, ώστε να μη 
ΰπάρχη έπι της υδρογείου σφαίρας χώρος επαρκής δια τα 
δίποδα. Θα έφαρμόζετο τουτέστι δια τους ανθρώπους δ 
κωμικός στίχος τών Άχαρνέων του Αριστοφάνους, περί 
τών Μεγαρέων, οΐτινες ένεκα τών νόμων του Περικλέους 
δεν ήδΰναντο 

μητ' εν γη, μητ* εν θαλάττη μένειν. 
Φαντάσθητε οποίαν ο^ιν θα επαρουσίαζεν ό πλανήτη^ 
μας, εάν αί άγέλαι τών προβάτων και τών αιγών και τών 
βοών και τών κονίκλων καΐ τών λαγωών και τών παν- 
τοίων θηραμάτων, επ' άπειρον πολλαπλασιαζόμενοι και 
μη επαπειλοΰμεναι από την μάχαιραν, από το «υνηγετικόν 
δπλον, ή από τάς παγίδας εν γένει του ανθρώπου κατεκά- 
λυπτον πάσαν την επιφάνειαν της γης, μη άφίνοντα έδα- 
φος προς συνοίκησιν και συγκοινωνίαν τών ανθρώπων ! 
εάν τα σμήνη τών πτηνών κατεσκότιζον την άτμοσφαΐραν 
παρακωλύοντα καΐ αυτό το μέλλον της επ* αισίους οΐωνοΐς 
άρξαμένης αεροπλοΐας* εάν τά κοπάδια τών ιχθύων επλη- 
θΰνοντο τοσούτον εντός της θαλάσσης, ώστε να εμποδί- 
ζουν τά πλοία του διαπορεΰεσθαι εν αύτοΐς ! Ή καλλιέρ- 
γεια της γης δεν θα ήτο πλέον δυνατή, θα εύρίσκοντο δε 
εις πολύ δυσχερή θέσιν οι χορτοφάγοι, άφοΰ πάσα βλάστη- 
σις και πάσα χλόη ήθελεν εκλείψει, εξαντλουμένη εκ της 
διατροφής τών κτηνών. Θα έλειπε δε φυσικώς και αυτό τό 
γάλα, τό όποιον αί άμνάδες και αί αγελάδες και τά θήλεα 
εν γένει τών μαστοφορων θά παρεΐχον εις τάνανεοΰμενα 
άπαΰστως νεογνά των, όπως θά έ'λειπον και τά φά, τά 
όποΓα είνε ζήτημα αν πρέπει νά χρησιμεύουν ώς έδεσμα» 
κατά τάς αρχάς τών χορτοφάγων, άφου αυτά αντιπροσω- 
πεύουν την πρώτην φάσιν τής υπάρξεως τών δντων, την 



122 

οποίαν αυτοί εννοούν να προστατεύσουν, οΰτως ώστε οϊ 
κεκηρυγμένοι εχθροί τις κρεοφαγίας δεν θά ήδΰναντο να 
κατασκευάσουν οΰτε μίαν δμελέταν προς παραγορΐαν των 
καΐ δεν {Κ άπέμενεν τίποτε ϊσως άλλο εις τους χορτοφά- 
γους παρά... να φαγωθούν αναμεταξύ των. 

Εις τα παμπληθή ταΰτα "άτοπα και τους κινδύνους απέ- 
βλεπαν οι ανέκαθεν τηρήσαντες την φυσικήν και λογική ν 
δίαιταν περί την τροφήν και μη εκτραπέντες εις παραλό- 
γους αιρέσεις καΐ θεωρητικά δνειροπολήματα. Έπι κεφαλής 
δε αυτών, ων ουκ εστίν αριθμός, πρέπει να κατατάξωμεν 
τον Κΰριον ημών 'Ιησοΰν Χριστόν δστις, τέλειος Θεός 
και τέλειος άμα άνθρωπος, ύπογραμμός δε πραότητος και 
εΰσπλαγχνίας, ετήρει πιστώς τον μωσαϊκόν νόμον, θύων 
και γευόμενος τον άμνόν του Πάσχα και έσθίων άνευ του 
ελαχίστου δισταγμού τους ιχθΰς τους οποίους ήλίευε μετά 
των μαθητών του εις την λίμνην της Τιβεριάδος. "Αλλως 
τε τά ζώα δεν φθείρονται μόνον υπό τών ανθρώπων. Το 
δίκαιον του ισχυρότερου, ό άγραφος νόμος της αύτοσυν- 
τηρησίας, ό ισχύων εις τάς σχέσεις δλων τών εν τη ζωή 
όντων, επιφέρει την έξολόθρευσιν τών μικρών υπό τών με- 
γάλων, τών ασθενών υπό τών δυνατών. Περί του συχνο- 
τάτου τούτου φαινομένου λέγει εις τ* απομνημονεύματα 
του τά έξης χαριέστατα άνήρ επιφανής, του όποιου την 
εύγένειαν της ψυχής καΐ την χρηστότητα ουδείς δύναται 
νν αμφισβήτηση• είνε δε οΰτος ό μέγας της 3 Αμερικής πο- 
λίτης Βενιαμίν Φραγκλίνος, έξηγών πώς ένεκα του συμ- 
βάντος το όποιον διηγείται, άπηρνήθη τάς φυτοφαγικάς 
του δοξασίας. 

«Κατά το πρώτον μου ταξείδιον, γράφει, από Βοστώ- 
>νης εις Φιλαδέλφειαν οι ναΰται του πλοίου κατεγίνοντο 
»εΐς την άλιείαν του δνίσκου (βακαλιάρου) και ήγρευσαν 
>μέγαν εκ τών ιχθύων τούτων αριθμόν. °Έως τότε έμενα 



123 

»πιστός εις το σύστημα της αποχής από της βρώσεως παν- 
>τός ζωντανού πράγματος, εθεώρουν δε την σύλληψιν 
»έκάστου όνίσκου ως φόνον αδικαιολόγητο ν, άφοΰ οί δυ- 
»στυχεΐς εκείνοι ίχθύες οΰτε μας έκαμαν, ούτε ήδύναντο 
»νά μας κάμουν κακόν τι, δικαιολογούν την τοιαύτην 
»σκληρότητα.Έν τούτοις ά'λλοτε'μέ ηΰφραινε πολύ ή ίχθυο- 
»φαγία και ή οσμή των μαγειρευμένων βακαλιάρων, δταν 
»έξήγοντο από τήν χΰτραν, μοΐ3 έγαργάλιζαν ήδονικώς τήν 
>δσφρησιν. Και ένφ αφ 3 ενός εθεώρουν τήν άπέχθειάν μου 
»πρός τήν ά'γραν των ιχθύων λογικωτάτην, αφ* έτερου μ' 
»εκέντα δ πειρασμός του στομάχου, ώστε διετέλουν άμφιρ- 
^> ρέπων μεταξύ των άρχων μου και τήν ορέξεως μου. Εις 
»τό τέλος δμως ένεθυμήθην δτι, δταν οί ναΰται ήνοιξαν 
»τήν κοιλίαν ενός αυτών τών όνίσκων, δια να τήν καθα- 
<»ρίσουν, ευρέθη αΰτη περιέχουσα διάφορα μικρά ίχθύ- 
»δια του αύτοΰ γένους. Είπα δε τότε κατ 3 έμαυτόν : « — 
»Άφοΰ σεις τρώγεστε αναμεταξύ σας, διατί να μη σας 
»φάγω κ 3 εγώ;» — Και έκάθισα τ φ δντι και έφαγα. 
» "Εκτοτε τρέφομαι δπως δλος ο κόσμος, μόνον δε από 
»καιροΰ εις καιρόν καΐ εις εϊδικάς περιστάσεις επανέρ- 
χομαι ειςτήν φυτοφαγίαν». 

Το επιχείρημα εΐνε τόσον σοβαρόν, ώστε δια να στη- 
ρίζουν τήν δοξασίαν των επί του δικαίου οί φυτοφάγοι 
;δφείλουν να προσηλυτίσουν και τα σαρκοβόρα ζώα εις 
τάς ιδέας των και να πείσουν τους λέοντας, τάς τίγρεις, 
τους λύκους και τάλλα θηρία να καθυποβληθοΰν εις γά- 
λα κτοθεραπείαν, πράγμα όπωσουν δυσκατόρθωτον. 



Κα! ταύτα μεν ως προς τήν ήθικήν. ε Ως προς δε τήν 
ύγιεινήν, το ζήτημα θεωρείται από πολλού, παρά τάς φω- 



124 

νασκίας μερικών φανατικών, λυμένον υπό της σοβαράς 
επιστήμης. Ή κρεοφαγία δχι μόνον δεν αποκλείεται, αλλά 
καΐ επιβάλλεται χάριν της σωματικής ευεξίας. Δεν πρέπει 
μόνον να εΐνε απόλυτος καΐ αποκλειστική, διότι τότε συνε- 
πάγεται κίνδυνους και διαταράξεις εις τον όργανισμόν* 
πρέπει να εινε συγκερασμένη μετά τών φυσικών ουσιών 
κατ 3 αναλογίας ποικίλλουσας και εξαρτωμένας εκ του κλί- 
ματος της χώρας καΐ εκ της διαθέσεως, της κράσεως, της 
ηλικίας και του έργου του άτομου. Την δίαιταν δε ταΰτην 
ακολουθούν σήμερον πάσαι αί πεπολιτισμέναι κοινωνίας 
Ιπισήμως δε τρόπον τινά αναγνωρίζουν και αΐ κυβερνήσεις, 
εφαρμόζουσαι αυτήν εις τους στρατούς των καΐ εις τάς 
ομάδας εν γένει τών οποίων ή διατροφή απόκειται εις την 
φροντίδα του Κράτους. Εις την φΰσιν δε παρατηρείται 
δτι τα σαρκοβόρα ζώα εΐνε τά ρωμαλεώτερα καΐ κατισχΰ- 
ονταεπί τών χορτοφάγων. Ή δετών λαών ιστορία δίδα- 
σκε δτι τά έθνη τά διακριθέντα επί ευρωστία και μαχιμό- 
τητι ήσαν μάλλον κρεοφάγα. 

"Ας εν&υμηθώμεν δτι οι ομηρικοί ήρωεςκατεβρόχθιζον 
λαιμάργως μηρούς ταύρων και βοών είς τάς ευωχίας των 
τάς αντάξιας τών πανταγρουελικών γευμάτων του Ραμπε- 
λαί' δτι ό Εύμαιος, διά νά φιλεΰση τον Όδυσσέα, έσφαξε 
καΐ έψησε χοϊρον πέντε ετών εκ της αγέλης του* δτι δε οί 
Πΰλιοι παρέθηκαν είς πεντήκοντα δαιτυμόνας γεύμα 
συνιστάμενον εξ εννέα βοών. Μίλων ό Κροτωνιάτης καΐ 
πάντες οί αρχαίοι άθλητα! δεν έτρωγαν βεβαίως ραδίκια 
καΐ σπανακόπιτταν, διά νά τονώσουν τά τεραστίως ανε- 
πτυγμένα μέλη των, τών οποίων την άναπαράστασιν θαυ- 
μάζομεν σήμερον εις τά μουσεία. Οί δε Ρωμαίοι, ό πολε- 
μικώτατος λαός της αρχαιότητος, ό καθυποτάξας την οϊ- 
κουμένην διά τών δπλων, εκρεοφάγουν εμμανώς. Επίσης 
και ή άγγλοσαξωνική φυλή, ή δεσπόζουσα σήμερον της ύφη* 



125 

λίου καΐ πολιτικώς και πνευματικώς, οφείλει, κατά την γνώ- 
μην πολλών και επισήμων επιστημόνων, την ρώμην αυτής 
και το μεγαλεϊον κατά μέγα μέρος εις την δίαιτάν της, την 
βασιζομένην προ πάντων επι της βρώσεως του κρέατος και 
άλλων ζωικών ουσιών. Ό έγκριτος φυσιοδίφης Ζεπφροά 
δε Σαιντ — β Ιλαίρ εγραφεν άλλοτε τα εξής περί τούτου : 
«'Ίδετε την 'Ιρλανδίαν ! ΐδετε την Ίνδικήν ! θα ήδΰνατο 
»άρά γε ή Αγγλία να δεσπόζη επί τής πρώτης, εάν ή άπο- 
»κλειστική σχεδόν εκ γεωμήλων τροφή δεν συνετέλει είς 
»τήν παράτασιν μόνον τής αγωνίας των Ιρλανδών; Τά 
»δέ πάμπολλα εκατομμύρια τών Ινδών δεν θά ΰπέκυπτον 
»εις τάς ολίγας χιλιάδας τών " Αγγλων, εάν και οι ' Ινδοί 
»ετρέφοντο δπως και οι δυνάσται των». 

"Αλλά και οι Ίάπονες, οι καταπλήξαντας τον κόσμον 
διά τών προσφάτων αυτών πολεμικών θριάμβων και διά 
τής όντως θαυμαστής περί τον πολιτισμόν επιδόσεως των, 
δεν εΐνε, παρά την έναντίαν γνώμην τινών, αποκλειστι- 
κώς χορτοφάγοι — όρυζοφάγοι κυρίως — αλλ 3 εΐνε και ιχθυο- 
φάγοι και κρεοφάγοι εν μέρει, αν και αναντιρρήτως εις 
την άνάπτυξιν την σωματικήν και την πνευματικήν τής 
φυλής ταύτης συνετέλεσαν βεβαίως πλην τής τροφής και 
τής υγιεινής διαίτης και λόγοι ηθικοί, αί κοινωνικά! και 
πολιτικαί περιστάσεις του Ιαπονικου έθνους κατά τους τε- 
λευταίους χρόνους, και ίδίως ή επελθούσα εν αΰτώ σώτειρα 
κρίσις κατά το δεύτερον ήμισυ του άρτι λήξαντος αιώνος. 

Έπίκαιρον δε θεωρώ ενταύθα ν 3 αναφέρω εν σχέσει 
Λρός τάνωτέρω και την παράδοξον γνώμην Βρεττανοΰ τί- 
νος περί ημών, διατυπωθεΐσαν επ' εσχάτων, δτι ή παρατη- 
ρούμενη εις την έλληνικήν φυλήν παρακμή (; ;) οφείλεται 
ουκ ολίγον και εις τάς εκ τής "Ορθοδόξου Εκκλησίας επι- 
βαλλομένας μακράς και αύστηράς νηστείας. Ή γνώμη αυ- 
τή εΐνε αρκετά τολμηρά* αλλ 3 αν ήλήθευεν, ο κίνδυνος άπει- 



12$ 

λεΐ να καταστή σοβαρώτερος τώρα, δτε πλην της Εκκλη- 
σίας αρχίζει να επιβάλλη εις το έθνος μας την νηστείαν 
και ή Πολιτεία δια της υπέρμετρου αυξήσεως των φόρων. 
Ή ανωτέρω λογική δίαιτα αποτελεί την βάσιν της δια- 
τροφής και αντιπροσωπεύει τρόπον τινά το Σύνταγμα του 
στομάχου. Διότι και ό στόμαχος μετά των συγγενών του 
οργάνων εΐνε Κράτος, δπως το Κράτος πολλάκις εΤνε στό- 
μαχος και τίποτε ά'λλο. "Εχουν δε δ στόμαχος και ή λει- 
τουργία αΰτοΰ, ώς εΐδομεν, άμεσον σχέσιν με τάς τύχας 
των ατόμων και των λαών. «Πάς πολιτισμός απορρέει από 
του στομάχου», εδογμάτισεν δ Μέγας Φρειδερίκος. «Ό άν- 
θρωπος εινε δ, τι τρώγει», εΐπεν δ μέγας φιλόσοφος Κάντ. 
Ό δε διάσημος φιλόσοφος της γαστριμαργίας Μπριλλιά — 
Σαβαρέν απεφάνθη δτι «το μέλλον τών εθνών εξαρτάται 
εκ του τρόπου καθ δ ν τρέφονται». 



Τεθείσης ήδη τής αρχής δτι ή μικτή τροφή εΐνε ή εν- 
δεδειγμένη ώς φυσικωτέρα και λογικωτέρα, ή γενικώς πα- 
ραδεδεγμένη υπό τών πολιτισμένων λαών, ανταποκρινόμε- 
νη δε περισσότερον εις τους σημερινούς βιοτικούς δρους, 
ερχόμεθα εις το δεύτερον κεφάλαιο ν, τίνας τουτέστι τρο- 
φάς εκ τών ποικίλων κα! αναρίθμητων, τών περιλάμβανα- 
μέςων εις τάς δύο μεγάλας κατηγορίας, πρέπει να προτι- 
μώμεν. 

Ή λύσις του ζητήματος αποβαίνει δυσχερής, και εις το 
ερώτημα έρχεται αυθορμήτως επί τά χείλη ώς άπάντησις 
το περίφημον ρητόν, το δποΐον γνωρίζομεν δλοι λατι- 
νιστί — διότι εΐνε ή πρώτη λατινική φράσεις οπού μανθά- 
νομεν — : άε ^ιΐδίιΐπΐδ ηοη Θδί (Ηδρηίαηοΐιπη. ΚαΙ οι λαοί 
καΐ τά άτομα έχουν εν γένει κλίσεις και ορέξεις και προτι- 



127 

μήσεις παντοίας. Ή αισθησις του κάλου περί τε τα γενικά 
«ύτοΰ σημεία και τάς λεπτομέρειας παραλλάσσει ουσιωδώς 
άπό τόπου εις τόπον καΐ από εποχής εις εποχήν. Ούτως, έν<7> 
ήμεϊς οι της λευκής φυλή; φανταζόμεθα τον Διάβολον μαύ- 
ρον και δυσειδή, φυλαί τίνες Αιθιόπων φαντάζονται αυ- 
τόν ως έχοντα το σώμα και τα χαρακτηριστικά Ευρωπαίου. 
Σήμερον ή ημερησία τροφή και τά γεύματα εν γένει κατά 
τε το ποσόν και το ποιόν καΐ την παρασκευήν και την 
ίιάταξιν εΐνε πάντη ανόμοια προς τά γεύματα τών αρ- 
χαίων. Δεν έ'χομεν το ίδιον έδεσματολόγιον με εκείνα τά 
©ποια αναφέρει ό Αθηναίος εις τους Δειπνοσοφιστάς* δεν 
τρ<ύγομεν μέλι ώμόν και καρπούς ώς προδόρπια* δεν άρχί- 
ζομεν την πανδαισίαν με εν αΰγόν βραστόν δπως οι Ρω- 
μαίοι — εξ ου και ή φράσις αϊ> ονο, — και προ πάντων δεν 
συνιθίζομεν ως εκείνοι μετά την άδηφάγον εΰωχίαν να 
έλαφρΰνωμεν τον στόμαχον άπό του υπερβολικού φόρτου 
διάτεχνητώς προκαλούμενης αβαρίας εις τά νοηήίοπα, 
κατόπιν δε νά επανερχώμεθα εις την τράπεζαν, διά νά τον 
φορτώσωμεν εκ νέου. Το αίσθημα της αηδίας δεν έχει 
τά αυτά ελατήρια, οΰτε στηρίζεται έπι τών αυτών αισθη- 
τικών νόμων εις δλους τους λαούς ανεξαιρέτως. Οι Κινέζοι, 
λόγου χάριν, εκπλήσσονται βλέποντες τους Ευρωπαίους 
αγαπώντας τόσον πολύ το γάλα τών αιγών και τών αγελά- 
δων, το οποίον αυτοί εν γένει αποστρέφονται, ένφ απεναν- 
τίας μετά πολλής λαιμαργίας γεύονται σκωλήκων καΐ άλ- 
λων ακαθάρτων και βλεδυρών πραγμάτων. Τρέφουν και 
παχύνουν δι 3 ιδιαιτέρας μεθόδου κυνάρια, τά όποια εσθί- 
ουν μετ' άκρας ηδονής μαγειρευμένα, θεωρού ντες αυτά ώς 
βρώμα άπρόσιτον εις τους κοινούς τών θνητών ως εκ τής 
μεγάλης των αξίας* τρώγουν τάς αηδείς εκείνας και γλοι- 
ώδεις φωλεάς χελιδόνων, τάς εύφραινούσας τον φάρυγγα 
τών έξοχοοτάτων μανδαρίνων, πτερύγια καρχαρίου και 



128 

άλλα παραπλήσια. Οι Εσκιμώοι πίνουν ευχαρίστως το 
θερμόν αίμα των φωκών, τάς οποίας φονεύουν, προσφέ- 
ρουν δε ως όρεκτικόν πεσκέαι π^ός αλλήλους τους παρ' 
αυτών συλλαμβανομένους ποντικούς, τους οποίους ψήνουν 
με το δέρμα και με τα εντόσθια — ζητώ συγγνώμην δια την 
άηδίαν — ώς σαλάταν δε μεταχειρίζονται τα στελέχη της συ- 
ριακής ρίζης (της κοινώς άγγέλικας), ήρτυμένα δι' ελαίου 
φαλαίνης και αυγών εώλων. Οι δφεις, αί σαυραι, αΐ μεγά- 
λαι άράχναι, αί νυκιερίδες και παντοία ερπετά και έν- 
τομα, το κρέας του έλέφαντος, του κροκοδείλου, του ιππο- 
πόταμου και άλλων θηρίων εΐνε συστατικά συνηθέστατα, 
καΐ μάλιστα απαραίτητα εις την διάταξιν τών συμποσίων 
τών διαφόρων ιθαγενών της Αφρικής, της Αμερικής καΐ 
της Ωκεανίας, περιττόν δε ν' αναφέρω και τά τών αν- 
θρωποφάγων και τών φρικαλέων αυτών εύωχιών. Οι κά- 
τοικοι τής Γουϊάνης τρώγουν τους ιχθύς ώμους και προτι- 
μούν αυτούς ιδιαιτέρως δταν εύρίσκωνται ήδη εις το στά- 
διον τής σήψεως. Οι Τουαρέγκ τρέφονται με ακρίδας βρα- 
στάς καΐ ψητάς. Εις τάς νήσους Φερρόας του βορείου 
Ατλαντικού οι κάτοικοι τρώγουν το κρέας μόνον εν κατα- 
στάσει προηγμένης άποσυνθέσεως, άποθηκεΰοντες αυτό 
επίτηδες είς Ιλώδεις τόπους και οΰτε άρτον μεταχειρίζον- 
ται οΰτε άλας. Οι Άδζέμπα του Σουδάν, ελλείψει ύδατος, 
ανοίγουν την σφαγίτιδα φλέβα τών φορτηγών των ζώων 
και ροφούν άπλήστως εξ αυτής το αΐμά των ώς τίγρεις. 
Οι δε Κέτζ, φυλή 'Αβησσινών, μεταβάλλουν είς κόνιν το 
δέρμα καΐ τά οστά νεκρών ζώων και κατασκευάζουν εξ 
αυτών είδος τι ζΰμης εξ ης τρέφονται. Εϊς την αυτήν 
ανάγκην περιέστησάν ποτέ καί οι κάτοικοι τών Παρισίων, 
δτε ή πόλις των έπολιορκεΐτο παρά του Ερρίκου τής 
Ναβάρρας, άναγκασθέντες εκ του φοβερού λιμοΰ νά κα- 
τασκευάσουν παραπλήσιόν τι είδος ζΰμης, αλλά, φρικτον 



125 

ειπείν, εκ κόνεως ανθρωπίνων οστών! Εις τοιαύτα δείπνα 
"βυέστεια και εις βρώσιν ακαθάρτων καΐ αποτρόπαιων τρο- 
φών υπεβλήθησαν εξ ανάγκης οι κάτοικοι διαφόρων πό- 
λεων εν ωρα δεινής πολιορκίας, οΐον οι της Μονεμβασίας 
κατά τους χρόνους της Φραγκοκρατίας, £νθα, κατά τους 
γνωστούς στίχους του μεσαιωνικού ποιήματος 

Έφάγασι και ποντικούς, ομοίως και γατία, 

Να φάγουν τι δέν είχα σι μόνον ό εις τον άλλον. 

Αι σκηναι δε αΰται έπανελήφθησαν και εις νεωτέρους 
χρόνους, δπως εν Γενοΰη και εν Σαραγόση κατά τάς αρχάς 
του παρελθόντος αιώνος, και εν τώ ήμετέρο) ήρωϊκώ Μεσο- 
λογγίω, εν Παρισίοιςδέ και αΰθις κατά την τρομεράν πολιορ- 
κίαν του 1870. Δεν αναφέρω δε πλείονα περί τροφών παρα- 
δόξων εν τη είδεχθεία των, εις τάς όποιας κατέφευγον ή κα- 
ταφεύγουν ακόμη είτε εκ κλίσεως εϊτε εξ ανάγκης οι 
άνθρωποι, διά να μή διαταράξω την καθεστηκυιαν τάξιν 
του στομάχου τών ακροατών μου. 

Εΐνε γνωστή ή προσήλωσις διαφόρων λαών και ή ιδι- 
αιτέρα αυτών προτίμησις εις ώρισμένον φαγητόν, το όποΐ- 
προσλαμβάνει τοιουτοτρόπως έθνικόν, οΰτως ειπείν, χαρα- 
κτήρα, δπως είνε, λόγου χάριν, το ρόστ-μπήφ, διά τους 
"Αγγλους, το πιλάφι διά τους Τούρκους, τα μακαρόνια διά 
τους Ίταλοΰς, το σάουρ-κράουτ διά τους Γερμανούς, καΐ 
οΰτω καθεξής. Υπάρχουν δε και τρόποι ιδιαίτεροι της 
παρασκευής τών φαγητών κατά χώρας, όπως μαρτυρούν 
αϊ πολυάριθμοι προσηγορίαι τών έμ βαμμάτων, αί άναγρα- 
φόμεναι εις τους καταλόγους τών ξενοδοχείων, και τά χιιθ- 
ηιΐδ τών διαφόρων επισήμων γευμάτων,δαιιοβ Ιιοΐΐαηάαίδβ, 
δαποβ ΐΆτϊατβ, δαίαάβ πίδδε και τά τοιαύτα. "Υπάρχουν 
£έ και πόλεις φημιζόμεναι διά την κατασκευήν του δείνα 

9 



130 

ή του δείνα καρυκεύματος, ή Μασσαλία δια την μττον- 
γιαμπές, ή Βιέννη δια την ανίταελ κλπ.Άλλ'δ,τι θεωρεί- 
ται εξαιρετικώς όρεκτικόν και εΰγευττον παρά των μεν περι- 
φρονείται παρά των άλλων, και κάποτε μάλιστα κινεί την 
άηδίαν. Έγώ αυτός ευρισκόμενος ποτέ εις το εσωτερικόν 
της νήσου Σαρδηνίας είδα παραιιθέμενον εις την τράπεζαν 
του οίκου εις τον όποιον εφιλοξενοΰμην λαγωόν βραστόν 
με φύλλα μυρσίνης. ΚαΙ τοΰτο μεν απλώς μ' εξένισεν δπω- 
σοΰν, κατελήφθην δμως υπό άγανακτήσεως δτε εν τη αΰτη 
χώρα, αλλ* εις άλλην περίστασιν, έμαθα δτι όμιλος γνω- 
στός μου προσώπων εΐχεν εΰωχηθή δια παχύτατου... γάτου, 
όστις δεν εφερεν δ δυστυχής κατά την εύωχίαν οΰτε καν το 
ψευδώνυμον του κουνελιού ή του λαγωοΰ, δπως συμβαίνει 
εις μερικά ξενοδοχεία της Δύσεως. 

Έκ λόγων θρησκευτικών οι "Οθωμανοί και οι Έβραΐ- 
οι απέχουν, ώς γνωστόν, της τροφής του χοιρείου κρέατος, 
του οποίου άλλαχοΰ γίνεται τόση χρήσις και του οποίου ή 
παρασκευή εις διάφορα χορδεΰματα, εις το Σικάγον προ 
πάντων — το όποιον και δια τοΰτο αποκαλείται Πορκόπο- 
λις, ήτοι Γουρουνόπολις — εις τήν Ίταλίαν, τήν "Αγγλίαν, 
τήν Ούγγαρίαν κλπ. αποτελεί ένα τών σπουδαιότερων κλά- 
δων βιομηχανίας. Οι "Ινδοί θεωρούν εναγείς τους έσθίον- 
τας κρέας άγελάδος' ημείς δε θεωροΰμεν ως μιαρούς τους. 
τρώγοντας τους βατράχους και ή πρώτη αφορμή της αντι- 
πάθειας του ίλληνικοΰ λαοΰ κατά τών ελθόντων μετά του 
"ΟΘωνος Βαυαρών προήρχετο εκ του δτι εβλεπον αυτούς 
νά τρώγουν με πολλήν ευχάριστη σιν τάς χελώνας. Οι "Αγ- 
γλοι πάλιν άποτροπιάζονται, ως γνωστόν, τήν δσμήν του 
οκορόδου, τοΰ οποίου ημείς, κα'^ώς και λοιποί μεσημβρι- 
νοί λαοί, ποιούμεθα κατά κόρον χοητίν, ενώ εκείθεν της 
Μάγχης μόνον εις τά φαρμακεία εΐνε ανεκτή ή ΰπαρξις 
του εν λόγω προϊόντος.. Σημειωτέον δτι οι αρχαίοι λαοί 



131 

εΐχον το σκόροδον πε^/ι πολλού* ϋαΐά τά ίστορούμενα δε 
υπό του Ηροδότου, οι προς ι ν τώγ Πυραμίδων ερ- 

γασθέντες αιγύπτιοι δούλοι κατηνάλωσ&ν κατά το πολυετές 
διάστημα της εργασίας των ώς άποκλειστικήν αυτών τρο- 
φήν χ. οσαύτην ποσότητα σκορόδων και κρομμΰων, ώστε 
θά ήδύναντο δι' αυτών να εγερθούν πυραμίδες πολλαπλά- 
«ιαι καΐ ύψηλότεραι της του Χέοπ-' ;. 

"Εχουν δέ δχι μόνον οι λαοί συλλήβδην, αλλά και. τά 
άτομα μιας και της αυτής φυλής, και δη μιας και της αυ- 
τής οικογενείας, τάς ιδιαιτέρας αυτών έξεις και προτιμή- 
σεις ώς προς το φαγητόν. Εις μερικά άτομα παρατηρούν- 
ται πολλάκις άντιπάθειαι σφοδρά! και ανεξήγητοι προς ώ- 
ρισμένα εϊδη φαγώσιμων, τών οποίων οΰτε την θέαν δύ- 
νανται νά υποστούν. Ό φιλόσοφος 'Έρασμος, αν και 
γέννημα της ιχθυοτρόφου και ιχθυοφάγου Όλλανδίας, 
ησθάνετο τόσην άπέχθειαν προς τους ιχθνς, ώστε κατελαμ- 
βάνετο υπό πυρετού επ! μόνη τη θέα των. Ό διάσημος 
χειρουργός Αμβρόσιος Παρέ αναφέρει δτι δέσποινα τις 
ελιποθΰμει επ! τή θέα εγχέλυος* γραμματεύς δέ τις του 
βασιλέως Φραγκίγσκου του Α' επασχεν αΐμορραγίαν της 
φινός επ! τη θέα μήλων, άτινα επίσης άπεστρέφετο μετά 
τρόμου ο βασιλεύς της Πολωνίας Βλαδίσλαος. Ό Σκαλί- 
γερος έφοβεΐτο τό κάρδαμα, άλλοι δ 3 ενεκρουντο έπ! τη 
Θέα χοιριδίου. 

Τό αίσθημα της αποστροφής και της αηδίας εν γένει 
υπόκειται εις μεγάλας παραλλαγάς κα! κυμάνσεις κα! μετα- 
ξύ τών ατόμων. Κάποιος γάλλος συγγραφεύς, γονεύς φιλό- 
στοργος, θέλων νά ίδρυση κατ 9 οίκον θεατρίδιον νεύρο- 
σπαστών, χάριν διασκεδάσεως τών τέκνων του, προσεκά- 
λεσε πλανόδιον ΰποκριτήν, εξασκοΰντα τό έργον του Οαιί- 
£ηο1 — ήτοι του ημετέρου Φασουλή ή του Καραγκιόζη — 
διά νά διδαχθη παρ 9 αυτοί} την τέχνη ν. Ό Οαχ§"ηο1 ήρχι- 



132 

σε το μάθημα με τήν διδασκαλίαν της ιδιαιτέρας απαγγε- 
λίας, με την οποίαν λαλούν οι ήρωες του θεάτρου τών νευ- 
ροσπάστων και ήτις οφείλεται εις μικρόν έργαλεΐον, συη- 
στάμενον εις λεπτόν έλασμα εκ λευκοσιδήρου συγκρατού- 
μενον δια κλωστής, το οποίον παρεμβαλλόμενο ν μεταξύ 
τών οδόντων, αλλοιώνει την φωνήν. Επειδή δε πρόχειρον 
άλλο τοιούτο έργαλεΐον δεν ύπήρχεν, ό &ιαί§•ηο1 έδωκε το 
ίδικόν του εις τον μαθητήν του δια να δοκιμάση. Ό συγ- 
γραφεύς δ'μως άγύμναστος ων, έδυσκολεΰετο και έκινδύνευ- 
σεν επανειλημμένως να το καταπίη, δτε ό διδάσκαλος βλέ- 
πων την δυσφορίαν του καΐ θέλων να τον ένθαρρύνη, 
του είπε: 

Δεν πειράζει και αν το καταπιήτε' δεν είναι κίνδυνος 
να πάθετε τίποτε* αυτό το έργαλεΐον, πού έχετε στο στόμα 
σας τώρα, εγώ θα το έ'χω καταπιεί καμμία δεκαριά φορές 
εως σήμερα και... πάλιν το εύ'ρηκα. 

Ημπορείτε νά φαντασθήτε μετά τούτο την θέσιν εις 
την οποίαν ευρέθη δ άτυχης μιμητής του &υ.駕ηο1 μετά 
τήν τοιάυτην φοβεράν άποκάλυψιν. 



3 Αφ* ης ημέρας ό τρωγλοδύτης και μετά τών θηρίων 
διαιτώμενος άνθρωπος έσκέφθη νά παρασκευάση τήν τρο- 
φήν του διά του πυρός, ή μαγειρική, προαγόμενη βαθμηδόν 
και μορφωθεΐσα εις ειδικήν τέχνην κατήντησε νά άποτελή 
μίαν τών σπουδαιότερων μερίμνων και ασχολιών τής κα- 
θόλου βιοτικής δράσεως. Οι διαπρεπείς μυσταγωγοί τής 
τέχνης του θεραπεύειν τάς άνάγκας και τάς ορέξεις του 
στομάχου, ήξιώθησαν κατά πάσαν έποχήν μεγάλων τιμών 
καΐ σήμερον ετι οι περιώνυμοι άρχιμάγειροι τών ηγεμονι- 
κών αυλών και τών πλουσίων οίκων θεωρούνται επίσημα 



133 

υποκείμενα και αμείβονται δια μισθών τόύς οποίους οΰτε 
καν έφαντάσθησάν ποτέ οι πολλαχώς δια των φώτων και 
της επιστημονικής των άξιας εΰεργετοΰντες το άνθρώπι- 
νον γένος. 

Οι μαλθακοί άσιανοι δεσπόται διετήρουν εις τα ανά- 
κτορα των στρατιάν ανθρώπων καταγινομένων εις την 
ΰπηρεσίαν της βασιλικής των τραπέζης* διηγείται δε ό 
"Αθηναίος δτι ό Παρμενίων γράφων προς τον βασιλέα 
'Αλέξανδρον μετά την άλωσιν τής Δαμασκού δτι εκυρίευσεν 
αυτόθι τάς άποσκευάς και ήχμαλώτισε την άκολουθίαν του 
Δαρείου, άνέφερεν δτι μεταξύ αυτής εΰρισκοντο 329 παλ- 
λακαΐ και αύλητρίδες, 46 τεχνιται ειδικοί περί την κατα- 
σκευήν στεφάνων ανθέων, 277 μάγειροι, 29 παραμάγειροι, 
13 πλακουντοποιοί, 17 εντεταλμένοι την παρασκευήν των 
ποτών, 79 οινοχόοι και 40 μυρεψοί. Τα ζητήματα τής μα- 
γειρικής άνήχθησάν ποτέ και μέχρι τής δικαιοδοσίας των 
ανωτάτων εξουσιών τής Πολιτείας. °0 ωμότατος ρωμαίος αυ- 
τοκράτωρ Δομιτιανός συνεκάλεσεν ήμέραν τινά την Γερου- 
σίαν διά νά συσκεφθή κατά τίνα τρόπον ήρμοζε κάλλιον 
νά μαγειρευθή πελώριος ϊχθΰς, δωρηθείς εις τον ηγεμόνα 
και μη δυνάμενος ώς εκ του μεγέθους του νά περιληφθή 
εντός συνήθους χύτρας. Και ή έξηχρειωμένη Σύγκλητος, ή 
άναξία κληρονόμος των Φαβίων και τών Σκιπιώνων,συνεζή- 
τησε σοβαρώς το θέμα ! Τινές τών γερουσιαστών έπρότειναν 
νά κοπή ό ιχθύς ας τεμάχια καΐ νά μεταχειρισθή χωριστά• 
αλλ 5 ή πρότασις απερρίφθη, απεφασίσθη δε είς το τέλος νά 
κατασκευασθή ιδιαιτέρα μεγάλη χΰτρα διά την εψησίν του, 
νά παρακουλουθή δε κατά τάς εκστρατείας τον αυτοκράτο- 
ρα σώμα ίδιον λεβητοποιών προς κατασκευήν μαγειρικών 
σκευών χάριν τοιούτων ενδεχομένων περιστάσεων. Το νο- 
στιμοάτερον δέ εις ολην ταΰτην την οΐκτράν ύπόθεσιν ήτο δτι 
εκ πάντων τών σεβασμίων πατέρων τής Συγκλήτου ό υπέρ 



134 

πάντας εις επαίνους κοπτόμενος και τον ζωηρότερον έκδη- 
λων θαυμασμό ν προς το μέγεθος του αυτοκρατορικοί} ιχθύ- 
ος ήτο εις γερουσιαστής τυφλός! Το ιστορικόν τούτο παρά- 
δειγμα ευχής έργον Θα ήτο να μελετηθί) μετά πολλής προ- 
σοχής εις τους κύκλους των παρηλίκων συζητών του κα- 
Ζαχαράτου, δπου τόσος γίνεται κατ' αΰτάς λόγος περί της 
αναθεωρήσεως του πολιτεύματος και περί Γερουσίας και 
της χρησιμότητος αυτής. 

"Εχει λοιπόν ή μαγειρική την περιωπήν και την ίστο- 
ρίαν της καΐ την μεγάλην εις τον κόσμον άποστολήν της. 
'Αλλ' ένεκα των ποικιλλόντων έκασταχοΰ ορών <του βί^υ 
και των παντοίων εθνικών και ατομικών κλίσεων και ορέξε- 
ων και συνηθειών δεν κατώρθωσεν ακόμη να έπιφέρη δμορ- 
ρυθμίαν περί την δίαιταν και να θεσπίστ; σταθερούς κανό- 
νας διατροφής. "Αλλως τε και τα μέσα ατινα διαθέτει καΐ 
τα στοιχεία δσα μεταχειρίζεται εις τους έντεχνους αυτής 
συνδυασμούς παραλλάσσουν καΐ ταύτα κατά τόπους και 
εποχάς. Πολλά τών εδωδίμων, και εξ αυτών τών συνηθε- 
θεστέρων, ήσαν άγνωστα εις παλαιοτέρους χρόνους» τινά 
δε και νεωστι μόλις εισήχθησαν εις την παγκόσμιον χρή- 
σιν. Το βοΰτυρον, επί παραδείγματι, άνευ του οποίου 
σήμερον το μαγειρεΐον δεν δύναται να λειτουργήση, δεν ήτ» 
γνωστόν εις τους "Ελληνας και τους Ρωμαίους* οι τελευ- 
ταίοι οΰτοι έδιδάχθησαν την χρήσίν του παρά τών Γερ- 
μανών και τών Γαλατών, άγνωστον δε εξακολουθεί νά 
είνε και σήμερον εις τους λαούς τής "Απω Ανατολής. Ή 
ζάχαρις ωσαύτως ήτο άγνωστος εις τους αρχαίους, οϊτινες 
άντ 3 αυτής μετεχειρίζοντο το μέλι και τον χυμόν του ζαχα- 
ροκάλαμου, έφθασε δε διά τής σημερινής της μορφής εις 
την παγκόσμιον διάδοσιν μόνον διά τής μεγάλης αναπτύ- 
ξεως τών φυτειών εν τω Νέω Κόσμω και τής προόδου τής 
βιομηχανίας. Έν Γαλλία μέχρι τών χρόνων Ερρίκου του 



13§ 

Δ' η ζάχαρις έπωλεΐτο εις τα φαρμακεία, επί της βασιλείας 
δε του διαδόχου του Λουδοβίκου του ΧΓ' εθεωρούντο ως 
πλούτος τα πέντε κεφάλια της ζαχάρεως, τα οποία ειχεν ή 
βασίλισσα προς χρήσιν του βασιλικού της οίκου. Κα 
μεταγενεστέρως ακόμη οΐ διάδικοι προσέφερον προς τους 
δικαστάς, δια να τους εξευμενίσουν, ζαχαρωτά, • τα όποια 
εθεωρούντο ως δώρον σπάνιον και πολΰτιμον. 

Μόλις προ μιας εικοσιπενταετίας συνεπληρώθη ή πρώτη 
εκατονταετηρίς αφ* δτου ό Παρμαντιέ, εις τον όποιον και 
ανδριάντα άνήγειρεν ή ευγνωμονούσα πατρίς του, κατώρ- 
θωσεν εν Γαλλία δι 9 άτρύτων κόπων και αγώνων προς 
τους συγχρόνους τον επιστήμονας — και προς αυτούς 
ακόμη τους θεολόγους, άναμιχθέντας εις την συζήτησιν — - 
να γίν{) δεκτή ως βρώσιμον εΐδος ή πατάτα, ή τόσον ευερ- 
γετική σήμερον ιδία εις τους πενομένους πληθυσμούς. 
Εΐνε δε γνωστόν δη εις την χώραν μας ό πολύτιμος αυτός 
βολβός μόνΟν έπι των ήμερων του άοιδίμου πρώτου Κυ- 
βερνήτου της Ελλάδος, τη πρωτοβουλία αύτοΰ, εισήχθη 
εις χρήσιν, πεισθέντος του λάου δι' ευφυούς τεχνάσματος 
να την παραδεχθή ως βρώσιμον. Ωσαύτως και ή τομάτα, 
ή απαραίτητος εις πάσαν μαγειρικήν σκευασίαν, εΐνε προϊ- 
όν του οποίου ή χρήσις μόλις μετά το πρώτον τρίτον τοί 
παρελθόντος αιώνος εγενικεύθη. Έν Αθήναις δε ή τομάτα 
εκαλλιεργεΐτο ως φυτόν σπάνιον περί τάς αρχάς της Ιθ' 
έκατονταετηρίδος μόνον εις τον κήπον των Φραγκισκανών 
μοναχών παρά το μνημεΐον του Λυσικράτους, εις την 
μονήν ένθα εφιλοξενήθη και ό Βύρων. 

Διαταράσσουν δε το μαγειρικόν καθεστώς εκάστοτε 
και αί φαντασιοπληξίαι των εκκεντρικών. Διότι, αν εις την 
αρχαιότητα ή νευροπαθής Κλεοπάτρα άνέλυσεν εις ό'ξος 
και έρρόφησε τον βαρύτιμον αυτής μαργαρίτην, ευρέθη- 
σαν και άλλοι άσωτοι εις νεωτέρας έποχάς, οΐτινες προς 



136 

έπίδειξιν ετρωγον ομελέτας επιπεπασμένας δια κόνεως 
πολυτίμων λίθων κοπανισμένων δπως ευρέθησαν πρό 
ολίγου χρόνου μερικοί και μερικαι μπλαζέ του καλοΰ κό- 
σμου εν Αγγλία, οι όποιοι άηδιάζοντες την μονοτονίαν 
των συνήθων γευμάτων, επενόησαν τάς σαλατοις εκ πετά- 
λων ρόδων ή μενεξέδων, ήρτυμένων δι' αρώματος Κολω- 
νίας. Μήπως αρά γε εν 'Αμερικί) δεν κατέγειναν εις την 
τελειοποίησιν ιής κατασκευής τεχνητών ωών ; Και μήπως 
δεν υπάρχουν χημικοί και φυοιολόγοι όνειροπολοΰντες την 
Ιφεΰρεσιν τροφής ικανής εις Θρέψιν του οργανισμού επι 
μίαν ή πολλάς ημέρας, συμπεπυκνωμένης δε οΰτως ώστε 
να περιλαμβάνεται ολόκληρος εντός δακίυλήθρας, τοϋθ' 
δπερ υπενθυμίζει τα θαυματουργά μαντζούνια τών αρα- 
βικών μΰθων ; 

Πώς να ύπαρξη λοιπόν γαστρονομικόν Σύνταγμα εν 
τω μέσω τοιούτου κυκεώνος και τοιαύτης αναρχίας γνω- 
μών καΐ διαθέσεων; Έάν το δνειρον της παγκοσμίου ει- 
ρήνης, του όποιου αί βάσεις — φευ ! πολύ ασταθείς ακόμη 
— ετέθησαν προσφάτως δια του περίφημου συνεδρίου της 
Χάγης, πραγματοποιηθή και προκόψη, εξασφαλισθή δε 
8Ϊς το μέλλον ή ομόνοια και ή αδελφότης τών λαών, ίσως 
καταστή δυνατόν να ίδρυθή και άμφικτυονία γαστρονο- 
μική, κανονίζουσα και την διεθνή εΐρήνην τών στομάχων 
δια κοινής υποχρεωτικής διαίτης. 3 Αλλ 3 εως τότε οι λαοί 
^ά εξακολουθούν να τρώγουν και να τρώγωνται, δτε και 
δπως θέλουν. 

Το μόνον επι του παρόντος ισχύον και το μόνον τηρη- 
τέον παράγγελμα ώς προς την τροφήν εΐιε να τρώγη τις 
δ, τι θέλει, συμφώνως πάντοτε προς τα ίδια εαυτού μέσα, 
άλλα και προς το κλίμα της χώρας ένθα ζή, και προς την 
ώραν του ετονς, καΐ προς την ήλικίαν, και προς το ϊδιαίτε- 
ρον έκαστου επάγγελμα και τάς ασχολίας, προ πάντων δε 



13Τ 

προς την ίδιοσυγκρασίαν του. ΑΕ ιατρικά! συμβουλαι και 
τα συνταγολόγια εινε περιττά, διότι ό άριστος ιατρός δι* 
έκαστον εις το ζήτημα της τροφής εΐνε δ ίδιος εαυτός του. 
Οΰτε εινε δυνατόν ό ιατρός να παρευρίσκεται εις τα γεύ- 
ματα εκάστου των πελατών του, δια να κανονίζη το ποσόν 
καΐ το ποιόν της τροφής του* οΰτε όλοι ευτυχούν να έχουν 
εις το πλευρόν των παρά την τράπεζα ν το κυνάριον τής 
περίφημου εταίρας Νινών δε Λαγκλό, το όποιον παρακο- 
λουθούν άγρΰπνως το γεύμα τής κυρίας του, ήμπόδιζεν 
αυτήν δι* όργίλων ύλακών να τρώγη κατά κόρον, ή νά 
γεύεται δΰσπεπτα φαγητά καΐ τραγήματα. 

Καλόν εΐνε εν τούτοις ό καθείς νά λαμβάνη υπ* ό'ψει 
του και τά παραγγέλματα τής υγιεινής, τά περιεχόμενα μεν 
και εις τά βιβλία, αλλά κυρίως διατυποΰμενα εις τάς πα- 
ροιμίας καΐ τά δημώδη ρητά, εις τά όποια συνοψίζεται 
και άποκρυσταλλοΰται ή ύπομονητική παρατήρησις και ή 
εκ τών πραγμάτων απορρέουσα πείρα πολλών γενεών. 
Υπάρχουν δε εις πάσαν γλώσσαν γνωμικά πολυάριθμα 
και εύστοχώτατα περί τών διαφόρων φαγητών και τής^ 
θρεπτικής άξιας εκάστου αυτών, καθώς καΐ προφυλακή- 
καΐ συμβουλαι αξιόλογοι, δπως λόγου χάριν ή περιεργοτάτη 
εκείνη περί της τόσον ορεκτικής, αλλά και τόσον δυσπέπτου 
άγγουροσαλάτας. Περί αυτής το γνωμικόν διδάσκει δτι 
πρέπει νά λαμβάνωμεν το άγγοΰριον, νά το καθαρίζωμεν, 
νά το κόπτωμεν εις λεπτά τεμάχια, νά ρίπτωμεν επ* αυτών 
τύ άνάλογον άλας, ελαιον, δξος και δ, τι χρειάζεται, κατόπιν 
δε... ν* άνοίξωμεν το παράθυρον καΐ νά την πετάμε εξα> 
μαζύ με το πιάτο ν. 



* 
*■•*. 

Έρχόμεθα τώρα εις το τελευταίο ν κεφάλαιον περί του 



138 

ποσού της τροφής, την οποίαν όπείλει να καταναλίσκη ημε- 
ρησίως δ άνθρωπος προς συντήρησίν του. 

Άλλα καΐ εδώ ευρισκόμεθα εντελώς εις το κράτος του 
απροσδιορίστου* διότι, ως καλώς εννοείτε, το ποσόν περισ- 
σότερον και από το ποιόν εξαρτάται εκ τών δρων του χρό- 
νου και του τόπου και της ηλικίας καΐ του επαγγέλματος 
και της ιδιοσυγκρασίας, αλλά προ πάντων εκ της ορέξεως 
και της αντοχής του στομάχου εκάστου. 

Νομβθέται ως δ Μωϋσής, δ Λυκούργος, δ Μωάμεθ, 
δια λόγους υγιεινούς, κοινωνικούς και πολιτικούς έθέ- 
σπισαν ειδικάς διατάξεις σχετικάς προς ιήν τροφήν. Άλλ' 
ειδικώτερον και λεπτομερέστερον ως προς το ποσόν αυτής 
επενέβη ή Πολιτεία εις νεωτέρους σχετικώς χρόνους. 
"Ηδη εν Γαλλία από τής εποχής Φιλίππου του ωραίου, 
ήτοι περί τα τέλη τής ΙΓ' και τάς αρχάς τής ΙΔ' ίκατον- 
ταετηρίδος, δια βασιλικού διατάγματος ώρίζετο δτι δΰ• 
μόνα γεύματα έπετρέποντο καθ* έκάστην εϊς τους πολίτας, 
το πρόγευμα τουτέστι και τό εσπερινόν γεΰμα ή δεΐπνον, 
συνιστάμενον εις μίαν σοΰπαν και δυο εδέσματα, του 
τυροΰ μη συνυπολογιζομένου* κατά δε τάς νηστησίμους 
ημέρας δ αριθμός τών γευμάτων περιωρίζετο εις εν καΐ 
μόνον. Διά θεσπίσματος δε του υπουργού Λοπιτάλ, εν 
Ιτει 1563 εκδοθέντος έπι τής βασιλείας Καρόλου του Θ', 
διατηρηθέντος δε εν ίσχΰϊ και μέχρι τής βασιλείας Λου- 
δοβίκου του ΙΓ', άπηγορεΰετο εις τους πολίτας επι ποινί| 
βαρέος προστίμου νά παραθέτουν εις την τράπεζάν των πλει- 
ότερα τών τριών ειδών φαγητών. Ειδικώς δε ωρίζετο δτι δεν 
Ιπετρέπετο νά παρατίθεται ειμή εν μόνον καπόνιον, μιά 
πέρδιξ,εΐς κόνικλος. Όρνίθια καΐ περιστέρια έπετρέπετο'νά 
παρατίθενται μέχρι τριών, κίχλαι και τρυγόνια μέχρι τεσσά- 
ρων καΐκορυδαλοι μέχρι δώδεκα. Εις δε τά δημόσια εστια- 
τόρια δ ξενοδόχος ύπεχρεοΰτο αυστηρώς νά μη παρέχη 



139 

εις τους πελάτας του γεΰμα τιμής εν τφ συνόλω ανωτέρας 
του ενός σκοΰδου. 3 Αλλά και οι προσκαλοΰμενία εις ϊδιω- 
τικόν γεύμα ήσαν εκ τθυ νόμου υποχρεωμένοι έπι ποινή 
προστίμου 40 λιβρών να καταγγέλλουν εις την αρχήν τους 
παραβάτας της διατάξεως. Εις τρόπον ώστε ο ευσυνείδητος 
πολίτης, δστις ήθελε παρακαθίση ώς συνδαιτυμών εις φιλι- 
κήν τράπεζαν, δπου εΐχον τυχόν παρατεθή δυο πέρδικες, 
ή τέσαρα όρνίθια, έπρεπε «δια το καλόν σπολλάετη», άφοΰ 
ήθελε φιλικώς περιδρομιάσει, να μεταβή κατ 3 ευθείαν εις 
τήν αρχήν και να καταγγείλη τον έστιάσαντα αυτόν ! Σή- 
μερον αί κυβερνήσεις,έννοήσασαι πόσον τυραννική αποβαί- 
νει ή άμεσος έπέμβασις εις τήν δικαιοδοσίαν του στομάχου 
περιορίζουν εμμέσως τήν ποσότητα της τροφής δια τών 
δασμών τών παρ 3 αυτών επιβαλλομένων εις τε τα εγχώρια 
και εις τά έξωθεν εϊσκομιζόμενα εδώδιμα. 

Έν τούτοις μεθ 3 όλους- τους περιορισμούς και μεθ' δλους 
τους πολυειδεις κίνδυνους τους όποιους απεργάζεται ή 
κατάχρησις της τροφής, οι αδηφάγοι υπήρξαν ανέκαθεν 
πολυάρριθμοι εις πάντα τόπον και εις πάντα χρόνον, 
ζημίαν μεν προξενοΰντες εις εαυτούς και τους άλλους, και 
μόνον εις τους ιατρούς και τους φαρμακοποιούς προσπο- 
ρίζοντες ώφέλειαν. Θα ήτο αρκούντως μακρά και ανιαρά 
ή άπαρίθμησις τών υπό αρχαίων τε και νεωτέρων συγ- 
γραφέων μνημονευομένων πολυφάγοον. 'Όθεν αρκούμαι ν 3 
αναφέρω ως παραδείγματα τινας τών περιφημότερων εξ 
αυτών, τών όποιων οι κτηνώδεις άθλοι θα εθεωρούντο αυτό- 
χρημα ως μυθώδεις, εάν δεν έπιστοποιούντο υπό αξιόπι- 
στων μαρτυριών. 

Παρά τοις άρχαίοις 'Έλλησιν ή πολυφαγία ήτο σύνη- 
θες ελάττωμα, πλείστους δ* δσους αδηφάγους και γαστρι- 
μάργους διαβόητους αναφέρουν ό Αθηναίος και ό Αιλιανός* 
Και επειδή αϊ κυρίαι έχουν παντού το προνόμιον της προ- 



140 

τιμήσεως, θ 9 αρχίσω τον κατάλογον από τίνων τοιούτων θη- 
λυκών Κυκλοοπων. Ή όρχηστρίς 'Αγλαΐς έτρωγε τακτικώς, 
είς το γεΰμά της τρεις και πλέον όκάδας κρέατος και δώ- 
δεκα άρτους* έπινε δε δυο δκάδας οίνου. Έκπλητικώτερον 
δμως είναι το φαινόμενον ετέρας γυναικός, το όποιον ομο- 
λογώ δτι διστάζω να πιστεΰσω, αν και αναφέρεται υπό 
ίεροΰ συγγραφέως* διότι πώς να πιστεΰση τις δτι ή εν λόγω 
κυρία, ή εις πόλιν τινά της Συρία; διαμένουσα, έτρωγε 
καθ 3 εκάστην 30 (λέγω τριάκοντα) όρνιθας χωρίς να χόρτα- 
ση! Ευτυχώς εκ της βουλιμίας της ταύτης την έθεράπευσεν 
ό Μακεδόνιος, δώσας εις αυτήν να πίη ΰδωρ ήγιασμένον 
καΐ ή Θεραπεία βεβαίως συνετελέσθη εκ θείας προνοίας > 
δια να σωθούν από παντελή δλεθρον τα κοτέτσια του 
κόσμου. 

Άλλα και το άρρεν φΰλον έχει να επίδειξη φοβερωτέ- 
ρους ακόμη αδηφάγους από της αρχαιότητος μέχρι τών- 
ήιιερών μας. Υπερτερεί δε πάντας αυτούς ό κωμωδός εκεί- 
νος δ λεγόμενος Φάγω ν — ονόματι καΐ πράγματι τοιούτος 
— δστις κατεβρόχθισέ ποτέ ενώπιον του αΰτοκράτορος 
Αυρηλιανοΰ ενα άγριόχοιρον, εν πρόβατον, εν χοιρίδιον 
γαλαθηνόν, εκατόν άρτους και εϊκοσιτέσσαρα μέτρα οίνου. 
Ή γαστριμαργία ιδίως άνεπτΰχθη παρά τοις Ρωμαίοις 
εις τους χρόνους κατά τους οποίους ό παχυλός υλισμός 
ενέκρωσε πασαν άλλην ευγενή του ανθρώπου όρμήν. Πασί- 
γνωστος εΐνε ό Λούκουλλος, του οποίου πολύ περισσότε- 
ρον γνωστά τυγχάνουν τά γαστρονομικά παρά τά στρα 
τιωτικά κατορθώματα. Ώς φοβερός γαστρίμαργος φημί- 
ζεται και ό Άπίκιος, δστις άκουσας ποτέ δτι παρά την 
Καρχηδόνα ήγρεΰοντο καρίδες εξαισίου μεγέθους, έπεβι- 
βάσθη εις τριήρη καΐ έπλευσαν εκεί αμέσως* αλλ* επέστρε- 
ψεν εν τφ άμα οπίσω χωρίς ν 3 άποβιβασθή, δτε ειδεν 
δτι τά επιδειχθέντα εις αυτόν οστρακόδερμα δεν εΐχον τα 



111 

«χναμενόμενον μέγεθος. Οΰτος έχων περιουσίαν κολοσσι- 
αίαν, την οποίαν εσπατάλησεν εξ ολοκλήρου εις την άκο- 
λασίαν, ηύτοκτόνησε μόλις εμαθεν δ τι δεν του άπέμενον 
ειμή μόνον 500 χιλιάδες σηστερτίων, δσαι δεν επήρκουν 
διά την δαπάνην της τραπέζης επί ένα μόνον μήνα. 

Έκ των ρωμαίων αυτοκρατόρων μνημονεύονται ώς 
εκτάκτως κοιλιόδουλοι ό Κλαύδιος, ο σύζυγος τής επαί- 
σχυντου Μεσσαλίνας, δστις δικάζων δημοσία, καθά ίστορεϊ 
δ Σουετώνιος, και όσφρανθεις την κνίσσαν του μαγειρείου 
των ιερέων του παρακειμένου ναοΰ του "Αρεως, ήγέρθη 
ύπό τής έδρας του και έπορεΰθη απρόσκλητος να συγγευ- 
ματίση μετ' αυτών. Επίσης τοιούτος ήτο καΐ ό Βιτέλλι^ς, 
δστις από την κτηνώδη του λαιμαργίαν ήρπαζε τα ήμίκαυ- 
στα ιέρεια από του βωμοΰ και τα κατεβρόχθιζεν ενώπιον 
του πλήθους. Ύστερώτερον δε αναφέρεται Μαξιμϊνος δ 
Θράξ, βάρβαρος καΐ θηριώδης στρατιώτης, εις τον όποιον 
αΐ οικτραί περιστάσεις του καταρρέοντος Ρωμαϊκού Κρά- 
τους επέτρεψαν ν 9 άρπάση και να περιβληθή το αΰτοκρα- 
τορικόν διάδημα. Οΰτος, δ υπό των συγχρόνων του απο- 
καλούμενος Κΰκλωψ καΐ Βοΰσιρις, ήτο πελώριος το σώμα, 
ανάστημα έχων οκτώ ποδών* ήσαν δε τα μέλη του τόσον 
ευτραφή, ώστε το ψέλλιον τής συζΰγουτου ήδΰνατο να του 
χρησίμευσα ώς δακτυλίδιον, τόσον δε ρωμαλέος, ώστε 
κατεπόνει επτά παλαιστάς άλληλοδιαδόχως, εφόνευε δε ΐπ- 
πον διά τής πυγμής. Το συνηθέστερον και άπλοΰστερον 
γεύμα του τέρατος τούτου συνίστατο εις δώδεκα λίτρας 
κρέατος και ένα άσκόν οίνου. "Έτερος δε αυτοκράτωρ, δ 
Κλαύδιος Άλβΐνος, κατεβρόχθισεν ήμέραν τινά εις το 
πρόγευμα του πεντακόσια σΰκα, εκατόν ροδάκινα, δέκα 
πεπόνια, εκατόν συκοφάγους, τεσσάρας δωδεκάδας δστρείδια 
και άρκετήν ποσότητα σταφυλών. "Αδηλον αν μετά το 
τοιούτο πρόγευμα ευρέθη κανείς έκ των αυλικών του νά 



142 

τον άποτείνη την γνωστήν άθηναϊκήν φράσιν: «Πώς δεν 
μοΰσκασες ;». 

Έκ δε των νεωτέρου ν ηγεμόνων πολυφάγοι ήσαν οι 
πρίγκηπες του βασιλικού γένους των Βουρβώνων εν γένει. 
Ή Παλατινή πριγκήπισσα διηγείται εις τα απομνημονεύ- 
ματα της δτι, είδε πολλάκις τον βασιλέα Λουδοβικον ΙΔ Λ 
τρώγοντα τέσσαρα πινάκια πλήρη σούπας διαφόρων ειδών, 
ένα φασιανόν όλοκληρον, μίαν πέρδικα, μίαν μεγάλην λο- 
πάδα σαλάτας, δΰο τεράστια τεμάχια χοιρομηρίου, εν τεμά- 
χιον πρόβειου κρέατος, εν πινάκιον γλυκίσματος, οπωρικά 
πολλά και τελευταΐον αυγά βραστά! Εινε αληθές, οτι ή Με- 
γαλειότης του επληρωνεν ακριβά την πολυφαγίαν του ν 
υφισταμένη συχνάκις κοιλιακάς ενοχλήσεις και δυσπεψίας 
και υποβαλλόμενος εξ ανάγκης ως ά κοινότατος τών θνη- 
τών εις όχληρά θεραπευτικά μέσα. Το δυστύχημα ήτο οι- 
κογενειακόν, ώς φαίνεται, διότι και εις τον πατέρα αύτοΰ> 
τον Λουδοβικον ΙΓ' ό ιατρός του Μπουβάρ έχορήγησεν 
εντός ενός έτους 215 καθάρσια, πρόβας και εις ισάριθμα 
καθαρτικά μέσα και εις 40 προσέτι αφαιμάξεις, συμφώ- 
νως προς την θεραπευτικήν μέθοδον τών χρόνων 
εκείνων" 

Τά ρωμαϊκά γέυιιατα, και ιδίως τά τών διεφθαρμένων 
αυτοκρατόρων, διεκρίνοντο όχι μόνον διά τον πλοΰτον και 
την άφθονίαν και την ποικιλίαν τών εδεσμάτων, αλλά και 
διά την παράδοξον αυτών σΰστασιν και την μανιώδη επί 
δειξιν τροφών αλλόκοτων και εξεζητημένων, αΐτινες δι' 
αδρότατης δαπάνης εκομίζοντο από χωρών απωτάτων. 
Οΰτως εις γεΰμα παρατεθέν υπό του Λουκίου Βιτελλίου εις 
τον προρρηθεντα άδελφόν αΰτου και αυτοκράτορα Αΰλον 
Βιτέλλιον, έκομίσθησαν εις την τράπεζαν παντοιοτρόπο)ς 
μαγειρευμένοι δΰο χιλιάδες ιχθΰες και επτά χιλιάδες πτηνά, 
σπάνια πάντα και βαρύτιμα. Εις έτερον δε γεύμα του αυ- 



143 

του ακόρεστου λαίμαργου παρετέθησαν συν τοις άλλοις 
ήπατα φασιανού, γλώσσαι σκάρων, γλώσσαι άηδόνων, 
εγκέφαλοι ταών και ψιττακών και εντόσθια μυρραινών. 
Οι τελευταίοι ούτοι ΐχθύες εθεωρούντο κατ 3 έξοχτν εύγευ- 
*τον έδεσμα καΐ έτρέφοντο επιμελώς εις ιχθυοτροφεία, δ 
δε πατρίκιος Βάδιος Πολλίων ερριπεν εις τάς μυραίνας του 
$ιά να τάς παχύνη τους ατυχείς δούλους του, δσοι πταί- 
#αντες έθεοορουντο άξιοι θανάτου. 

Άλλα και εις τους κατόπιν αιώνας ή μανιώδης καΐ 
δαπανηρά πολυφαγία έπρωτευεν εις τά^ ασχολίας του βίου 
και μάλιστα εις τους οϊκουςτών ευγενών, ένθα συνεκενροΰ- 
ντο τότε πάσα ισχύς και πάς πλούτος. Τα γεύματα μάλιστα 
τά παρατιθέμενα εις έξαιρετικάς περιστάσεις ήσαν φαντασι- 
ωδώς δαψιλή και μεγαλοπρεπή. Χάριν περιέργειας αντιγρά- 
φω εκ παλαιού χρονικού το ηίΘηιι του γεΰματους του πα- 
ρατεθέντος εν ετει 1543 κατά τους γάμους του ευγενούς 
Γεωργίου Ριβωπιέρ μετά της Έλισσάβετ Χιφερενστάϊν.Τά 
παρατεθέντα εδέσματα, διαιρούμενα εις σειράςήσαντά έξής : 
Α' σειρά, πλακοΰς περιέχων τρεις πέρδικας ζωντανάς, ερί- 
φιον παρασκευασμένον με κορνιθιακήν σταφίδα, σοΰπα 
με αυγά, κεφαλή μεγάλου ιχθύος (του κοινώς λεγομένου λοΰ- 
τσου), φέρουσα εις το στόμα κρίνον λευκόν ώς σύμβολον 
τήςάγνότητος της νύμφης, έτερος ιχθύς παρασκευασμένος με 
λαρδίοτ, βόειον κρέας με ραδίκια, τούρτα φέρουσα εις την 
έπιφάνειαν τάς εικόνας τών πρωτοπλάστων Αδάμ και 
Εύας, ενδεδυμ.ένον κατά τον τότε συρμόν τών ευπατριδών, 
πλακούς με όρνίθια και ψητά καπόηα. Ή δευτέρα σειρά 
άπετελεΐτο εξ ενός πύργου, οπόθεν ερρεε λευκός οίνος εντός 
του οποίου επλεον ιχθύδια, εκ κεφαλής χοίρου επιχρυσωμέ- 
νης, εξ ιχθύος τροοκτου, μαγειρευμένου μετ 5 εμβάμματος, 
εξ ενός ολοκλήρου προβάτου, εκ πλακοΰντος θερμού με λαρ- 
δίον, εξ ιχθύος σολωμού κρύου και εκ σουκρούτ. Ήκολοΰ- 



144: 

θυαν δε άλλαι ζρέΐς αειραϊ με άνάλογον ποσότητα και 
ποικιλίαι φαγητών εκ των οποίων πάντων, κατά κανόνα, 
ώφειλον να γευθούν οι δυο νεόνυφοι, πράγμα το ποιον 
άπετέλει την πρώτην βάσανον του οικογενειακού βίου ! 

"Οχι με τον στόμαχο ν κενόν, άλλα με βάραθρον αυτό- 
χρημα έπρεπε νά εΐνε εφωδιασμένος ο δαιτυμών ό προσκα- 
λούμενος είς τα τερατώδη ταΰτα δργια της γαστριμαργίας. 
Το φαγοπότιον παρετείνετο επί ώρας, και κάποτε επί ημέ- 
ρας, διεξήγετο δε ά'νευ των σημερινών λεπτών διατυπώσεων 
της άβράς έθιμοταξίας. Ό άρτος, επί παραδείγματι, δεν 
ήτο ό σημερινός εν χρήσει λευκός και ελαφρός, αλλά συνί- 
στατο εις μαΰρην βαρεΐαν και κακοψημένΐ)ν ζΰμην, εκό- 
πτετο δε εις χονδράς στρογγΰλας φέτας, εφ' ων έπετίθεντο 
τά τεμάχια τών στερεών φαγητών. Τά πινάκια δεν άντι- 
καθίσταντο με' έκάστην παράθεσιν, διότι ήσαν σπάνια, τά 
δε ποτήρια συνήθως άνεπλήρου το κέρας, το οποίον διαρ- 
κώς πληροΰμενον περιεφέρετο από χειρός εις χείρα. Το δε 
σπουδαιότερον, δλοι ετρωγον με τους δάκτυλους της χειρός, 
οι όποιοι έπλΰνοντο προ και μετά την έστίασιν δι'υδατος,δι' 
ή δια οΐνου.Ήχρήσις τών πηρουνίων έγενικεύθη πολύβραδΰ- 
τερον. € βασιλεύς της Γαλλίας Κάρολος Ε' είχε μόνον εν 
νέα πηροΰνια δια την βασιλικήν του τράπεζαν, ακόμη δε επί 
της βασιλείαςΈρρίκου του Γ',περί τάτέλη δηλαδή τοΰΙΣΤ' 
αιώνος αί κατά της Αυλής κυκλοφοροΰσαι σάτυραι περι- 
εΐχον προς τοις άλλοις και την μομφήν οτιοΐ ευνοούμενο^ 
του βασιλέως, οι περίφημοι ιηίάηοηδ, δι^τώντο τόσον μαλ- 
θακώς, ώστε μετεχειρίζοντο και πηροΰνια είς το γευμά 
των ! Ή δε σαλάτα κατ 9 απαράβατο ν κανόνα άνακατεΰετο 
είς την τράπεζαν διά τών αβρών δάκτυλων τών παριστα- 
μένων δεσποίνων. 

Έκ τών μη ευγενών και επισήμων αδηφάγων θά παρα- 
θέσω δυο μόνα παραδείγματα προς συμπλήρωσιν του κε- 



145 

φαλαίου. Φαινόμενον έκτακτου πολυφαγίας ύπήρξεν άν- 
θρωπος τις ζήσας εν Σαξωνία κατά τόνΤΗ' αιώνα, ό'στις, 
κατ* αξιόπιστους μαρτυρίας, έτρωγεν εν πρόβατον όλόκλη- 
ρον, ή ένα μόσχον, ή ένα χοΐρον, ώς οπωρικά δε δΰο κα- 
λάθια κεράσια με τά κουκούτσια των! Άλλα τα κουκούτσια 
ήσαν μηδαμινόν πράγμα απέναντι των άλλων αντικειμένων 
δσα ήνείχετο ό εξαιρετικός αΰτοΰ στόμαχος* Διότι κατε- 
βρόχθιζεν δχι μόνον ποντικούς και πτηνά και παντοία α- 
κάθαρτα ζωντανά ζώα, αλλά και διάφορα αντικείμενα σκλη- 
ρά και μη φαγώσιμα. Κάποτε προκληθείς έθραυσεν εις 
τεμάχια και κατέπιεν όλόκληρον γραφεΐον σκεπασμένον μέ 
σιδηρά ελάσματα, μαζί μέ όλα τά έπ 3 αύτοΰ μελανοδοχεια, 
άμμοδοχεΐα, γραφίδας και λοιπά έξαρτΰματα. Το παράδο- 
ξον τούτο γεγονός έπιστοποιήθη υπό επτά μαρτύρων ένώ- 
πιοντών αρχών της γενεθλίου του πόλεως. Ό αλλόκοτος ούτος 
άνθρωπος έζησε μέχρις ηλικίας έξήκοντα ετών, γενομένης 
δε μετά τον Θάνατον του νεκροψίας, ευρέθη ό στόμαχος του 
περιέχων συλλογήν όλόκληρον σιδηρών και άλλων αντικει- 
μένων, καταποθέντων κατά καιρούς πάρ' αύτοΰ. Περί του 
άνθρωπου τούτου συνεγράφη και εξεδόθη επιστημονική 
μελέτη. 

Στόμαχον ωσαύτως Θαυμάσιας αντοχής, αλλά ώς προς 
την συνήθη τροφήν μόνον, έφημίζετο ότι είχε κάποιος 
γάλλος στρατιώτης. Λόγου δε γενομένου ποτέ περί αύτοΰ 
μεταξύ τών αξιωματικών του συντάγματος του, ό λοχαγός 
του ΐσχυρίσθη δτι ήδύνατο νά φάγη όλόκληρον μόσχον. Το 
πράγμα έφάνη άπίστευτον εις τους άλλους αξιωματικούς, 
οϊτινες ^στοιχημάτισαν. € στρατιώτης προσεκλήθη νά φά- 
γη ενώπιον των το μοσχάρι, το όποιον είχε διαμελισθή 
και μαγειρευθή κατά διαφόρους τρόπους, ήρχισε δε νά τρώ- 
γχΐ μέ άρκετήν δρεξιν τά κομιζόμενα φαγητά. Είχε δε ήδ-η 
καταβροχθίσει τά τρία τέταρτα του γεύματος, δτε έκδηλων 

10 



14« 

κάποιαν άνησυχίαν έπροσεκάλεσε τον λοχαγόν του και του 
είπεν ιδιαιτέρως: 

— Διατάξατε να φέρουν το μοσχάρι, διότι έφαγα αρκε- 
τά και φοβούμαι μήπως δεν τα καταφέρω. 

Ό αθεόφοβος έπερίμενε νά του φέρουν και να του πα- 
ραθέσουν εις τα τράπεζαν το μοσχάρι δλόκληρον άκέραι- 
ον, τα δε εως τότε φαγωθέντα παρ 9 αύτου έθεώρει ως άπλα 
ορεκτικά ! 

Εννοείται δτι μετά την τοιαΰτην δήλωσιν οι δυσπι- 
στοΰντες ώμολόγησαν την ήττάν των. 



Προς έξάντλησιν του θέματος και διά την άρμονίαν του 
βυνόλου έπρεπε τώρα νά θίξω και το ζήτημα της νηστείας. 
Άλλα φοβούμαι μήπως παρατεινόμενον ύπερμέτρως το πα- 
ρόν ανάγνωσμα άποβή δυσπεπτότερον δλων των φαγητών 
δσα προανέφερα. 

'Όθεν αρκούμαι νά εϊπω εν έπιλόγω οτι, δπως υπήρ- 
ξαν οι φοβεροί πολυφάγοι εις τον κόσμον, οΰτως υπήρξαν 
αντιθέτως και πολλοί οι διαγαγόντες τον βίο ν εν εκτάκτφ 
λιτότητι. Πάμπολλοι ήσαν, επιφανείς τε και μή, οι δαμά- 
σαντες το θηρίον του στομάχου και ΰποβαλόντες αυτό 
εις στερήσεις και δοκιμασίας έκουσίας, εϊτε εκ φυσικής εγ- 
κράτειας, είτε εκ θρησκευτικών πεποιθήσεων. Τους αυστη- 
ρούς κανόνας της νηστείας, θεσπισθέντας ιδίως υπό της 
χριστιανικής θρησκείας, έτήρησαν και τηρούν πλείστοι ό- 
σοι εις την οίκουμένην' άλλ' υπέρ πάντας διεκρίθησαν οι 
άσκηται τών πρώτων μετά Χρίστο ν αιώνων, οΐτινες εγκατα- 
λείψαντες τά εγκόσμια έπεδόθησαν έι^ τον μοναχικόν βίον, 
διαιτώμενοι εις τόπους έρημους και άβατους, επί τη πεποι- 
Θήσει οτι διά τών ταλαιπωριών του σώματος θά έξησφά- 



147 

λιζον την σωτηρίαν της ψυχής. Αι σκληραγωγίαι εις τάς ο- 
ποίας υπεβλήθησαν καΐ ή έγκαρτέρησις αυτών εις την στέ- 
ρησιν χάριν του ίεροΰ τούτου σκοπού υπερβαίνουν τη αλή- 
θεια πάντα άνθρώπινον ήροϊσμόν. Υπεράνθρωποι ιδίως 
υπήρξαν οι αγώνες τών πρώτων ασκητών περί την κατα- 
πολέμηση* της σαρκός δια τών στερήσεων τής τροφής. Αϊ 
άγάπαι τών Χριστιανών τών αποστολικών χρόνων και τα 
φιδίτια τών Σπαρτιατών ήσαν εΰωχίαι Σαρδαναπάλου και 
Βαλτά σαρ εν συγκρίσει προς την δίαιταν τών ασκητών 
τής Θηβαΐδος και άλλων ερήμων, οϊα περιγράφεται εις τους 
βίους τών άγίθ)ν. Συνιστώ ιδίως εις τους φιλοθρήσκους 
την άνάγνωσιν του συναξαρίου του οσίου Παύλου του ε Α- 
πλοΰ, ου ή μνήμη πανηγυρίζεται την 7 Μαρτίου, συμμο- 
νάσαντος εν τη αυτή σκήτη μετά του κορυφαίου τών μόνα- 
στών Αντωνίου του Μεγάλου. Θα ΐδουν εξ αύτοΰ εις 
ποίας δοκιμασίας, εις ποια κολαστήρια Ταντάλου υπέβαλε 
τον νεόφυτον δ εν τώ άσκητικώ βίω διαλάμψας δσιος, δια 
να εξακρίβωση τον ζήλον και την καρτερίαν του, καΐ πώς α- 
φινεν αυτόν έπι επτά δλας ημέρας νήστιν και κατόπιν του 
έδιδε προς βρώσιν'ελάχιστον τεμάχιον άρτου, εκ τοΐ5 οποί- 
ου μικράν μόνον μερίδα του επέτρεπε να γευθή (1). 



1). 'Ιδού χάριν περιέργειας μία περικοπή του βίου τουέκ του 
Συναξαρίου : «"Υστερον δε από μίαν εβδομάδα, άφοϋ κατεξηράνθη 
• Παύλος από το καϋμα του ήλιου, έξηλθεν ο Αντώνιος από το 
σπήλαιον και βρέξας θαλλία τών φοινίκων λέγει εις τον Παυ- 
λον : Λάβε ταύτα και πλέξε σειράν, καθώς βλέπεις με πλέ- 
κονται "Επλεξε λοιπόν ό Παύλος εως δεκαπέντε όργυιάς με 
πολύν κόπον. Τότε λέγει ό Αντώνιος : «Κακά έπλεξες τήν σει- 
ράν* χάλασε λοιπόν αυτήν και πλέξε την πάλιν εξ αρχής». Ήτο 
$έ ό Παύλος νηστικός ημέρας επτά. Ταύτα δε εκαμιενό Άντώ- 
σιος, ίνα στενοχωρηθη ό Παύλος και αναχώρηση* άλλ' ό Παύλος 
με μακροθυμίαν όμου και σπουδήν έχάλασε τήν σειράν και 
έπλεξε πάλιν από τήν αρχήν αγογγύστως μετά μεγάλης ποοΟυ- 



148 

Σήμερον αμφιβάλλω α ή τοιαύτη δίαιτα εξακολουθεί 
να εφαρμόζεται εϊς τάς σκήτας και τα κοινόβια, και αν θα 
εστεργον την αυστηρότητα της αί οσιαι γαστέρες των σεβα- 
σμίου πατέρων των εις τάς διαφόρους ευαγείς μονάς, εν 
Πεντέλη καΐ άλλσχοΰ μοναζόντων, 3 Απο πολλού ηδη επε- 
κράτησεν εις τον κόσμον ή γνώμη ότι ή έξιλέωσις του θείου 
δύναται να έπιτευχΰη δι" άλλων μεθόδων, ισχύει δε το 
δόγμα τοΰ Ταρτούφου. 

II 65ί: ανεο 1β οιβΐ άεδ αοοοΐΉΐτιο(1θΓη£ηί:δ. 

Οι αυστηροί κανόνες της νηστείας από χρόνου ήδη μα- 
κρού περιέπεσον εις άχρηστίαν, πρώτοι δε αυτών παρα- 
βάται ήσαν εκείνοι ακριβώς, οι όποιοι εκ του σχήματος 
των εΐχον καθήκον να δίδουν εις τους άλλους το παράδει- 



μίας. Τοΰτο βλέπων ό ΆνταΥνιος έξεπλάγη και συμπονέσας αυ- 
τόν, δτε έβασίλευ0εν ό ήλιος, λέγει 'είς τον Παΰλον : «Θέλεις να 
φάγωμεν ολίγον ψωμίον ;» Ό Παΰλος άπεκρίθη : Καθώς σας 
φαίνεται ποίησον». Οΰτος δε ό λόγος περισσότερον έμάλαξε την 
καρδίαν του Αντωνίου. 

«Έτοιμάσας λοιπόν τράπεζαν έ'βαλεν εις αυτήν τέσσαρα κομ- 
μάτια ψωμία από τεσσαράκοντα οκτώ δράμια έκαστον* και το 
μέν εν κομμάτιον έβρεξε δι 3 εαυτόν, τα δέ τρία δια τον Παΰλον. 
Και οΰτως ήρχισεν ό Αντώνιος να εΐπη ένα ψαλμόν, δια να δο- 
κιμάση δέ και εις αυτό τον Παΰλον, έψαλε δύο φοράς τον αυτόν 
ψαλμόν. ό δέ Παΰλος προσηύχετο προθυμότερον από τον Άν- 
τώνιον. Τότε ό Αντώνιος λέγει προς τον Παΰλον : «Κάθισε εις 
την τράπεζαν και μη τρώγης, άλλα βλέπε και πρόσεχε εις τά 
παρ ατεΦει μένα». Επειδή δέ ό Παΰλος μέ προθυμίαν έποίησε 
το προσταχΦέν, λέγει πάλιν προς αυτόν ό Αντώνιος : «Σηκώ- 
θητι από τήν τράπεζαν και προσεΰχου και έπειτα κοιμήθητι». 
Ό δέ Παΰλος χωρίς να φάγη όλοτελώς ψωμίον, έκαμεν ως προ- 
σετάχθη και ύπνωσε, κατά δέ το μεσονύκτιον έσηκώΦη ό Αντώ- 
νιος εις προσευχήν, έσήκωσε δέ και τον Παΰλον και παρέτεινε 
τήν προσευχήν έως τήν ένάτην ώραν της ημέρας». ("Ορα Συνα- 
ξαριστήν,ζ' Μαρτίου). 



149 

γμα της εγκράτειας και τη; λιτότητος. Έάν πισιεΰσωμεν 
τον αμείλικτον κατήγορον της καλογηρικής γαστριμαργίας^ 
τον Θεόδωρον τον Πρόδρομον τον έπιλεγόμενον Πτωχό- 
πρόδρομον, ή δίαιτα των σεβασμίων προϊσταμένων των 
μονών τοΰ Βυζαντίου ήτο παν άλλο ή ασκητική, ή δε παρ 3 
αύτοΰ γενομένη άπαρίθμησις των λιπαρών και εύχύμων 
βρωμάτων, τών παρατιθεμένων εις την ϊδιαιτέραν τράπεζαν 
τοΰ ηγουμένου τών Φιλοθεϊτών θά ετύγχανε της πλήρους 
επιδοκιμασίας τών περίφημων γαστριμάρ/ων της αρχαιό- 
τητος : 

«Πρώτον διαβαίνει το εγζεστον ψηοοόπονλον τουρδάτον 
και δεύτερον άκρόβραστον μαζί με ώβελισμένον, 
καΐ τρίτον δξυνόγγλυκος κροκάτη μαγειρεία, 
έχουσα στάχος, ούσγουδον, καρνόφνλλον, τριψίδιν Ρ 
άμανιτάριν, δξος τ ε καΐ μέλι έκ τ 3 άκάπνιν. 
Καϊ μέσα κείται κόκκινος μεγάλη φιλομήλα, 
και κέφαλος τρισπίΰαμος, ανγατος, έκ το Ρήγιν 
και συναγρίδα πεπανή' (ώ Θεέ μου μαγειρεία /...) 
καϊ τέταρτον όπτοντζικον, καϊ άπέκει τα τηγάνον, 
κομμάτια, συακοχόμματα, τριγλία μονστακάτα, 
καϊ διπλοτήγανον παχνν μεγάλες άΰερίνες, 
καί κιϋαργδς ότττούτζικος, ακέραιος με το γάρος } 
το καρναβάδιν άνω&εν ώς κάτω πεπασμένος. 
Καϊ πάλιν άπολάκτισμα μεγάλου λαβρακίον... 
Μετά δε την παρά&εσιν ων εΐρηκα βρωμάτων, 
είσήλ&εν ώ του ΰανματος, καϊ το μονοκυΰρίτζιν, 
νπεραΰνίζον ολίγον καϊ πέμπον ενωδίαν. 
"Ομως, ει βονλει, μάν&ανε καϊ τα του μονοκνΰρον' 
Κραμβϊν καρδίας δώδεκα χονδράς καϊ χιονάτας, 
καϊ ξιφιοτράχηλον παστόν, κυπρίνου άπαξιμάδιν, 
γλαυκούς χλωρούς καν είκοσι, άπάκιν βερζιτίκιν, 



150 



αυγά καν δεκατέοσαρα καϊ κρητικόν τνρίτζίν, 
ά&ότνρα καν τέσσαρα καϊ βλάχικον ολίγον, 
κα\ λίτραν μίαν ελαων, πιπέριν φονκταν μίαν, 
σκόρδα κεφάλια δώδεκα καϊ τοίρονς δεκαπέντε, 
άπαλαριά μουχροντινος, γλνκόν κραοϊν επάνω». 



Υπενθυμίζω δτι πειράματα νηστείας τελείας καϊ παρα- 
τεταμένης, αποχή δηλαδή πληρέστατης από πάσης τροφής, 
ελαβον χώραν χάριν σκοπών επιστημονικών και βιολογι- 
κών πολλά τους τελευταίους χρόνους. Διάσημος κατέστη δ 
Αμερικανός δόκτωρ Τάννερ νηστεΰσας έπι τεσσαράκοντα 
δλας ημέρας, το παράδειγμα του δ 3 έμιμήθησαν και δ Ιτα- 
λός Σοΰτση και άλλοι, εκ τών οποίων τινές έπλήρωσαν και 
με τήν ζωήν των το τόλμημα.. Άλλα τάποτελέσματα δεν 
άνταπεκρίθησαν εις τάς προσδοκίας και ή ιδέα της καταρ- 
γήσεως τής τροφής δια τον άνθρωπον, ή τουλάχιστον του 
περιορισμού αυτής εις το ελάχιστον δριον τής ποσότητος, 
■θεωρείται ακόμη ώς χίμαιρα, εΰκταΐον δέ εινε να μείνη έπι 
πολύ εισέτι το δνειρον άπραγματοποίητον. Διότι έπι τέλους 
το φαγητόν εν μέτρω θεμιτώ, ως ώρίσθη υπό τής φύσεως, 
εΐνε μία άπόλαυσις τής όποιας δεν βλέπω διατί πρέπει να 
στερηθώμεν, τοσούτο μάλλον, καθ' δσον ή κατάργησις τής 
έξεως θα επέφερε τρομακτικήν άναστάτωσιν εις τους δρους 
της ζωής. 

Τω δντι δέ εάν άναλογισθώμεν όποΐαι και όπόσαι με- 
ταβολαι Θα έπήρχοντο εις τάς συνήθειας, εις τον τρόπον τής 
ζωής, εις τάς παντοίας σχέσεις τών ανθρώπων διά τής κα- 
ταργήσεως τής τροφής, δεν πρέπει νά θεωρήσωμεν ως πα- 
ράδοξον τήν αφελή άναφώνησιν, τήν οποίαν καϊ άλλοτε 
ανέφερα, του ξενοδόχου εκείνου, δστις άκουσας ποτέ τήν 
φήμην δτι ή έφεΰρεσις μεθόδου προς κατάργησιν του φα- 



151 

γητοΰ ήτο γεγονός τετελεσμένον, άνέκραξε περιλΰπως και 
μετ 3 ανησυχίας: 

— Κα! τότε πώς Φα κερδίζω εγώ το ψωμί μου; 

Και τώρα δια να είμαι εν τάξει απέναντι σας, υστέρα 
<χπό την πλουσίαν και ποικιλωτάτην πανδαισίαν, την οποί- 
αν έλαβα την τιμήν να σας παραθέσω, συναρμο?^ογήσας 
αυτήν από πάσης χώρας και από πάσης εποχής, δεν μου 
μένει άλλο παρά να σας ευχηθώ «Καλήν δρεξιν». 



152 



ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ 



Εϊνε πολύς καιρός αφότου έ'λαβα άφορμήν να έκφράσοο 
δημοσία την γνώμην δτι ό Δεκάλογος του Μωϋσέως, εφ 3 
ου ερείδεται κατά πολύ και ή διδασκαλία του χριστιανισμού* 
χρήζει αναθεωρήσεως. Άπό της εποχής καθ' ην δ κραταιός 
και αυστηρός Ίεχωβά ηύδόκησε να διατύπωση εις λιθίνας 
πλάκας-διδάσκων εν ταύτώ τους ανθρώπους, και την τέχνην 
της λιθογραφίας - τα θελήματα αυτού, άτινα υπό το όνομα 
των Εντολών παρεδόθησαν εις τους ανθρώπους προς όδη- 
γίαν καΐ συμμόρφωσιν αυτών, δ κόσμος ήλλαξεν έπαισθη- 
τώς. Μετεβλήθησαν έκτοτε όχι μόνον τα ήθη και τα έθιμα, 
και αϊ ιδέαι καΐ οι νόμοι τών κοινωνιών, άλλα και 6 χαρά- 
κτήρ του ανθρώπου, και αυτός ίσως ό σωματικός τ ου όργα 
νισμός. 

Ό Δεκάλογος εϊνε εΐδός τι Συντάγματος περιέχοντος 
απαγορευτικός διατάξεις. 3 Αλλά τα Συντάγματα δεν αντι- 
προσωπεύουν αρχάς άϊδίους και αναλλοίωτους. Εινε απόρ- 
ροια δογμάτων ισχυόντων έπιχρόνον τινά, αλλ 9 υποκειμένων 
εις μεταβολήν, ώστε νά περιπίπτουν μετά καιρόν εις άντί- 
φασιν και σύγκρουσιν προς τους μεταγενεστέρους δρους 
του βίου και τάς επικρατούσας βραδύτερον γνώμας. Ελέχ- 
θη διά τα νομοθετικά σώματα τών κοινοβουλευτικών πολι- 
τευμάτων δτι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφίαν του δη- 
μοσίου φρονήματος μόνον κατά πλάσμα και μόνο/ επί χρο- 
νικόν διάστημα κατά το μάλλον και ήττον βραχύ. Το φρό- 



15$ 

νήμα λαού τίνος δέν εΐνε σταθερόν, επομένως ή εξ αΰτοΰ 
πηγάζουσα κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία ανταποκρίνε- 
ται εις δεδομένην τινά φάσιν της κοινής γνώμης παρελ- 
θουσαν, σπανιώτατα δε ύφισταμένην και κατόπιν άναλλοι- 
ώτως. Παρομοιώθη μάλιστα κατά τούτο ή Βουλή προς φω- 
τογραφίαν ιππέως ελαΰνοντος από ρυτήρος, όστις εις μεν 
την εικόνα εΐνε ακίνητος, ενώ εις την πραγματικότητα ε- 
ξακολουθεί να τρέχη, Έάν λοιπόν περί του κύρους τών 
Βουλών, ών ό βίος έχει την διάρκειαν πολλάκις τών παιδι- 
κών αθυρμάτων, υπάρχουν τοιαυταιάμφιβολίαι, πόσον μάλ- 
λον άμφισβητοΰμενον εΐνε το κΰρος τών Συνταγμάτων, τά 
όποια τήν αυτήν έχοντα ασταθή καπαγωγήν και την αυ- 
τήν εΰμετάβλητον σύστ«σι\, προορίζονται εις βίον πολυ- 
χρόνιο ν και άξιου ν νά διέπουν τάς τΰχας πολλών άλλεπα- 
λήλωνγενεών;Θεωροΰμενα ως ιερά παλλάδια, περιτυλίσσον- 
ται οιονεί μέ σάβανα, διά διατάξεων αυθαιρέτως άποκλει- 
ουσών πάσαν αυτών άναψηλάφησιν και κατατίθενται εις 
λάρνακας και εις κρΰπτας, σεβάσμια μορμολΰκεια, διαφυλάσ- 
σοντα τάχα εκείθεν τον ρυθμόν του πολιτεύματος και τήν 
εΰδάιμονίαν τών λαών. Πράγματι δμως εκεί μέσα εις το 
σκότος, αμέτοχοι του φωτός και της τΰρβης της ζωής, της 
ζωής τής διαρκώς άλλοιουμένης καΐ μεταβαλλομμένης διά 
του ρου του χρόνου καΐ τών περιστάσεων, περιπίπτουν 
βαθμηδόν εις λήθην και άχρηστίαν νεκρά ως αί βασιλικαι 
μοΰμιαι τών πυραμίδων, αί κοιμώμεναι εις τούςκευθμώνάς 
των μαζύ μέ τά ράκη τής άλουργίδος καΐ τήν κόνιν τον 
σκήπτρου των. Πολλαι διατάξεις, τάς οποίας ή άλαζών 
και άπρονόητος σοφία τών κατασκευαστών τών συνταγμα- 
τικών χαρτών θεσπίζει εις βάρος τών μεταγενεστέρων, κα- 
ταντούν μετά καιρόν ασυμβίβαστοι προς τά κοινώς παραδε- 
δεγμένα και πραττόμενα, και παραμελούνται, και παραβιά- 
ζονται γενικώς καΐ άνενδοιάστως. Οΰτω δε βαθμηδόν τά. 



154 

Συντάγματα φθειρόμεεα εις τα θεμελιώδη αυτών συστατι- 
κά, εξαρθρουνται και καταρρέουν* γνωρίζω δε, και γνωρί- 
ζετε και ΰμεΐς, κάποιον Σύνταγμα κάποιου Κράτους, το ό- 
ποιον ένεκα της τοιαύτης φθοράς και ένεκα της θρησκευ- 
τικής αποχής από πάσης αΰτοΰ επισκευής, κατήντησεν εν 
σχετικώς νεαρά εισέτι ηλικία έρείπιον, περισσότερον σαθρόν 
από τα σεπτά τής αρχαιότητος λείψανα, τα όποια άντικρΰ- 
ζει. 

Εινε αληθές ότι ό Δεκάλογος, αν ΰποτεθή ότι φέρει 
καΐ αυτός χαρακτήρα Συντάγματος, ε ? νε έργον όχι άνθρώ- 
πινον, αλλά Θεϊκόν, και επομένως έπρεπε να θεωρήται ώς 
απηλλαγμένον τής ανθρωπινής ατέλειας και της επιπόλαιο- 
της. Άλλ 3 ϊσως το έργον, μολονότι θείον την προέλευσιν, 
έλθόν εις σχέσιν, με την φαΰλην ανθρωπότητα και παρ 3 αυτής 
τεθέν εις χρήσιν ένοθεΰθη καΐ διεστράφη υπό τής κακίας. 
Οι νόμοι, όσον κατηγορηματικοί και αν εινε, πολλάκις 
υπόκεινται εις αλλοιώσεις κατά την εφαρμογή ν και κανο- 
νίζουν την ευθύνη ν τών παρ 3 αυτών προβλεπομένων δια- 
φόρων πράξεων αναλόγως προς τά πρόσωπα και τά πρά- 
γματα και τάς ιδιότητας και τάς περιστάσεις. Δια τοΰτο 
βλέπομεν, ε πι παραδείγματι, μία καώ ή αυτή πράξις να Θε- 
ωρήται υπό τών Στρατοδικείων ώς απλούν παράπτωμα, 
«ξιον το πολύ έλαφράς έπιπλήξεως, όταν έξετελέσθη απο- 
κλειστικώς παρά στρατιωτικού τίνος, να κολάζηται δε βα- 
ρύτατα υπό τών ποινικών δικαστηρίων ό πταίστης στρα- 
τιωτικός διά το αυτό αδίκημα, εάν συνέπραξε μετά πο- 
λιτών. 

Δεν πιστεύω νά υπάρχουν εις το άκροατήριόν μου σο- 
βαρά! άντιλογίαι περί του ότι ευρίσκονται εις τόνΔεκάλογον 
διατάξεις αν ουχί εντελώς νεκραί, τουλάχιστον παρημελη- 
μέναι, ώς περιπεσοΰσαι από μακρού χρόνου εις πλήρη 
αχρηστίαν. Και αν περί τοΰτο θέλετε νά πειραματι- 



155 

σθώμεν, ας θέση καθείς ενώπιον του τον πίνακα των Δέκα 
Εντολών — διότι δεν πιστεύω, όσον θεοφοβούμενοι και 
αν είσθε, 8τι ενθυμεΐσθε εκ μνήμης απταίστως ολόκληρο ν 
την σειράν αυτών δπως την έμάθετε άλλοτε εις την Κατή- 
χησιν — καΐάς άποφανθή ευσυνείδητος τίνες εξ αυτών εξα- 
κολουθούν να τηρούνται και σήμερον άπαρΓγκλίτ(ος. 



*Ας παραλείψωμεν τάς δυο πρώτας εντολάς, τάς άφο- 
ρώσας εις το καθήκον της θεοσέβειας και της προσκυνή- 
^τεως, τάς δυο έκείνας εις τάς οποίας αντηχεί επανειλημμέ- 
νως το φοβερόν εγώ του "Ιεχωβά, το άποκλεΐον αγέρω- 
χος με τον δυσθεώρητο ν δγκον του πάσαν άλλη ν θείαν 
ΰπόστασιν και πάν άλλο μεγαλεΐον. 3 'Ας παραλείψωμεν και 
την άλλην έντολήν, την τρίτην, την επιβάλλουσαν την φιλο- 
στοργίαν προς τους γεννήτορας, ήτις οπωσδήποτε διατη- 
ρείται εν ΐσχΰϊ, συμβάλλοντος και τοικρυσικοΰ νόμου. "Ας 
ελθωμεν εις τάς τρεις τεσσάρας αλλάς εκείνας, τάς έκφερο- 
μένας άλλεπαλλήλως με βραχύ ν και έπιτακτικόν τόνο ν ως 
στρατιωτικόν παράγγελμα. Τητεΐται αρά γε ή εντολή ή 
άπαγορεΰουσα το άφαιρεΐν την ζωήν του πλησίον ; 3λ Ας 
«παντήσουν τά πρακτικά των ποινικών δικαστηρίων πα- 
ύσης της οικουμένης, τά δικάζοντα τους στυγερούς φονεΐς, 
τους ποτίσαντας με ώκεανόν αίματος την γήν ταΰτην, την 
οποίαν έδώρησεν ό "Υψιστος εις το κτίσμα του όπως ζ ή εις 
αυτήν εν ειρήνη. "Ας απαντήσουν τά Κράτη τών ευσεβών 
και φιλοχρίστων ηγεμόνων, τά έξασκοΰντα τον συστημα- 
τοποιημένον φόνον διά του πολέμου, τά Κράτη τάπο- 
στραγγίζοντα δι 9 απηνούς φορολογίας και την τελευταίαν 
ικμάδα του ΐδρώτος τών λαών προς άγοράν τών τελειοτέ- 
ραν οργάνων του ολέθρου, "Ας απαντήσουν και αύτοι ο** 



156 

νόμοι τών πεπολιτισμένων χωρών, οι θεσπίζοντες και νο~ 
μιμοποιοΰντες τον φόνον δια της ποινής του θανάτου. 

'Ή μήπως τηρείται ή εντολή ή άπαγορεΰουσα την 
άφαίρεσιν της αλλότριας περιουσίας δια τών παντοίων με- 
θόδων τών περιεχομένων εις την γενικήν κατηγορίαν τοΰ 
«ου κλέψεις*, από τών πραξικοπημάτων τοΰ Χρηματιστη- 
ρίου μέχρι του βρόχου τών κλεφτοκοττάδων και της αρπά- 
γης της ΰπεξαιροΰσης την μπουγάδαν του πλησίον ; € Ως 
προς τοΰτο αρκούμαι εις την άπάντησιν τοΰ αειμνήστου 
βουλευτού Κότταρη, δστις ερωτηθείς εΐρωνικώς παρά συ- 
ναδέλφων του μέχρι τίνος κεφαλαίου της Γραμματικής 
εφθανον αί γνώσεις του, απήντησε με την δωρικήν προφο- 
ράν του το περιβόητον εκείνο : «Μέχρι τοΰ κλιέφζω, 
κΑιέφζεις ρ κλιέφνέί», συνοψίσας^εΐς το ρήμα τοΰτο την 
πλήρη άχρηστίαν της ογδόης εντολής. Τί να εΐπω δε περί 
της άλλης εκείνης, τής έβδομης, ήτις εν συνδυασμώ μετά 
τής δεκάτης απαγορεύει το επιθυμεί ν την γυναίκα τοΰ πλη- 
σίον και τάς σχέσεις εκείνας, τάς οποίας ό μεν Δεκάλογος» 
δ διδασκόμενος και εις τα παρθεναγωγεία, ονομάζει με 
τραχεΐαν κυριολεξίαν, ήμεΐς οέ εξ ευπρεπείας δυνάμεθα 
νάποκαλέσωμεν λαθρεμπόριον τοΰ έρωτος ; Μέ άναπαυμέ 
νην την συνείδησιν δΰναμαι να ισχυρισθώ οτι ή εντολή 
αΰτη δεν επροστάτΓυσε ποιέ άποτελεσματικώς κανένα σύ- 
ζυγον εκ τών άνηκόντίον εις την άξιολΰπηαον συνομοτα- 
ξίαν, την έχουσα ν άρχηγόν τον Μενέλαον, και οτι κανείς, 
ποτέ Πάρις αρχαίος, ή Λοβελάς νεώτερος, και καμμία κυ- 
ρία Πετεφρή ή κυρία Μποβαρύ δεν άνεχαιτίοθη εκ της ενο- 
χής τοΰ να καταβρόχθιση λαιμάργως τον άπηγορευ- 
μένον καρπόν. 

Έπι τής παραβάσεως δε ταΰτηςτής γενικής και κατά- 
φωρου στιρίζεται ακριβώς ή ευδοκιμούσα βιομηχανία τής; 
συγγραφής δραμάτων και μυθιστορημάτων, εχόντων ώς 



157 

Φέμα άποτελεσματικόν την συζυγικήν άπιστίαν. Έάν δεν 
ΰπήρχεν ή άείρους αΰτη πηγή της νεωτέρας φιλολογικής 
Ιμπνεΰσεως εις τα -θέατρα μας εν γένει, δεν θα ήτο δυνα- 
τόν να παριστάνεται άλλο τι έργον έκτος της «Γενοβέφας» 
και εις τα βιβλιοπωλεία μας δεν θα ήδΰνατο να έκτεθή εις 
πώλησιν άλλο βίβλίον έκτος της Ιεράς Συνόψεως. 

Άλλα το παράγγελμα, το οποίον υπέρ πάν άλλο παρα- 
μελείται και παραβαίνεται εις δλην τήν οίκουμένην και είς 
πάσαν έποχήν, εΐνε το αφορών εις το ψευδός. Εϊνε δε άλη- 
θώς άπορον πώς περιελήφθη εις νόμον απορρέοντα ε* της 
υπέρτατης σοφίας διάταξις τόσον ασυμβίβαστος προς τον 
χαρακτήρα και την φΰσιν του ανθρώπου, δχι μόνον του 
σημερινού, αλλά και πάσης εποχής και πάσης χώρας, επο- 
μένως δε μοιραίως μέλλουσα να παραμένη άκυρος. ΚαΙ 
ναι μεν δύναται τις να ίσχυρισθή δτι ή εντολή αΰτη του 
Δεκάλογου, ενάτη εν τη σειρά, αποβλέπει εις την ειδικήν 
περίπτωσιν τής ψευδομαρτυρίας. Το κείμενον αυτής έχει επί 
λέξει οΰτα) : «ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου 
μαρτυρίαν ψευδή Ν >, ώστε θα ήδΰνατο να θεωρηθή ώς 
άπαγορεΰουσα μόνον το ενορκον ψευδός και επομένως επι- 
τρέπον σιωπηρώς πάσαν άλλην άνώμοτον ψευδολογίαν. 
Άλλ οι έρμηνευταί των γραφών περιλαμβάνουν το ψευδός 
Ιν γένει και ανεξαιρέτως μεταξύ τών βαρέων αμαρτημά- 
των. Εις πολλά χωρία τοΰ Ευαγγελίου και τής αποστολι- 
κής διδασκαλίας το ψευδός καταδικάζεται διαρρήδην και δ 
2ατανάς, ή κορυφή και ή προσωποποίησις πάσης κακίας 
πατήρ του ψευδούς αποκαλείται. 'Ώστε ή διάταξις ή άπα- 
γορεΰουσα το ψευδός υπάρχει είτε αμέσως είτε εμμέσως 
άναγεγραμμένη εις τον θείον νόμον* αλλ* αφότου άνε- 
γράφη ήτο ήδη αΰτη γράμμα νεκρόν, τοιούτο δε παρέμει- 
νεν εις τους αιώνας, δια τον άπλοΰστατον λόγον δτι τοι- 
ϋΰτη ήτο άδΰνατον να εφαρμοσθή. 



ι©δ 



* * 



Τό ψευδός εινε εγγενές εις την ανθρωπινή ν φΰσιν 
βτοιχεΐον άπαραίτητον εις την ΰπαρξίν της. Άφ' ης στιγ- 
μής θα έκπέμψη τό πρώτον του κλαυθμήρισμα, μέχρι της 
στιγμής δτε θά εκφέρη την ΰστάτην πνοήν, ή ατμόσφαιρα 
του ψευδούς περιβάλλει τον ά'νθρωπον και τόσον αυτός συ- 
νηθίζει εις αυτήν, ώστε συναναφΰρεται τρόπον τινά με τον 
δργανισμόν του και τον παρακολουθεί και τον διέπει εις 
τάς έξεις του, εις τάς πράξεις του, εις τον βίον του τον 
κοινωνικόν και τον πνευματικόν και δεν τον άφίνει να ζή- 
ση έκτος περιβάλλοντος περιέχοντος γενναίαν δόσιν ψευ- 
δούς, όπως αδυνατεί να ζήση εντός ατμοσφαίρας στερούμε- 
νης οξυγόνου. 

Μέγα μέρος της διαρκείας της ύπάρξεοος του ό άνθρο)- 
πος διέρχεται κοιμοομενος, βλέπων όνειρα, διάγων επομέ- 
νως βίον ψευδήκαι άπατηλόν. Άλλα και δταν γρήγορη, ή 
απάτη και τό ψευδός δεν τον εγκαταλείπουν* και τότε 4 άν- 
θρωπος ζη βίον διττόν, τον εξωτερικόν, τον συνδεόμενον 
με τάς πράξεις του, με τάς σχέσεις του προς τά πέριξ αυ- 
τού πρόσωπα και πράγματα, καΐ τον βίον του τον ενδότε- 
ρον, τον ΰποκειμενικόν, τον ψυχικόν, τον κείμενον εντεύ- 
θεν των αισθήσεων, δστις τον μεταρσιώνει διά του νου εις 
χώρας άφεστίοσας από του πραγματικού κόσμου. Μεταξύ 
των δυο τούτων πόλων, του πραγματικού και του φαντα- 
στικού διαρρέει ή ζωή και διεξάγεται ή δράσις του άνθρω- 
που, εξ αυτών δε άρΰεται την εμπνευσίν της ή τέχνη, ήτις 
εινε τό άπεικασμα των πράξεων και των εντυπώσεων του 
ανθρωπίνου βίου. 

Τό ψευδός λοιπόν εινε εις τών οΰσιοοδών δρων τής ζω- 
ής και φυσική ανάγκη εκ τών πρωτίστων. Τί μανθάνει τά 



159 

νήπιον ευθύς σχεδόν ώς άπογαλακτισθή και μόλις αρχίζει 
νά ψελλίζη λέξεις ή γλώσσα του και να συναπτή ιδέας δ 
νους του ; Μανθάνει μύθους. Το συνηθίζομεν ημείς οΐ με- 
γαλείτεροι να φοβείται τον Μπαμπονλαν και τάλλα διά- 
φορα μορμολΰκεια, και νά θεωρή τον κόσμον κατοικοΰμε- 
νον από Νεράιδες, από Στοιχεία, από Δράκους, από Καλ- 
λικαντζάρους και άλλα παντοία φανταστικά οντά. Ούτως 
εξοικειουνται εξ απαλών ονύχων εις το ψευδός, το όποιον 
θά τον συνοδεΰη εις δλον τον κατόπιν βίον. Με την δια- 
φοράν μόνο ν ότι το ψευδός θά γείνη κατόπιν τεχνικώτε- 
ρον, έπιτηδειότερον, άναισχυντότερον και ϊσως βλαβερώ- 
τερον. Δεν θά εΐνε πλέον πλάνη τερπνή και γοητεΰουσα 
και αθώα, αλλά μέσον ευδοκιμήσεως, δπλον ϊσχυρόν επι- 
θέσεως και αμύνης εις τον αγώνα της ζωθς, οπλον χρή- 
σιμον εις τον κοινωνικόν και τον έπαγγελματικόν του βίον. 
Λάβετε τήν καλωσΰνην, ύμεΐς οι ευμενείς μου άκροα- 
ταί, νά μου υποδείξετε εν και μόνον βιοποριστικόν επάγ- 
γελμα, εις το όποιον νά μη χρησιμοποιήται το ψευδός. Το 
έμπόριον ; αλλά ποιος εΐνε ό έμπορος, ό όποιος δεν θα 
χρεωκοπήση, εάν δεν εχη και μίαν άποθήκην ψευμάτων, τά 
όποια νά σερβίρη μαζί με το εμπόρευμα του εις τους άγο- 
ραστάς ; Το τραπεζιτικόν και χρηματιστικόν ; αλλ* αν δεν 
μεσολάβηση το ψευδός, με το όποιον τροφοδοτείται αενάως 
ό Κερδώος, ή μάλλον ό Ψευδωος Έρμης, αί όμολογίαι 
#σον ειλικρινείς και αν εΐνε, δεν θά ευρίσκουν πίαχιν και 
α! μετοχαί θά μένουν άττώλητοι. Μήπως ή ιατρική; αλλά 
ποιος εΐνε ό ιατρός δστις έχει τήν ήρωϊκήν άσπλαχνίαν νά 
εΐπη τήν καθαράν άλήθειαν εις τον άρρωστον πελάτην 
*του ; Ό βιομήχανος εΐνε ήναγκασμενος ν' άναμιγνΰη το 
ψεΰδος ώς πρώτην και άπαραίτητον ΰλην εις τά προϊόντα 
της βιομηχανικής του εργασίας. Ό γεωργός ποτέ δεν θά 
έμολογήση τήν άλ,ήθειαν περί της ποιότητος και της άξιας 



160 

των προϊόντων του. Ό στραιώτης θα στηρίξη την φήμην 
της ανδρείας του προ πάντων επί φανταστικών αύτοΰ άν- 
δραγαθιών. Και αυτός δ σεβάσμιος κληρικός θα ευρέθη 
πολλάκις εις την ανάγκην να μεταχειρισθή το ψευδός, ή 
καν ν 3 απόκρυψη την άλήθειαν, δια να μη διακύβευση την 
φήμην της άγιωσΰνης του, ψυθιρίζων το περίφημον από- 
φθεγμα οών οπαδών του Λογιόλα : «Ό σκοπός αγιάζει τα 
μέσα•». Ό δημόσιος υπάλληλος θά ψευσθή κατ 3 ανάγκην 
δεκάκις της ημέρας προς τους κατωτέρους του και εϊκοσά- 
κις προς τους προϊσταμένους του. Περί τών δικανικών 
ψευδών δεν εΐνε ανάγκη να έκταθώ πολΰ. Εΐνε γνωστόν 
δτι τα ψεύδη αποτελούν την βάσιν της δικανικής επιστή- 
μης, και δτι έκαστος δικηγόρος εΐνε υποχρεωμένος να εχη 
πρόχειρον πάντοτε και άνεξάντλητον άποθήκην ψευδών, δια 
να επαρκή εις άνάγκας τών πελατών του. Ή μήπως θέ- 
λετε να στραφώμεν προς τους πολιτικούς και τους διπλω- 
μάτας ; "Αλλά ποίος τάχα γίγας Ψευτοθόδωρος δύναται 
ν' άντιμετρηθή και με τον ελάχιστον μΰστην της διπλω- 
ματικής επιστήμης ; Κί ποιος τάχα πατήσας τον ούδόν 
της πολιτικής διενοήθη ποτέ δτι θα του ήτο δυνατόν να 
δμιλή γλώσσαν ειλικρινή αμιγή από παντός ψευδούς και 
απάτης, χωρίς να ιδή την κάλπην του κατακλυζομένην από 
την Μαΰρην Θάλασσαν τών ψήφων; Περί δε τών δημοσιο- 
γράφων και τών σχέσεων αυτών προς την άλήθειαν, επι- 
τα^πήτω να ρίψω, ως δ ζωγκάφος Τιμάνθης επι της 
μ$[ρφής του Αγαμέμνονος ευσεβή πέπλον, άφου εχω την 
τιμήν και την άτυχίαν να καταλέγωμαι και εγώ εις την συν- 
ομοταξίαν των. 

3 Αλλά και παντός μη έπαγγελματίου, παντός απλώς 
κοινωνικού ανθρώπου δ βίος εΐνε σταδιοδρομία ψευδούς 
επιβεβλημένου εκ τών ηθών και τών κοινωνικών δρων. 
Διότι τις είνε δ θνητός, δστις από φυλακής πρωίας μέχρι 



161 

"νυκτός δεν εΐνε, ήναγκασμένος, συναναστρεφόμενος τους 
ομοίους του, να ψεύδεται ασυστόλως; Τί άλλο εΐνε, λόγον 
χάριν, το πεζότατον εκείνο και συνηθέστατον φιλοφρόνη- 
μα, το διαμειβόμενον κατά πάσαν στιγμήν μεταξύ τώτ 
συναντώ μένων γνωρίμων: 
« Τί κάνεις; καλά είσαι ; 
« — Καλά, ευχαριστώ, και του λόγου σου;». 
Ένω πραγματικός ουδέτερος ενδιαφέρεται αληθινά πε- 
ρί της υγείας του άλλου. 

'Ακόμη δε οϊκτρότερον ψευδός εΐνε ό έτερος εκείνος 
και συνήθης διάλογ'ος των τυπικών συστάσεων και παρου- 
σιάσεων: 

« — Σας συνιστώ τον κΰριον "Αλφα* άπ' εδώ εΐνε δ 
κύριος Βήτα. 

« — Χαίρω πολΰ. 
« — "Εχω εύχαρίστησιν». 

Ένφ αληθώς, εις τάς περισσοτέρας τουλάχιστον περι- 
στάσεις, ή μόνη εΰχαρίστησις αμφοτέρων εΐνε νά μη συν- 
αντηθούν άλλην φοράν. 

Και δ'ταν σας συνάντηση καθ' δδόν γνώριμος σας φλύ- 
αρος και άρχίση νά σας βασανίζη με την άτελείωτον λίμαν 
του, δεν θα επινοήσετε κάποιον ψευδός, μίαν πρόφασιν δτι 
βιάζεσθε τάχα διά την δεινά σας ΰπόθεσιν, όπως άπαλ?,α- 
γήτε το ταχΰτερον της βασάνου; Και αν ελθη ποτέ κάνεις 
εκ των τρυφερών φίλων νά σας ύποβάλη αίτημα βαρύ και 
δδυνηρόν, επι παραδείγματι χρηματικόν τι δάνειον, θά έχε- 
τε την ειλικρίνειαν νά του εΐπητε φανερά δτι δεν του δί- 
δετε διότι δεν θέλετε, ή θά ψευσθήτε, προσποιούμενοι άνέ- 
χειαν; Και δταν ύφίστασθε ενίοτε το μαρτυριον της ανα- 
γνώσεως πενταπράκτου δράματος, άπ3φωλίου τέκους βα- 
ναυσοτέχνου τινός τον γραμμάτων, θά έχετε αρά γε την ή- 
ρωϊκήν άσπλαγχνίαν νά εΐπητε κατά πρόσωπον εις τον 8ιι- 

11 



162 

στυχισμένον γεννήτορα δτι το προϊόν της φαντασίας τοϋ 
εΐνε άξιον να ρίφθη εις τους Άποθέτας, ή Φα εΰρετε μάλ- 
λον λογούς συγκαταβατικούς όπως το επαινέσετε; 

Εις πόσας δε αλλάς περιστά ;εις του καθημερινού βίου 
σας αναρίθμητους δεν αναγκάζεστε να σφαγιάζετε την ά- 
λήθειαν εξ αιτίας των κοινωνικών υποχρεώσεων; Ποσάκις 
δεν εύρίσκεσθε εις θέσιν να καταπνίξετε την συνείδησίν σας, 
να φορέσετε προσωπεΐον άνάρμοστον, να περιπέσετε εις 
κωμικάς αντιφάσεις, ώς δ ήρως του γνωστού εκείνου ανεκ- 
δότου : 

« — Παϊα εΐνε εκείνα τα τέρατα έκιΐ πέρα; 

« — Εΐνε αϊ θυγατέρες μου, κΰριε. 

« — Α ! τί χαριτωμέναι που εινε!..» 

Αύιή εΐνε ή κοινωνική αλήθεια, η αλήθεια του καθη- 
μερινού πρακτικού βίου. Ή δε ιστορική αλήθεια οποία τις 
εΐνε; Γνωστόν τυγχάνει το άνέκδοτον τ^ΰ άγγλου εκείνου 
ιστορικού, δστις κσθειργμένος εις τον Πΰργον του Λον- 
δίνου διενοεΐτο να χρησιμοποίηση τήν άργίαν του συγγρα- 
φών τήν ΐστορίαν των ανθρωπίνων συμβάντων. Ήμέραν 
τινά έτυχε να τον έπισκεφθη εις τήν είρκτήν του κάποιος 
φίλος του* έπεισόδιόν τι είχε συαβή παρά τήν εΐσοδον τον 
Πύργου, 6 δεσμώτης δέ, μή διακρίνας καλώς από του πα- 
ραθύρου τά γενόμενα, ϊιρώτησε τον φίλον του περί τοΰ- 
συμβάντος. Ό επισκέπτης του διηγήθη τά καθέκαστα δποος 
τά εΐχεν άντιληφθή* δ δεσμοφΰλαξ μετ' ολίγον εισελθών και 
ερωτηθείς, διηγήθη το συμβάν κατ 5 άλλον τρόπον* τρίτος 
τέλος επισκέπτης, αυτόπτης και αυτός μάρτυς του γεγονό- 
τος, έξέθεσεν αυτό δλως διαφορετικά των άλλων. Και τότε 
ό σοφός συγγραφεύς, άρπάσας τά χειρόγραφα της ιστορίας, 
τήν οποίαν εΐχεν αρχίσει γράφων, τά εοριψεν εις το πυρ της, 
θερμάστρας λέγοον: 

— Πώς θά εΐμαι βέβαιος περί τών γεγονότων τά όποια 



163 

συνέβησαν προ αιώνων, αφοΰ δεν δΰναμαι να εξακριβώσω 
την άλήθειαν προκειμένου περί πράγματος γενομένου ενώ- 
πιον μου ; 

Την ιδίαν ίδέαν διετΰπωσεν εΰγλωττότερον, μέ τ ή ν 
χονδροκομμένην άλλαζωντανήνεΰφυΐαν του, δ ιδικός μας 
Κολοκοτρώνης. "Εμενε ποτέ οίκουρών, διότι επασχεν εξ 
αποστήματος άναφανέντος εις τα νώτα του* μη δυνάμενος 
δε να ϊδ*], ώς εκ του μέρους δπου αυτό εύρίσκετο, τον δ'γκον 
του αποστήματος, το έδείκνυεν εις τους προσερχόμενους 
προς έπίσκεψίν του οικείους και ήρ(οτα εκαστον περί του με- 
γέθους του. Κα! ο μεν του ελεγεν δτι ήτο «ωσάν ένα φουν- 
τούκι»^ δε «ωσάν ενα καρύδι», δ τρίτος «ωσάν ενα ρεβί- 
θι», εως δτου άγανακτήσας δ γέρος του Μοριά άνεφώ- 
νησε: 

— Κόπιασε τώρα να μάθης τήν αλήθεια γιά αακρυνά 
πράγματα, αφοΰ από τά μοΰτρά σου ως τη §άχη σου δεν 
μπορείς νά μάθης τί συμβαίνει! 

Ή αλήθεια! Καΐ ποιος γνωρίζει εις τον κόσμον τήν 
άλήθειαν, τήν πραγματικήν άλήθειαν; Εΐνε άγνωστος και 
τώρα ή αλήθεια εις τους περισσοτέρους των ανθρώπων, ό- 
πως ήτο καΐ χθες και προ αιώνων και πάντοτε. 

*Ότε δ Ίησοΰς ενεφανίσθη προ του Πιλάτου και ειπεν 
αύτω: «Έγώ είμι ή αλήθεια», δ ρωμαίος ήγεμών ήρώτησε: 

«Τί εστίν αλήθεια;» 

ζ\υστυχώς, λέγει δ Βολταΐρος εις το Φιλοσοφικόν του 
Λεξικόν, δ Πιλάτος αντί ν 3 άναμείνη τήν άπάντησιν του θε- 
ανθρώπου, έξήλθεν* οΰτω δε δεν αφέθη καιρός εις τον 3 Ι- 
ησουν νά έκφέρη με τά θεΐά του χείλη τον ακριβή δρισμόν 
της αληθείας προς γνώσιν και φωτισμόν του ανθρωπίνου 
γένους. Έν τούτοις, εάν δ Τησούς ωμίλησεν ώς Θεός, δ Πι- 
λάτος ώμίλησεν ώς τέλειος άνθρωπος: οΰτε έγνώριζε τήν ά- 
λήθειαν, οΰτε ήθελε νά τήν μάθη. 



164 



Και ή Τέχνη; "Ω! ή τέχνη, δΰναμις ανθρωπινή και 
αυτή, ακολουθεί την φυσικήν ροπή ν του ανθρώπου* στρέ- 
φεται κατά προτίμησιν εις τον έτερον των δυο πόλων τους 
οποίους προανέφερα, και άρΰεται την εμπνευσίν της κυ- 
ρίως εκ του φανταστικού κόσμου, δηλαδή εκ του ψευδούς 
και της απάτης. 

Οι ήρωες τους οποίους ονειρεύεται, τα γεγονότα οσα 
πλάττει έχουν το σχήμα και τον χαρακτήρα των ανθρωπί- 
νων όντων και των ανθρωπίνων πράξεων, αλλά πράγματι 
ανάγονται εις τά θολά βασίλεια των ονείρων. Οι ήρωες 
του αρχαίου έπους και της αρχαίας τραγψδίας φθέγγονται 
μεν και δρώσιν ως άνθρωποι, αλλά κατ 3 οΰσίαν αφίστανται 
τής φύσεως των βροτών καΐ πλανώνται εις τά νέφη του 
μΰθου. Και αυτά τά ιστορικά πρόσωπα ακόμη, δταν περι- 
βάλλω νται τήν αίγλη ν τής ποιήσεως, ή -υποδύονται τον 
κόθορνον, μεταβάλλουν καθ 3 ολοκληρίαν σχεδόν τήν πρα- 
γματικήν των ύπόστασιν. Υπήρξαν δε και ποιηταί — και 
παραλείπων τάς εΐκαστικάς τέχνας, αναφέρω μόνον τήν ποί- 
ησιν και τήν λογογραφίαν, αϊ όποΐαι όργανον εχουσαι τον 
λόγον, απεικονίζουν περισσότερον τόνψυχικόν άνθρωπον — 
καΐ δή ποιηται κορυφαίοι και συγγραφείς υπέροχοι των τε 
άρχαίοον και των νεωτέρων χρόνων, ο Αισχύλος, ό Σοφο- 
κλής, ο Ευριπίδης, ό 3 Αριστοφάνης, ό "Ομηρος, ό Βιργίλι- 
ος, ό Δάντης, ό 3 Αριόστος, ό Μίλτων, ό Σαίξπηρ, ό Βύρ- 
ρων, ό Σέλλεϋ, ό Κλόψτοκ, ό Γκαίτε, όΡαβελαί, ό Ουγκώ, 
ό 'Όφμαν, και άλλοι πάμπολλοι, οΐτινες ό'χι εΐςτόν κόσμον 
τής φαντασίας τον άντανακλώντα τον πραγματικόν βίον, 
αλλ 3 αυτόχρημα εις τον ύπερφυσικόν κόσμον άνεζήτησαν 
τήν εμπνευσίν των και εντός αύτοΰ έδημιοΰργησαν πολλά 
δοξασμένα έργα τής διανοίας των. 



165 

3 Αλλοίμονον εις την ανθρωπότητα αν οΐ φόνοί οι 
διαπραχθέντες υπό των ποιητών και των μυθιστοριογρά- 
φων παντός έθνους καΐ πάσης εποχής ήθελον τω οντι 
συμβή και αν τα δάκρυα των ατυχών εραστών από της επο- 
χής της Ήρουςκαι του Λεάνδρου μέχρι τών ημερών τής Μαί- 
ρης και του Μιμήκου ήσαν πραγματικά ! Τα πτώματα τών 
φονευθέντων, σχηματίζοντα στιβάδας οΰρανομήκεις, Θα 
εκάλυπτον πάσαν την εκτασιν τής γής, ώστε να μη μένη 
χώρος δια τοις ζώντας και οι Κωκυτοι τών δακρύων Θα 
έμάραινον με την αλμην των πάσαν βλάστησιν, καθώς ή 
"Αψινθος εκείνη ή αναφερομένη εις την Άποκάλυψιν. 

Ή τέχνη της ποιήσεως και τής λογογραφίας εν γένει 
έχει ανάγκην του υπερφυσικού, του φανταστικού, του ψευ- 
δούς εν άλλοις λόγοις, δπως ζήση και ευδοκίμηση. 
Οι θηριο^δεις αγώνες περί έπικρατήσεως τής φυσιολογικής 
λεγομένης σχολής, οΐ προ ετών λαβόντες χώραν εις τους φι- 
λολογικούς κύκλους τής Εσπερίας, και αι άπόπειραι τής 
αναπαραστάσεως του καθαρώς πραγματικού βίου με δλην 
την τραχύτητα και την γυμνότητα του δεν άπέληξαν εις 
Θρίαμβον, παρά πάσαν -την πνευματικήν ρώμην τών ηγετών 
τής νέας σχολής, οΰτε ίσχυσαν να αποδιώξουν το φαντα- 
στικόν και το ανύπαρκτο ν από το στάδιον τής δημιουρ- 
γικής φαντασίας. Το κοινόν, το παγκόσμιον κοινόν, έμεινε 
και μένει πάντοτε προσηλωμένον εις την προτίμησίν του 
προς το ιδεώδες, το πλαστό ν και το ψευδές. Και ενθυμού- 
μαι σχετικώς με ταΰτα και το εξής άνέκδοτον άναφερό- 
μενον παρ* αρχαίου συγγραφέως. 

Σχοινοβάτης τις και μίμος μετά το πέρας τής παρα- 
στάσεως εσυνήθιζε να φαιδρΰνη το κοινόν άπομιμοΰμενος 
επιτυχώς τον γρυλλισμόν του χοιριδίου. Κάποιος χωρικός 
όμως παρευρεθείς εις το θέαμα έξεφράσθη μεγαλοφώνως 
δτι ή μίμησις δεν ήτο επιτυχής, και επειδή οι θεαται τον 



166 

άπεδοκίμαζον και τον εσκωπτον, ΰπεσχέθη να το άποδείξι 
εμπράκτως εις προσεχή παράστασιν, διαγωνιζόμενος αυτός 
ό ίδιος προς τον σχοινοβάτην. Το πλήθος συνέρρευσε περί- 
εργον κατά την όρισθεΐσαν ήμέραν δια να ϊδη τον αγώνα 
και άφοΰ δ. ευνοούμενος του σχοινοβάτης έξετέλεσε τους 
γρυλλισμοΰς του, τον επευφήμησεν ενθουσιωδώς, ενφ. απε- 
ναντίας θορυβωδώς άπεδοκίμασε τον άνταγωνιστήν του. 
8 Αλλά τότε ό πονηρός χωρικός απέσυρε καΐ εδειξεν εις τους 
θεατάς ζωντανόν χοιρίδιον, το οποίον είχε κρύψει υπό το 
ένδυμα του, και το όποιον νυσσόμενον κρυψίως παρ'αΰτοΰ 
εγρΰλλιζε πραγματικώς. Οΰτω δε κατήσχυνε τους θεατάς, 
οϊτινες εν τή μωρά των προκαταλήψει έθεώρουν την μίμη- 
σιν άνωτέραν τής φύσεως. 

, Έπροσέξατέ ποτέ εις μίαν εκφρασιν, την οποίαν εκφέ- 
ρομεν άσυνειδήτως τοσάκις εις την ζωήν μας ; Λέγομεν 
αληθώς ενίοτε, βλέποντες άπομίμησιν επιτυχή αντικειμένου 
τινός: «Είναι ωσάν άληθινόν !» 5 Αλλά λέγομεν συνηθέ- 
στερον, θέλοντες νά χαρακτηρίσωμεν την τελειότητα πρα- 
γματικού τίνος αντικειμένου : «Μοιάζει σάν ψεύτικο !». 

Ή αφελής αΰτη εκφρασις εΐνε ωσαύτως άπόδειξις δτι 
το ψευδές και το πλαστόν μας αρέσκει περισσότερον του 
πραγματικού. Τούτο γνωρίζουν καλώς οι μυθιστοριογράφοι 
πάσης εποχής και παντός τόπου, μη εξαιρουμένων και τών 
λεγομένων άναγνωσματογράφων τών εφημερίδων μας, τών 
άνακαλυψάντων εσχάτως νέον φιλολογικόν είδος, το όποιον 
θά ήδΰνατο νά όνομασθή ή έλεφαντίασις του διηγήματος. 
Γνωρίζουν αυτοί την τοιαΰτην προτίμησιν του πλήθους ; 
προς το ψευδός, και γνωρίζουν ακόμη δτι, δσον τοΰτο εινε 
χονδροειδέστερον και τερατωδέστερον, τόσον και έλκυστι- 
κώτερον αποβαίνει. Και αυτός εϊνε ό λόγος διά τον όποιον 
προ πάντων επιτυγχάνουν και έχουν τεραστίαν διάδοσιν εκ 
τών εογων τα μάλλον βαναυσουργημένα, τα διατελούντα εις 



167 

τελείαν διάστασιν με την άλήθειαν και την λογικήν. Μέ 
■ποίαν δε άκολασίαν φαντασίας, και μέ ποίαν περιφρόνησιν 
•προς την πραγματικότητα δημιουργούν τα μυθικά αυτών 
κατασκευάσμετα, ας κρίνουν οι άκροαταί μου εκ του έξης 
ανεκδότου, δ'περ ό γάλλος μυθιστοριογράφο; ΕΓιε ΒβΓίΙΐΘί: 
διηγείται περί του διαβόητου έπι τερατολογία συναδέλφου 
του Ροηδοη άβ Τειταίΐ, του συγγραφέως του Ροκαμβόλ. 

«Ήμέραν τινά, λέγει ό ρηθεις συγγραφεύς, ό Πονσών 
άπαντα καθ 3 όδόν έτερον μυθιστοριογράφον : 

« — Φίλε μου, του λέγει, αυτήν την στιγμήν καπνίζων 
το σιγάρον μου, επενόησα ένα ωραΐον κεφάλαιον μυθιστο- 
ρήματος. 

« — 3 Αλήθεια ; για ν 3 ακούσω. 

« — 3 Ιδοΰ* φαντάζομαι δτι ένας νέος μέ ήθος μυστηριώ- 
δες, άλλα μέ φυσιογνωμίαν συμπαθή, φθάνει εις Παρισίους 
από τα βάθη της 'Ινδίας. Μόλις κατέλθη εκ του σιδηροδρό- 
μου, καλεΐ άμαξαν και διατάσσει τον άμαξηλάτην να τον 
μεταφέρη κατεσπευσμένως εις άπόκεντρόν τίνα όδόν της 
Μονμάρτρης. 

»Εις τήν έσχατιάν της όδοΰ ταύτης ευρίσκεται παλαιόν 
μέγαρον έρειπωμένον, το όποιον, δπως ή οικία Ρεννεπόν 
εις τον Περιπλανώμενο ν Ίονδαΐον, φαίνεται ερημον από 
πολλών ετών. "Οπισθεν του μεγάρου εκτείνεται αυλή 
πλήρης άγριων φυτών, περιβαλλόμενη υπό υψηλών τοίχων 
Εις το κέντρον της αυλής ευρίσκεται φρέαρ εκατόν ποδών 
βάθους. 

»Φθάσας προ της οικίας ό ταξιδιώτης αποπέμπει τήν 
άμαξαν, άφου πλήρωση γενναίως το άγώγιον. Μετά τήν 
έξαφάνισιν της αμάξης προχωρεί προς τήν πΰλην του με- 
γάρου και κτυπά διά του ρόπτρου κατά διαλείμματα μέ 
ιδιαίτερο ν τίνα τρόπον. Ή θΰρα ανοίγεται βαρέως τρί- 
ζουσα έπι τών στροφίγγων της, και ό ταξιδιώτης ει- 



168 

σέρχεται εις στοάν σκοτεινήν καΐ σιωπηλήν. 

»Ή θΰρα κλείεται πάλιν όπισθεν του χωρίς να φανη κα- 
νείς. Δεν ανησυχεί δμως εκείνος. Διασχίζει την στοάν και 
εισέρχεται εις την αΰλήν, δπου καρυαί τίνες αιωνόβιοι ρί- 
πτουν πυκνήν σκιάν. 3 Αδιαφορών προς πάντα ό μυστηριώ- 
δης ξένος προχωρεί προς το φρέαρ, κΰπτει επί του στομίου 
και λέγει : 

»— Ψιτ!.... 

»Έπειτα άκροάται ασθμαίνων. 

»Τίποτε! 

»Ό άγνωστος ωχριά. 

»Μετά ενός λεπτού άγωνίαν άνορθοΰται, κυτιάζει το 
ώρολογιόν του, ενθαυμάσιον χρονόμετρον αξίας χιλίων ταλ- 
λήρων. 

« — Τί ανόητος που είμαι! λέγει άναπνέων θορνβωδώς* 
δεν εινε ακόμη ώρα!., ήλθα δέκα λεπτά ενωρίτερα». 

«Και αρχίζει να περιπατη υπό τα δένδρα, κατεχόμενος 
από διαρκώς αΰξάνουσαν άγωνίαν, με το βλέμμα προση- 
λωμένον εις το ώρολογιόν του. 

»Μετά παρέλευσιν δεκάλεπτων πλησιάζει εκ νέου εις το 
φρέαρ, κΰπτει και λέγει πάλιν: 

«_Ψί τ ι». 

«Τότε ε!ς τον πυθμένα του φρέατος, εις βάθος άμετρη- 
τον, ήκοΰσθη...». 

« — Τί ήκοΰσθη, φίλε μου;» έρωτα μετά συγκινήσεως δ 
άκροώμενος. 

« — Μά μήπως... ξεΰρω κ'έγώ; άπήντησεν δ μυθιστοριο- 
γράορος ήκοΰσθη βέβαια κάτι τι, άλλα δεν απεφάσισα ακόμα 
τί θα εινε. 

« — Πώς! άνεφώνησεν δ φίλος του απογοητευμένος, δεν 
το γνωρίζεις; Μά δεν μου λέγεις τουλάχιστον τί ήλθε να 
κάμη αυτός δ ταξειδιώτης από την 3 Ινδίαν; τί μυστήριον 



169 

κρύπτεται εις αυτό το φρέαρ της Μονμάντρης και τι δράμα 
να συντελείται εις το εγκαταλελειμμένον μέγαρον;». 

« — Δεν γνωρίζω διόλου, απήντησε γελών ο Πονσών δε 
Τερράΐλ, και θα σου είμαι υπόχρεος μάλιστα, αν μου δώ- 
σης καμμίαν συμβουλίων περί τούτου. Τί να κρύπτεται αρά 
γε εις το φρέαρ; Εΐνε συνωμόται; εΐνε κιβδη?ιθποιοι; εΐνε 
Καρβονάροι Τταλοί, η Τνδοι πνιγείς; η επαναστάται 'Ιρ- 
λανδοί; Πες μου και συ την Ιδέαν σου, επειδή βιάζομαι να 
γράψω». 

« — Και τί ίδέαν θέλεις να εχω εγώ εις δλα αυτά... 
Χρειάζεται να σκεφθη κάνεις πολύ, και πάλιν!...». 

«—"Α, μπα! θα το εΰρω γρήγορα», άπήντησεν ατάραχος 
ο μυθιστοριογράφος. 

«Και το εύρε τω δντι. Ή ανωτέρω περιγραφή περι- 
ελήφθη εις εν των γνωστότερων μυθιστορημάτων του». 

Εις αυτό το φρέαρ, από το όποιον εξέρχονται τα μυθι- 
στορήματα του [Πονσόν δε Τερράΐλ εΐνε ήναγκασμένη νά 
κρύπτεται συχνά και ή αλήθεια. Και οσάκις θέλει νά έξέλθη 
εκείθεν, υποχρεούται ή ταλαίπωρος νά περιβάλλεται τά ιμά- 
τια του ψευδούς, διά νά γείνη αποδεκτή. 

Τήν Ιδέαν ταΰτην διετύπωσε χαριέντως ο έκ των παλαι- 
οτέρων ποιητών μας Βηλαράς εις το προοίμιον τών μύ- 
θων του : 

Άφόντις ανταμώθηκαν το Ψευδός κ 3 ή 'Αλήθεια, 
Τότε στην γήν έσπάρθηκαν τά τόσα παραμυθία. 
Τά παραμυθία ξιστορώ, τους μύθους ξεδιαλέγω, 
Στολνώ το ψεΰμα δσο μπορώ, και τήν αλήθεια λέγω. 



* * 



"Οπως τά παιδία, οΰτω και οι λαοί κατά τί^ν νηπιακήν 



170 

~ων ήλικίαν αρέσκονται εις τους μύθους. Έκ της τοιαύ- 
της δε τάσεως εμορφώθησαν αΐ μυθολογίαι των διαφόρων 
λαών, ή ινδική, ή αιγυπτιακή, ή ασσυριακή, ή κελτική, ή 
■σκανδινακ'ΐκή, ή μεξικανική και παντοΐαι άλλαι, καθώς και 
ή χαριεστάτη πασών αρχαία ελληνική. 

Ή ιλαρά και γονιμωτάτη φαντασία τών πανάρχαιων 
ημών προγόνων έδημιοΰργησεν δλον εκείνον τον κόσμον 
τών ίοραιοτέρων θεοτήτων της οικουμένης. 'Ώκισαν τάς 
άκρωρείας, τους δρυμώνας, τάς πηγάς και τους ποταμούς 
και την -θάλασσαν, και τα εναέρια ΰψη και τα καταχθόνια 
βάθη διά της χορείας τών μυθικών και υπερφυσικών όν- 
των, τών όποιων το κάλλος και ή δροσερότης διασφζεται 
θαλερό δια τών αιώνων και καταυγάζει με ρόδινον και 
«ϊνέσπειρον φώς την πρώτην ήλικίαν της έκπολιτιζομένης 
ανθρωπότητος. "Επλασαν πε$ι του βίου του όνειροδδους 
τών δντων τούτων, περί της γεννήσεως των, περί τών περι- 
πετειών των, περί τών σχέσεων αυτών μετά του κόσμου του 
πραγματικού, μΰθονς και θρύλους και αφηγήσεις αιτινες 
θέλγουν ακόμη την γεγηρακυΐαν άνθρωπίνην φαντασίαν 
και παρέχουν πηγήν ανεξάντλητο ν έμπνεύσεοος εις την 
παγκόσμιον τέχνην . 

5 Αλλ 5 ή αρχαία έλληνινή μυθολογία δεν έδημιούγησε 
μόνον τους θεούς και τάς θεαίνας και τους ημιθέους, τών 
οποίων το εύπλαστον άρρενοοπόν κάλλος και την άπαράμιλ- 
λον γυναικείαν χάριν άναπαρέστησεν ή σμίλη του Φειδίου, 
του Πραξιτέλους, του Πολυκλείτου και του Μΰρωνος. Δεν 
ώνειροπόλησε μόνον Νύμφας, Δρυάδας και 3 Ο ρ δάδας και 
Νηρηίδας και Μούσας και Χάριτας. Έφαντάσθη και οντά 
ανύπαρκτα, πελώρια, τερατόμορφα, αλλότρια του ανθρω- 
πίνου είδους και σχήματος, η μικτήν έχοντα την ΰπόστασιν, 
Γίγαντας, Κύκλωπας, Κενταύρους, Σατύρους, Σειληνούς 
Φαύνους, Τρίτωνας κλπ. [ 



171 

Έφαντάσθη μορμολύκεια ειδεχθή την θέαν, Ερινύ- 
ας, 'Αρπυίας, Γοργόνας. Έφαντάσθη θηρία τερατώδη, μη 
άπαντώντα ειςτήν φύσιν, Χίμαιρας, Σφίγγας, Κερβέρους,'Ύ- 
δρας, Πύθωνας, Κενταύρους Σατΰρουςκαι τόσα άλλα αλλό- 
κοτα ηιδεώδη πλάσματα, εμπνέοντα την εκπληξιν η τον τρό- 
μον. Πόθεν άραγε ή φαντασία των προπατόρων μας ήρΰσθη 
την τοιαΰτην εμπνευσιν; Πόθεν έλαβε το ενδόσιμον να 
σχηματίση το όντα ταΰτα, άφοΰ ο τΰπος των δεν ήτο εν 
τη ζωή, η εν τη φΰσει;Δΰναταί τις, νομίζω, να έκφέρη εικα- 
σίαν έπίτοΰ ζητήματος τούτου, ήτις δεν μου φαίνεται παράλο- 
γος, την εξής: ή άνάμιξις τόσων τρομακτικών ζωομόρφων τε- 
ράτων, οΰ μόνον εις την ελληνική ν αλλά και εις πλείστων 
άλλων λαών τήν Μυθολογίαν, εινε ϊσως αμυδρά άνάμνησις 
τών ύπαρξάντων επί τής γής κατά τάς παλαιοτάτας έποχάς 
παμμεγίστων θηρίων, τών μαμμούθ, τών μαστοδόντων, 
τών δεινοσαύρων, τών ίχί)υοσαΰρων και τόσων άλλων, πε- 
ρί ων ασχολείται ή Παλαιοντολογία. Εινε αληθές δτι, κα- 
θά τουλάχιστον βέβαιοι ή έπυτήμη, τα ζφα ταύτα δεν 
εζων πλέον εις τήν έποχην καθ 3 ην άνεφάνη ο άνθρωπος, 
έξαφανισθέντα δια τών έπελθουσών εκάστοτε εις τον πλα- 
νήτην μας ατμοσφαιρικών, γεωλογικών και βιολογικών με- 
ταβολών. Δεν εινε δμως άπίθανον οι πρώτοι άνθρωποι νά 
συνηντήθησαν με τους τελευταίους απογόνους τών πελωρί- 
ων εκείνων ζφων, ή καν νά ειχον υπ 3 δψει των τά συχνότε- 
ρον τότε άπαντωμενα λείψανα των ακέραια και ουχί εν κα- 
ταστάσει άπολιθώσεως, οια τά έξορυσσόμενα σήμερον υπό 
τής επιστημονικής σκαπάνης εις διάφορα σημεία της υδρο- 
γείου σφαίρας, τά συναρμολογούμενα υπό τών επιστημό- 
νων, εις τά μουσεία τής Φυσικής Ιστορίας, διά νά προκα- 
λούν τήν κατάπληξιν και τήν φρίκην ημών τών πυγμαίων. 
Ό εκ της θέας τών γιγαντιαίων και φοβερών αυτών τής 
γής οϊκητόρων παραγόμενος τρόμος τών πρώτων άνθρω- 



172 

πίνων γενεών μετεδόθη ίσως εις τους απογόνους δια της 
κληρονομικότητος και ή εντΰπωσις μετεδόθη δια των αιώ- 
νων μέχρι των μεταγενέστερα^ μεγαλοποιουμένη διαρ- 
κώς δια τίς φαντασίας. 

Δια τον λόγον τούτον πιθανώς δεν έπαυσαν ανέκαθεν 
υφιστάμενοι οι θρύλοι και αί παραδόσεις περί υπάρξεως 
ζφων μυθικών πανταχού και πάντοτε. Εις πάσας τάς μυθο- 
λογίας αναφέρονται διαρκώς δράκοντες μεγάλοι και κακο- 
ποιοί, μετέχοντες θείας τινός δυνάμεως, ερπετά τεράστια 
τον δγκον, έχοντα πόδας και πτέρυγας και κέρατα, ενίοτε δε 
και πολυκέφαλα, πλάσματα της φαντασίας ανάλογα προς 
τον Πύθωνα, τον τοξευθέντα υπό του Απόλλωνος, προς 
τον Κολχικόν δράκοντα, προς τον Λάδωνα τον φυλάσσοντα 
τά μήλα τών Εσπερίδων, προς την Λερναίαν 'Ύδραν κλπ. 
Οι Σίναι τον δράκοντα έχουν ώς έμβλημα και τελοΰν έορτάς 
προς τιμήν αΰτοΰ. Εις την ινδικήν θεολογίαν δ δράκων δια- 
δραματίζει μέγα μέρος και εις τους πανάρχαιους μύθους 
των τε ανατολικών και τών δυτικών λαών και αυτών προ- 
σέτι τών ιθαγενών της 'Αμερικής οι δράκοντες εμφανί- 
ζονται συχνότατα περιλαμβανόμενοι εις παντοίας παρα- 
στάσεις της πρωτογενούς αυτών τέχνης. Ή χριστιανική θρη- 
σκεία παρέλαβε τον δράκοντα εκ τϊν εβραϊκών παραδό- 
σεων, χρησιμοποιούσα αυτόν και ώς σΰμβολον. Ό Διάβο- 
λος, δ δφις δ αρχαίος, δ πλανήσας τους Πρωτοπλάστους 
εις την Εδέμ, δράκων αποκαλείται εις τά ιερά βιβλία, οϊ 
δράκοντες δε οι φοβεροί και τερατώδεις οι αναφερόμενοι 
εις τά σκοτεινά δράματα τής Άποκαλΰψεως, παραστάσεις 
συμβολικά! θρησκευτικών και πολιτικών ιδεών, κατά τους 
νεωτέρους ερμηνευτάς, επί αιώνας πολλούς ενέπνευσαν τον 
τρόμον εις τάς γενεάς τάς βυθισμένας εις τον ζόφον τής 
αμάθειας και τής παχυλής θρησκοληψίας. 

Ή Εκκλησία μας δμως παραδέχεται τους δράκοντας 



173 

και ώς δντα πραγματικά, εις πλείστα δε δσα συναξάρια ανα- 
φέρονται τοιούτοι δφεις πελώριοι πτερωταί η πυρίπνοοι, 
καιοικούντες άντρα η τόπους έρημους, φθείροντες πάν το 
προστυχόν, καταβληθέντες δε και εξοντωθέντες υπό αγίων 
•θαυματουργών δια των ευχών αυτών, η και μετά δεινόν 
αγώνα τη κραταιά βοήθεια του Κυρίου. Χάριν περιέργειας 
και δπως παράσχω ϊδέαν τινά περί τών τοιούτων διηγή- 
σεων, παραθέτω ώδε μίαν εξ αυτών, ειλημμένην εκ του 
ουναξαρίου του κατά την 31 Μαρτίου εορταζομένου αγίου 
ϊερομάρτυρος Ύπατίου, επισκόπου Γαγγρών, εχουσαν 
ώς εξής : 

«Εις τους Χρόνους Κωνσταντίου, υίοΰ του Μεγάλου 
Κωνσταντίνου, μέγας τις δράκων έμβήκεν εντός του 
Βασιλικού Θησαυρού και τόσον φόβον, ως λέγουν, επρο- 
ξένει εις τους ανθρώπους, ώστε δεν ετόλμα τις νά πλησίαση 
τον θησαυρόν, οποίος δε ετόλμα νά πλησίαση εκεί ευ- 
θύς εθανατώνετο από τον δράκοντα. Γ Όθεν εκ τούτου ό 
βασιλεύς εύρίσκετο εις άπορίαν και τί νά κάμη δεν ηξευρεν. 

» 3 Ακούσας δε την φήμην του άγιου τούτου Ύπατίου, 
εστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, παρακαλών νά 
ελθη εις αυτόν. Ό δε άγιος έλθών και βλέπων δτι προ- 
ϋπήντησεν αυτόν δ βασιλεύς με πάσαν τιμήν και εύλά- 
βειαν και δτι εκυλίετο εις τους πόδας του (!) εσήκω- 
σεν αυτόν επάνω και λέγει : «Έχε θάρρος* μή λυπήσαι, 
ω βασιλεΰ, δτι τά αδύνατα παρ 3 άνθρώποις δυνατά εστί 
παρά τφ Θεφ* πίστευε λοιπόν και θάρρει εις τον Θεόν και 
θα ιδής μετ' ολίγον την του Θεού άκαταμάχητον δύναμιν». 
Ταύτα μεν εΐπεν δ άγιος, δ δε βασιλεύς δείξας μακρόθεν 
το θηρίον : «μή άπροσέκτως, εΐπεν, ώ πάτερ, πλησίασης 
τον δράκοντα, διά νά μη πάθης δ, τι και άλλοι πολλοί επα- 
θον, ήγουν νά μή θανατωθής εξ εμών αμαρτιών». € δε 
άγιος άπεκρίθη: < Ή προσευχή μας, βασιλεΰ, δεν έχει καμ- 



174 

μίαν δύναμιν εις τα τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια, ή δέ ίδική| 
σου πίστις και ή του Κυρίου μεγάλη και ανίκητος δΰναμις 
αυτά δύνανται να κάμωσιν δλον το πάν». 

»Τότε πεσών ό άγιος εις την γή\ προσηυχήθη ώραν 
ίκανήν έπειτα εγερθείς λέγει εις τον (3ασιλέα: «Πρόσταξε 
να γείνη ιχία μεγάλη πυρά εις το μέσον της 3 Αγοράς, εκεί ο- 
Λου ί'σταται ή στήλη τον πατρός σου Κωνσταντίνου, και ε- 
κείνοι οιτινες θ 3 άνάψωσι το πυρ ας προσμένωσιν, εως ο\τ 
νά υπάγω έχει και εγώ». Ταΰτα ειπών ό άγιος έπλησίασε 
μόνος εις το θησαυροφυλάκιον και ήνοιξε την χείρα, κρα- 
τών και ράβδον εις τάς χείρας του, εχουσαν επάνω τον τύ- 
πον του Τιμίου Σταύρου. Κτύπων δέ με την ράβδον του 
τον δράκοντα, τίποτε δεν κατώρθωνεν* δθεν τινές βλέποντες 
από μακρόθεν ήσαν πεφοβισμένοι και έντρομοι, διότι ένό- 
μιζον οτι έθανατώθη ό άγιος υπό του δράκοντος. Άλλ 5 δ 
άγιος ύψώσας τους οφθαλμούς εις τον ούρανόν και τον Θε- 
όν επικαλεσά μένος, έβαλε την ράβδον εις το στόμα του θη- 
ρίου και εΐπεν: «Έν ονόματι του κυρίου ημών Ίησοΰ 
Χρίστου, ακολουθεί με, ώ θηρίον»* δ δέ δράκων δαγκάσσς 
την ράβδον του άγ' ου ήκολοΰθει αυτόν, ως αν έδιώκετα 
από τίνα. Ό άγιος έξελθών από το βασιλικόν θησαυροφυλά- 
κιον, διήλθεν δλην την Άγοράν,σΰρων και τον δράκοντα 
όπισθεν, δθεν εξέπληξε πάντας, επειδή δ δράκων εκείνος 
ήτο φοβερόν και έξαίσιον θέαμα, διότι ήτο αρκετά μεγάλος» 
ήτοι, ως έλεγον, έξήκοντα πήχεις το μέγεθος. 

»Πλ.ησιάσας δέ και το πυρ είπε προς τον δράκοντα: 
«Έν ονόματι Ίησου Χρίστου, τον δποΐον εγώ κηρρΰτω, 
εγώ δ ελάχιστος, σέ προστάζω τά έμβης εις το μέσον του 
πυρός». Ό δέ φοβερός δράκων εκείνος εκαμεν ως καμά- 
ραν τον εαυτόν του και κυρτωθείς και εξαπλωθείς, έρρίφθη 
εις το μέσον του πυρός έμπροσθεν πάντων και κατεκάη. 
"Οθεν δλοι οι θεοροΰντες εξεπλάγησαν και έδόξαζον τον 



175 

θεόν, επειδή και έδειξε ν εις τάς ημέρας αυτών τοιούτον 
φωστήρα και θαυματουργό ν άγιον. Ό δε βασιλεύς εκπλα- 
γείς δια το παράδοξον, έτίμησεν ύπερβολικώς τον αγιον 
και έπρόσταξε να ίστορήσωσι τήν εικόνα του αγίου εις σα- 
νίδα, τήν οποίαν εθεσεν επάνω εις τήνθυραν του βασιλικού 
θησαυροφυλακίου, εις άποτροπήν παντός εναντίου πρά- 
γματος, τον δε αγιον κατασπασάμενος άπέστειλεν εις τήν 
έπαρχίαν του». Άπότήν εποχήν εκείνην οι δράκοντες έ- 
παυσαν να συχνάζουν εις τα θησαυροφυλάκια εν γένει, διά- 
τα όποια υπάρχουν σήμερον άλλοι επιφοβώτεροι εχθροί.... 
οι ταμίαι. 

Τοιούτος δράκων εφώλευε και εις το δάσος ένθα εγείρε- 
ται νυν ή περίπυστος μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, κατα- 
καείς, κατά τήν διήγησιν του Κτιτορικοΰ της Μονής, υπό 
τής φλογός της έκτοξευθείσης από τής ευρεθείσης αυτόθι 
εικόνος τής Θεομήτορος* τά δε λείψανα του τέρατος έσώζον- 
το και εδεικνυοντο εις. τους επισκέπτας μέχρις δτου, πυρ- 
καϊάς εκραγεί σης εις τήν Μονή ν, άπετεφρώθησαν. Διαση- 
μότατος δμως τών διαπρεψάντων οΰτω θαυματουργικώς 
εις αγώνας κατά παραπλήσιων τεράτοον ανεδείχθη ό λαϊ- 
κώτερος τών αγίων τοΰ εορτολογίου τής ημετέρας Εκκλη- 
σίας μεγαλομάρτυς και τροπαιοφόρος Γεώργιος, τοΰ όποι- 
ου το ανδραγάθημα τόση ν φέρει ομοιότητα και άναλο- 
γίαν προς τον άρχαϊον μΰθον τοΰ Περσέως και τής Ανδρο- 
μέδας. Ό εκ Καππαδοκίας άγιος και ό φονευθείς παρ 3 αυτοΰ 
δράκων εγένοντο τά υποδείγματα τους είδους, πολλοί δε 
τών ηρώων μεσαιωνικών θρΰλοον έξυμνοΰνται ώς ανδρείως 
αγωνισθέντες και καταβαλόντες παρόμοια τέρατα. 

'Απήχησις τών μΰθων τής αρχαιότητος, τών συναξα- 
ριών και τών παραδόσεων τών μέσων αιώνων εΐνε ή δια- 
©ωζομένη εισέτι παρά τω ήμετέροο λαώ δοξασία περί δρα- 
κόντων, ή τόσον συχνά άπαντώσα εις τά δημώδη πάρα- 



176 

μΰθια και τ 3 $σματα. Και εις ταΰτα μεν οι δράκοντες η δρά- 
κοι έ'λαβον άλλοίαν μυθολογικήν ΰπόστασιν και παριστά- 
νονται μάλλον ως γίγαντες τερατόμορφοι, ανθρωποφάγοι, 
κακοποιοί φθεγγόμενοι και διάγοντες ανθρωπίνως, κατοι- 
κοΰντες δχι μόνον εις σπήλαια, αλλά και εις πύργους και 
παλάτια, έχοντες δε συζυγούς και τέκνα. Άλλ 3 εκ των α- 
φηγήσεων του ελληνικού λαοΰκαι παντοίων θρύλων έπιχω- 
ριαζόντων εις διάφορα της Ελλάδος μέρη προκΰπτειστε ρ- 
ρώς έρριζωμένη ή πρόληψις περί υπάρξεως ερπετών 
τεραστίων, δφεων ύπερμεγέθοτν διαστάσεων, γνησίων α- 
πογόνων των δρακόντων της αρχαιότητος. Ό ακά- 
ματος ερευνητής των ελληνικών μΰθων και σοφός κα- 
θηγητής του ημετέρου Πανεπιστημίου κ. Νικ. Πολίτης εις 
το τελευταΐον αΰτοΰ πολΰτιμον σΰγγραμα περί του Βίου 
και της Γλώσσης του Ελληνικού λαοΰ άπεθησαΰρισε πλεί- 
στας δσας μαρτυρίας και ανέκδοτα περιεργότατα, έμφαί- 
νοντα τήν άκράτητον ροπήν του ευφαντάστου λαοΰ μας 
ε?ς τήν ύπερβολήν και τήν τερατολογίαν. Ώς υπόδειγμα 
έπιτραπήτω μοι ν 3 αναφέρω δυο εξ αυτών, φέροντα σχετι- 
κώς νεωτάτας χρονολογίας. 

Ή εξής εϊνε παράδοσις προερχομένη εκ του Πύργου 
της Ηλείας: 

Τον περασμένο χρόνο (1835)ποΰχεν ή λίμνη του Φονιά 
πολλά νερά, τά χώνεψαν ήκαταβρόθρες και τάβγαλαν εις το 
κεφαλόβρυσο του Ρουφια (Αλφειού,). Και μαζύ με τά νε- 
ρά βγήκαν κάτι θεώρατα φείδια με κάτασπρο λαιμό και με 
κεφάλι πώμοιαζε του βωδιοΰ. 3 Από το Ρουφια τραβούσαν 
ίσια στή θάλασσα. Οι περαμαντάρηδες που ήσαν στο Ρου- 
φια έτρεξαν κ 3 έδωσαν εΐδησι στον Πΰργο. Πήγαν πολλοί 
να κυνηγήσουν αυτά τά φείδια, αλλά δεν μπόρεσαν νά πι- 
άσουν κανένα.» 

Ή δευτέρα μαρτυρία, ετι μάλλον πρόφατος, προέρχεται 



177 

γλ Ραψάνης του δήμου Όλύμπου του Τυρνάβου, έχει δε 
ως Ιξής: 

«Στην αρχή του Μάη του 1891 ό Βασίλης Θεοχάρης 
ό ένωμοτάρχης και ό δασοχωροφΰλακας Κεραμίδας πήγαν 
κυνήγι στο δάσος Ραψάνης. Κάτου εκεί κοντά στο εκκλη- 
σάκι τής 'Αγίας Τριάδας άκοΰν ενα δυνατό σύριγμα 
και πολύ κρότο σαν νάσπαζαν Εερόκλαδα. Ετοίμασαν 
τα δπλα τους, γιατί περίμεναν κανένα λάφι, ή ζαρ- 
κάδι, ή κι 3 αγριογούρουνο, δταν έξαφνα εκατόν πενήντα 
βήματα μακρυά βλέπουν ενα φεΐδι θεριακωμένο, με κεφάλι 
πώμοιαζε (ΐάν βωδιοΰ κ" είχε και δυο μικρά κέρατα στην 
κορφή, Θαχε πάνω κάτω δυο μέτρα μήκος και θά ζύγιζε 
κοντά πεντακόσιες οκάδες. Του ερριξαν και οι δυο, μά δεν 
το πέτυχαν και τώβαλαν στά πόδια, νά μη χουμήξη κατ* 
επάνω τους». 

"Οφεις τοιούτων τρομακτικών διασπάσεων, τερατοσχή- 
μους, δικέφαλους, πτερωτούς ή κεράστας αναφέρουν συ- 
χνά αί λαϊκαι διηγήσεις. Ό μυθολογούμενος κεραστής 
όφις εις αύτάς αποκαλείται λιοκόρνο ή λιοκοϋρνο, ή λιό- 
χρινο, κατά παραφθοράν εκ του λατινικού ιιηίοοπιίδ, ήτοι 
μονόκερως, το όποιον όμως εΐνε ό'νομα άλλου μυθικοί 
ζφου. Λέγεται δε δτι, δταν ό κεραστής δ'φις απόκτηση 
μέγεθος τεράστιον κατά τα τέλη τής ζωής του, βαρυνόμενος 
πλέον νά ζή εις την ξηράν, μεταβαίνει εις τήν παραλίαν 
παρακολουθούμενος εν πομπή υπό πάντων των ερπετών 
τής περιφερείας του, μικρών και μεγάλων, και ρίπτεται εις 
τήν θάλασσαν, άφοϋ πρότερον τρίψη πολλάκις τήν κεφα- 
λήν επι τής άμμου, εως δτου άποσπασθη και^καταπέση 
το επί του μετώπου του κέρας, το έχον σχήμα και σύστα 
<ην ώστει κεραμίδος. Παρά τφ λαφ το κέρας τούτο φημί- 
ζεται ώ; ωϊταματικόν, θεωρείται δε ό οίνος εις τον οποίον 
ιίθελεν έμβαπτισθή ως άλεξιτήριον των πυρετών. 

12 



178 

Ερπετά τεραστίοον και μυθικών διαστάσεων αναφέρουν 
πολλοί των αρχαίων συγγραφέων. Κατά τον Σουητοονιον, 
ό Αύγουστος άνήγγειλεν επισήμους εις το κοινόν ότι ευρέθη, 
εν Έτρουρία δφις μήκους έβδομήκοντα και πέντε ποδών. 
Δίων δε δ Κάσσιος αναφέρει δτι επί της αυτής βασιλείας 
και εν τή αυτή χώρα έφάνη δφις πελώριος, μήκος έχων 
όγδοήκοντα και πέντε ποδών, δστις, αφού επροξέν^σε με- 
γάλας καταστροφάς, έφονεΰθη υπό κεραυνού. Το περιφη- 
μότερον τοιούτο θηρίον ήτο δ παμμέγιστος όφις της 
3 Αφρική;, αναφανείς πάρα τάς δχθας της λίμνης Βαγρά- 
δας εγγύς της Καρχηδόνος, κατά το 256 π. Χ. Εναντίον 
αυτού ήναγκάσθη νάγωνισθή ολόκληρος δ εκεί στρατοπε- 
δευων υπό τον ύπατον Ρήγουλον ρωμαϊκός στρατός, εδέ- 
ησε δε νά γίνη χρήσις βαλλιστρών και καταπελτών, εως 
ου έφονεΰθη το τέρας, βληθέν δια τεραστίου λίθου, έξα- 
κοντισθέντος υπό τίνος τώ\ πολεμικών τούτο) ν μηχανών. 
Ό ύπατος επεμψεν εις την Σύγκλητον το δέρμα τού δφεως, 
έχον μήκος εκατόν είκοσι ποδών, το όποιοι δε άναρτηθέν 
ώς τρόπαιον εις τίνα τών εν Ρώμη ναών διεσοοζετο αυτόθι 
μέχρι της εποχής τής κατά τής Νουμαντίας εκστρατείας. 
3 Αλλ 3 ή δυσωδία ή άναδιδομένη εκ τού άποσυντιθεμένου 
σώματος τού ερπετού ήτο τοιαύτη, ώστε δ ροομαϊκός στρατός 
εδέησε νάπομακρυνθή εκείθεν. Ό Φιλοστόργιος διηγείται 
δτι ειδεν εν Ριόμη δέρμα δφεως έξήκοντα οκτώ ποδών δ 
Διόδωρος αναφέρει δτι συνελήφθη εντός τού Νείλου δφις 
μήκους τεσσαράκοντα και πέντε ποδών και προσηνέχθη 
εις τον βασιλέα Πτολεμαϊον τον Φιλάδελφον. 'Αλλά τά με- 
γέθη ταύτα εινε μηδαμινά απέναντι τών διαστάσεων ερπε- 
τών μνημονευμένων υπό άλλων συγγραφέων. Ό Ποσειδώ- 
νιος λέγει ίχι ειδεν εν Κοίλη Συ:>ία δφιν έχοντα μήκος 
εκατόν είκοσι ποδών, περιφέρειαν δε τοιίαΰτην, ώστε, πα- 
ρεντιθεμένου τού δγκου αυτού μεταξύ δυο ιππέων, δεν 



179 

εβλεπεν ό εις τον άλλον ! το σώμα δε αΰτοΰ έκάλυπτεν όλό- 
κληρον πλέθρον γης. Ό Όνησίκριτος, αναφερόμενος υπό 
του Στράβωνος, διατείνεται δτι εις τίνα χώραν της "Ινδι- 
κής, λεγομένη ν Άποσίσαριν, έτρέφοντο δύο πελώριοι 
δφεις, ό μεν εκατόν είκοσι ποδών το μήκος, ό δε διακο- 
σίων. Παντας δ 5 υπερβάλλει 6 αναφερόμενος υπό Μαξίμου 
του Τυριού υπερμεγέθης δράκων, τον όποιον ό σατράπης 
Ταξίλης εδειξεν εις τον Άλέξανδρον και όστις εΐχε μήκος 
πεντακοσίων ποδών και κατελάμβανεν εκτασιν πέντε 
πλέθρων ! 

"Αγώνας κατά τοιούτων τεράτων αναφέρουν πολλούς 
αί παραδόσεις. Εις την πόλιν της Γαλλίας Νιόρ υπάρχει ή 
παράδοσις περί στρατιώτου καταδικασθέντος εις θάνατον 
και τυχόντος χάριτος υπό τον δρον νάγωνισθή κατά δρά- 
κοντος φθοροποιού εκεί φωλεΰοντος* ό στρατιώτης κατέ- 
βαλε μεν το θηρίον, αλλά δηλητηριαστείς εκ τής φαρμακε- 
ράς αυτού πνοής απέθανε μετά την νίκην. 3 Αλλ 3 ίστορικήν 
σχετικώς ύπόστασιν έχει ή παρεμφερής παράδοσις του δρά- 
κοντος τής Ρόδου. Διητάτο οΰτος, πελώριος το μέγεθος, 
εντός του σπηλαίου τής νήσου περί τά μέσα του ΙΔ' αιώ- 
νος, προξένων δεινήν φθοράν εις ανθρώπους και κτήνη. 
Φρικώδης δυσωδία άνεδίδετο εκ τής φωλεάς του, επί ποινή 
δε αυστηρά άπηγορεΰετο υπό τής αρχής ή εις το μέρος 
εκείνο προσέγγισις* δια τοΰτο και ή θέσις έκαλεΐτο Μακράς, 
ήτοι κακόβατος. Ό δράκων, καί>ά περιγράφεται εν τή αρ- 
χαία ιστορία του Τάγματος τών "Ιπποτών του "Αγίου 'Ιω- 
άννου, εΐχε το πάχος ίππου, την κεφαλήν ώσει δφεως, τά 
ώτα (;;) ώσει ήμιόνου, το δέρμα σκληρόν και φολιδωτόν, 
τους οδόντας λίαν οξείς, τον φάρυγγα μέγιστον, τους οφθαλ- 
μούς τρομακτικώς λάμποντας. Εΐχε δε και πόδας τεσσάρας 
ώς σαΰρα και έφερε πτέρυγας χρώματος όπως τών του 
δελφίνος, κοιλίαν πρασινοκίτρινον και ούράν μακράν. 



180 

"Ετρεχε δε σείων τάς πτέρυγας ως ταχύτατος κέλης μετά 
φοβερού συριγμού. 

Πολλοί των ιπποτών εϊχον ηδη άπολεσθή, τολμήσαν- 
τες νά παλαίσουν κατά του φοβερού θηρίου, δτε ανδρείος 
τις ιππότης ονόματι Διεδοννέ Δε Γκοζών, εν ετει 1342 επί 
αρχηγίας του μεγάλου μαγίσυρου Έλιόν Δε Βιλνέβ, απε- 
φάσισε νά επιχείρηση άνευ της αδείας του αρχηγού τον 
κινδυνώδη αγώνα. Προς τον σκοπόν τούτον μετέβη εις 
Γαλλίαν παρά τω εκεί άδελφω του και κατασκευάσας άτε- 
χνόν τι ομοίωμα του θηρίου έξφκείωσε τον ΐππον του και 
τους θηρευτικοΰς του κΰνας με την θέαν του και τους συ- 
νήθισε νά επιπίπτουν κατ 3 αύτου άφόβως. Μετά τούτο 
επιστρέψας εις Ρόδον έπεμψε τά δπλα του εις τον ναόν 
του άγιου Στεφάνου, κείμενον εγγύς της φωλεάς του τέρα- 
τος, μετέβη δε και αυτός κρύφιους εκεί μετά δυο εκ των 
υπηρετών του. Όπλισθείς αυτόθι καΐ παραγγείλας εις τους 
ύπηρέτας του νά στέκουν παράμερα ως θεαταί καΐ νά φύ- 
γουν μέν, εάν ενικάτο εις τον αγώνα, νά προσδράμουν δε 
και νά συντελέσουν εις την εξόντωσιν του δράκοντος, εάν 
έθριάμβευεν, επορεΰθη άποφασιστικώς προς την εΐσοδον 
του άντρου, οπόθεν επήγαζεν ο παραρρέων ρύαξ. Ό δρά- 
κων εξήλθε της κοίτης του και ό ανδρείος ιππότης 
έφώρμησε κατ 3 αΰτου, αλλά το δόρυ του έθραΰσθη κατά 
τών σκληρών φολίδων του δέρματος. Εις τών κυνών δρ- 
μήσας έκρεμάσθη από της γαστρός του θηρίου, τότε δε 6 
ιππότης επρόφθασε νάφιππεΰση και νά έπιτεθη διά του 
ξίφους, το όποιον ένέπηξεν εις τον λαιμόν του τέρατος, 
κρατών δε αυτό εμπεπηγμένον ισχυρώς ήδυνήθη νάποκό- 
ψη τον λάρυγγα του. Ό δράκων τότε πεσών κατεπλάκωσε 
τον ίππότην, όστις έκινδΰνευσε νάποπνιγη εκ του δγκου 
και της δυσωδίας του φοβερού αντιπάλου του, αλλά προσ- 
δραμόντες οι ΰπηρέται του τον απέσυραν, τον έπλυναν 



181 

εις το νάμα του ρΰακος και τον έβοήθησαν νάνακτήση τάς 
«ίσθήαεις του. 

Ό μέγας μάγιστρος ήλεγξεν αυστηρώς τον νικητήν δια 
την άπείθειαν, το συμβοΰλιον δε του τάγματος κατεδίκασεν 
«ύτόν εις είρκτήν και στέρησιν του βαθμού του. 3 Αλλά με 
την τοιαΰτην ΐκανοποίη πν της πειθαρχίας δ ίδιος αρχηγός 
αμείβων την άνδρείαν δχι μόνον άπένειμεν εις αυτόν χάριν, 
άλλα και ύπαρχηγόν τύν ώνόμασε' μετά τον θάνατον δε του 
Βιλνέβ ό Γκοζών εξελέγη αρχηγός του τάγματος. Έπι του 
τάφου του Γκοζών ό ποιήσας αυτόν γλυπτής απεικόνισε το 
φονευθέν παρ'αΰτου φρικτόν τέρας, υπό σχήμα άνάλογον 
της φονευθείσης παρά του Βελλεροφόντου Χίμαιρας. Γάλ- 
λος δμως περιηγητής βεβαιοί δτι εΐδεν εις οΐκίαν τινά τής 
πόλεως Ρόδου, κειμένην εις την όδόν Ίπποκών, άρχαίαν 
τοιχογραφίαν, παριστάνουσαν τήν πάλην του ίπποτου Γκο- 
ζών μετά του θηρίου, ένθα τοΰτο απεικονίζεται ως κροκό- 
δειλος. Το πιθανώτερον δε εινε τω δντι, αν παραδεχθώμεν 
ώς άλτνθή τήν παράδοσιν καΐ αν λάβωμεν υπ 3 δψιν τήν 
σχετικήν γειτνίασιν τής νήσου προς τήν Αΐγυπτον, δτι το 
έρπετόν εκείνο ήτο πραγματικώς κροκόδειλος, άδηλον πώς 
μεταφερθείς εκεί, δτι δε ή λαϊκή φαντασία άπέδωκεν εις το 
άμφίβιον τούτο το σχήμα και τάς διαστάσεις δράκοντος μυ- 
θικού. .Χ* 

3 Αλλ* αν ώς προς το θρυλούμενον θηρίον τής Ρόδου κατέ- 
στη δυνατόν νά προσδιορισθή κατά προσέγγισιν, πάντοτε δε 
κατ* εικασίαν, τό είδος του, πολύδΰσκολον εΐνε νά εικάσωμεν 
όποιος περίπου ήτο εν τη πραγματικότητι ό δράκων του δρους 
Αίνου τής Κεφαλληνίας. Ή ΰπαρξις του τέρατος τούτου 
αναφέρεται εις έποχήν κατά δυο σχεδόν αιώνας μεταγενε- 
στέραν τής του δράκοντος τής Ρόδου, πιστοποιείται δε δχι 
μόνον εκ τής τοπικής παραδόσεως, αλλά υπό επισήμων έγ- 
γραφων. Διότι διασώζεται εισέτι εν τω 'Αρχειοφυλακείφ Κε- 



18* 

φαλληνίας ή επίσημος εκθεσις του. Ενετού Προβλεπτού της 
νήσου Φαντίνου Μαλιπιέρα, άναφέρουσα το συμβάν του φό- 
νου υπερμεγέθους δράκοντος, φωλεΰοντος εις το δάσος του 
*Αγίου Νικολάου του δρους Αίνου και λυμαινομένου τα πέ- 
ριξ, υπό τών δυο αδελφών Τακώβου και Βερνάρδου Βρε- 
σκιάνων. Το γεγονός μνημονεύεται ως λαβόν χώραν την 10 
Μαΐου του έτους 1509. Οι δυο αδελφοί, ιταλικής καταγωγής, 
ώς εμφαίνεται εκ του ονόματος των, έζήτηταν την άδειαν 
ν 3 αγωνισθούν κατά του θηρίου, διά ν' απαλλάξουν τον τό- 
πον από της εξ αύτοΰ βλάβης. Έφοδιασθέντες δε παρά του 
Προβλεπτοί) διά σιδηρών πανοπλιών καΐ λαβόντες την ύπό- 
σχεσιν περί γενναίας αμοιβής επορεύθησαν εις το μέρος ένθα 
το τέρας διητάτο. Ή πάλη υπήρξε δραματική* ό εις τών 
αδελφών εϊσέδυσε ξιφήρης εις τον τεράστιον φάρυγγα του 
δράκοντος, ενώ ό έτερος επληττεν αυτόν άνωθεν διά πελέ- 
κεως. Τέλος ό δράκων έφονεΰθη, οι νικηταΐ έπανήλθον θρι- 
αμβευτικώς εις το φροΰριον του 'Αγίου Γεωργίου, εδραν 
τότε τής Κυβερνήσεως τής νήσου, δοξολογία δημοτελής ετε- 
λέσθη επί τή νίκη και εις τους άνδραγαθήσαντας αδελφούς 
παρεχωρήθη ώςτιμάριον το δάσος, περιελθόν κατόπιν εξ 
έπιγαμίας εις τή\ οίκογένειαν Λουκίσα, ήτις μέχρις εσχάτων 
είχε την επ 3 αύτοΰ κυριότητα. Ή εγχώριος παράδοσις διη- 
γείται δτι το σώμα του φονευθέντος δράκοντος, έχοντος το 
πάχος βουβάλου, έκάη έπι τόπου μετά την μάχην, διά νά 
μη γεννηθή εκ τής σήψεως λοιμική νόσος, δτι δε οί μη άπο- 
τεφρωθέντες εκ τής πυράς σπόνδυλοι εΐχον το μέγεθος συ- 
νήθους σκαμνιού. Τοιούτο έρπετόν ούτε τώρα ούτε προ 
δύο αιώνων βεβαίως ύπήρχεν εν τή φύσει. Άρα ή πρόκει- 
ται περί κοινού τίνος θηρίου, λύκου ίσως ή κάπρου, εις το 
όποιον ή λαϊκή φαντασία άπέδωκε σχήμα και μέγεθος μυθο- 
λογικόν, ή πρόκειται περί λειψάνου πανάρχαιου μύθου δρα- 
κοκτονίας, το δε επίσημον εγγραφον έχαλκεύθη επίτηδες, 



188 

^ατάτήν εικασΐαν του Πολίτου, δπως χρησιμεύση ως τίτλος 
ιδιοκτησίας. 

Δεν υπάρχουν δέ κατά ξηράν μόνον δράκοντες* υπάρ- 
χουν και εντός της θαλάσσης, κατά δοξασίαν επικρατούσαν 
ιδίως μεταξύ των βορείων λαών της Ευρώπης. Ό μΰθος 
εινε αρχαιότατος* πολλά χωρία της Γραφής αναφέρουν 
τον δράκοντα της θαλάσσης, οίον ο Προοιμιακός ψαλμός 
του Δαυίδ: «δράκων οΰτος δν επλασας έμπαίζειν αυ- 
τήν», αί προφητειαι του Ήσαΐου ( Κεφ. ΚΖ', 1 ) : 
«Έν τη ήμερα εκείνη έπάξει ο Θεός την μάχαιραν αυ- 
τού την άγίαν και την μεγάλην και την ισχυράν έπί τον 
δράκοντα ό'φιν φεΰγοντα, επι τον δράκοντα δφιν σκολιόν, 
και άνελεΐ τον δράκοντα τον έν τη θαλασσή», αί προ- 
φητειαι του Ιεζεκιήλ (Κεφ. ΛΒ', 2): «λέοντι εθνών ώμοι- 
ώθης συ και ως ό δράκων ό έν τη ?*θαλάσση» και το βι- 
βλίον του 3 Ιώβ (Κεφ. Μ' και ΜΑ'), ένθα υπάρχει μακρά 
περιγραφή του τέρατος, δπερ καλείται έβραϊστι Λεβιάθαν, 
υποτίθεται δέ δτι εινε το κήτος. Οι ραββΐνοι πολλούς έπλα- 
σαν μύθους περί του φανταστικοί) τούτου κατοίκου του 
βάθους τών θαλασσών. Φαντάζονται αυτόν τόσον μέγαν, 
ώστε νά δύναται νά καταπίη μονορρούφι έτερον κήτος, 
μικρότερον μεν αυτού κατά πολύ, αλλ 3 έχον έν τούτοις μή- 
κος τριών λευγών ! Λέγουν δέ δτι ό Θεός έπλασε και έξ αυ- 
τού του ζώου έν αρχή άρρεν και θήλυ, αλλά "φοβηθείς κα- 
τόπιν μήπως γειιίσουν την οίκουμένην όλόκληρον^ με τους 
απογόνους των, έθανάτωσε την θήλειαν και άλατίσας το 
σώμα της έφύλαξεν αυτό, διά νά χροσιμεύση ως γεύμα 
εις τον έλευσόμενον Μεσσίαν! Περίεργος τφ δντι ή ιδέα του 
νά μεταβάλλεται ό "Ύψιστος εις μπακάλην και περιεργοτέρα 
ακόμη ή γνώμη περί τών γαστριμαργικών διαθέσεων και 
τής στοματικής δυνάμεως του αναμενόμενου σωτήρος του 
κόσμου. 



184 

Κυρίως δμως ή πρόληψις περί του *θα? ν ασσίου δφεωςτ 
επεκράτησε και διεδόθη από του Γ αιώνος, δ'τε ό 'Όλαφ, αρ- 
χιεπίσκοπος Ούψάλης της Σουηδίας, ανέφερε την ΰπαρξιν 
του τέρατος, το όποιον εΐδον πρώτοι νορβηγοί ναΰται εις 
την Βόρειον θάλασσαν αυτός δέ πρώτος παρέσχεν ώς αυ- 
τόπτης μάρτυς λεπτομερή αΰτοΰ περιγραφήν. Έκτοτε κατά 
καιρούς ως μέχρι τών ημερών μας παμπληθεΐς έδημοσιεΰ"" 
θησαν^μαρτυρίαι υπό ναυτικών διαφόρων εθνών, συναντη- 
σάντων τον θαλάσσιον δφιν εις πολλά σημεία ιδίως του 
"Ατλαντικού Ωκεανού. Πολλοί εξ αυτών βεβαιούν δτι το 
τέρας φέρει χαίτην περί τον λαιμόν ως ίππος* αλλά το σχή- 
μα και το είδος αύτοΰ παραλλάσσουν σημαντικώς εις τάς 
διαφόρους, συμφωνούν δέ μόνον πάντες ώς προς το τερά- 
στιον αότοΰ μέγεθος, το ύπενθυμίζον τον φοβερόν Όδον- 
τοτυραννον τών μΰθων τών αρχαίων και μεσαιωνικών 
χρόνων περί κατορθωμάτων Αλεξάνδρου του Μακεδόνος• 
εις την Ίνδικήν, τέρας άμφίβιον, το όποιον, κατά τον Παλ- 
λάδιον, ήδυνήθη νά καταπίη ώς λουκοΰμιον μέγαν ελέφαντα. 

Μεθ 3 δλας ταύτας τάς μαρτυρίας ή ΰπαρξις του τέρατος 
εινε πάν άλλο η έξηκριβωμένη επιστημονικώς. Έγένετο 
μάλιστα περίεργος παρατήρησις, γεννώσα μεγάλας αμφιβο- 
λίας ως προς την άλήθειαν, τών μαρτυριών, ή εξής : δτι ή 
εΐδησις περί εμφανίσεως του θαλασσίου δφεως αναφαίνεται 
εις τάς άγγλικάς εφημερίδας συνήθως κατά μήνα Ίοΰλιον, 
δτε κατά σΰμπτωσιν αργεί ή πολιτική κίνησις και σπανί- 
ζουν αί πάσης άλλης φύσεως ειδήσεις, αΐ ίκαναϊ νά κινή- 
σουν την περιέργειαν του κοινού. 

Εις την θάλασσαν ευρίσκονται κατά την δοξασίαν πολλών 
λαών αρχαίων και νεωτέρων και άλλα τέρατα πελώρια και. 
φρικτά. Υπάρχουν κήτη τόσον τεράστια το μέγεθος, ώστε 
απέναντι των αϊ πραγματικά! φάλαιναι ημπορούν νά θε- 
ωρηθούν ως μικροσκοπικά! μαρίδες του Φαλήρου. 



185. 

Το υπόδειγμα τοιούτου είδους μυθοπλαστιών ευρίσκε- 
ται εις τους αραβικούς μύθους των «Χιλίων χαΐ μιας νν 
χζών», την περίφημον «Χαλιμάν», ήτις εις παλαιοτέρους 
χρόνους, άλλα και σήμερον ακόμη, αποτελεί το χάρμα τών 
απλοϊκών αναγνωστών. Τοιαύτα κήτη άναφέρονταις εις το 
πρώτον τών περίφημων ταξειδίων του Σεβάχ θαλασσινοί, 
δπου αναφέρεται επίσης και μία μυθώδης παμμεγέθης 
χελώνη, ήτις, εις την έπιφάνειαν της θαλάσσης ευρισκομέ- 
νη, έξελήφθη ως νησίον υπό τών συμπλωτήρων του Σεβάχ, 
έβυθίσθη δε συμπαρασΰρασα εις τα βάθη της θαλάσσης 
τον ατυχή ταξειδιώτην, δτε ήσθάνθη την θερμότητα της 
πυράς, την οποίαν ήναψαν οι *άποβιβασθέντες επ 3 αυτής 
δια νά μαγειρεΰσουν το φαγητόν των. Ή περί του κήτους 
διήγησις, κατά την αφελή πρώτην και πάλαιαν μετάφρασιν 
του βιβλίου, έχει ως εξής: 

«Και μισσεΰοντες από εκείνο τόνησίον εϊςτήν,άναμεταξύ 
όδοιπορίαν έσυναντήσαμεν ένα παράδοξον συμβάν ήγουν 
αρμενίζοντας εμείς εις το πέλαγος εΐδαμεν μακρόθεν δτι 
μεγαλώτατον κήτος έκατάπινεν ένα πλοιάριον άπό τό μέρος 
τής πλψρας* τά κουπιά δμως, τό κατάρτι και τά σχοινιά 
του έπεριπλέχθησαν εις τό στόμα και τά όδόντια του κή- 
τους, όπου δεν ημπορούσε νά τό καταπίη όλόκληρον. Ώς 
τόσον οί άνθρωποι άπό τον φόβον τους ήρχισαν νά φωνά- 
ζουν προς ημάς: «βοήθεια, αδελφοί! σπεύσατε νά μας ελευ- 
θερώσετε!» Έμεΐς άκοΰοντας τάς έλεεινάς φωνάς εκείνων 
τών ταλαίπωρων έτρέξαμεν εις βοήθειάν των και ένας άπό 
τους ιδικούς μας, ο πλέον τολμηρός και πρακτικός, με οξύ 
και κοπτερόν κοντάριον έκτΰπησε τό κήτος πρώτον εις την 
καρδίαν, έπειτα εις τον μυελόντής κεφαλής και δταν τό. 
κήτος άγροίκησετάς θανατηφόρους πληγάς, εν τω άμα εξέ- 
ρασε τό πλοιάριον ? δμως σχεδόν συντετριμμένον και άνε- 
πιτήδειον νάρμενίση, Έμεΐς έλάβομεν τους ανθρώπους δ- 



186 

λους εις το ϊδικόν μας και δταν έξεμακρΰναμεν ολίγον εϊδα- 
μεν το κήτος και αναποδογύρισε με την κοιλίαν επάνω εις 
το νερόν. Τότε έσυμπεράναμεν δτι έψόφησε και έφαίνετο εις 
την επιφάνειαν της θαλάσσης ωσάν ένα μεγάλο βουνόν, μα- 
κρύ έως διακοσίας δργυιάς και πλατύ έως εκατόν το στό- 
μα του ήτον είκοσι δργυιές το πλάτος. Και δταν έφθάσα- 
μεν εις την πολιτείαν και εδιηγήθημεν το τοιούτον κατόρ- 
θωμα, έχοντας μάρτυρας τους ναΰτας δπου έτυχαν εις τον 
κίνδυνον, έθαΰμασεν δλη ή πόλις». 

Γ Ότι έθαΰμασεν δλη ή πόλις, ουδεμία αμφιβολία* αλλά 
δεν γνωρίζομεν αν έθαΰμασε διά τον δγκον του κήτους η 
δ&ά τον δγκον του ψεύματος, 

Έν παρόμοιον θαλάσσιον τέρας, μεγαλΰτερον δμως 
του ανωτέρω, ειδεν ό Μέγας /Αλέξανδρος, κατά την γνω- 
στήν μυθώδη λαϊκήν ίστορίαν των κατορθωμάτων του. 
Το θαυμάσιον θέαμα περιγράφεται ως ακολούθως : 

«Περιπατώντας διά νά υπάγουν εις την Περσίαν, έφθα- 
σαν εις ένα παραθαλάσσιον και ήβουλήθη ο 3 Αλέξανδρος νά 
έμβη μέσα εις την θάλασσαν, διάνα ΐδη τί εΐνε εις το βά- 
θος της. Ευθύς έπρόσταξε τον Άντίοχον νά πηγαίνη εις 
ένα κάστρον, δπου ήτο έκεϊ, σιγά, διά νά ειπη νά φτιάσουν 
μίαν κασέλλαν από κρυστάλλι και*νά του την φέρη. Έπή- 
γεν ο 'Αντίοχος και του την έφερε και ο "Αλέξανδρος έμ- 
βήκεν εις ένα καράβι μαζί με μερικούς μεγιστάνας και επή- 
γαν είς την μέσην της θαλάσσης. ΈκεΤ έμβήκέν δ "Αλέξαν- 
δρος εις την κρυσταλλένιαν κασέλλαν και προστάζοντας νά 
τον κατεβάσουν μέσα εις την θάλασσαν με σχοινιά τους 
ειπεν: «Όπόταν ταράξω τά σχοινιά, νά με τραβήξετε έξω». 
Οΰτω τον κατεβίβασαν μέσα εις την θάλασσαν και έπΐίγε 
εις τον πάτον. Έκεϊ ειδεν ένα όψάριον μέγα, οπού έπερνοΰ- 
σε, και έστάθη νά το περιεργασθή, δτι έπέρασαν εϊκοσιτέσ- 
σαρες ώρες και ακόμη ή ουρά του δεν είχε φανή». 



187 

Ένα τοιούτον όψάριον τη αλήθεια οΰτε με μαγιονέζαν 
Όΐίτε με καμμίαν άλλην σάλτσαν δεν ημπορεί να φαγωθί}! 

3 Αλλά κατά την φαντασίαν ύπερέβαλε πάντας ό-. χαριέ- 
στατος Λουκιανός. Εις το πρώτον βιβλίον της τερπνότατης 
αυτού Άληΰοϋς Ιστορίας, εις την οποίαν τόσον τερατω- 
δώς σκώπτει τους τερατολόγους συγγραφείς, περιγράφει 
κήτος, απέναντι του οποίου τα προαναφερθέντα μεγαθήρια 
της θαλάσσης εΐνε, μα την άλήθειαν, ψαράκια τής*ύά>1ας. 
"Ας μοι έπιτραπη να παραθέσω ενταύθα, κατά πιστήν εκ 
του κειμένου μετάφρασιν, την περιγραφήν του τέρατος, το 
όποιον συνήντησε πλέον μετ 3 άλλων εις τον Ώκεανόν. 
«*φ~ «Δυο μόνον ημέρας εν ευδία πλεΰσαντες την τρίτην ήμέ- 
ραν, ανατέλλοντος του ηλίου, εΐδομεν αίφνης θηρία και 
κήτη πολλά μεν και άλλα, εν δε μέγιστον απάντων, τον 
όποιου το μέγεθος ήτο χιλίων και πεντακοσίων (αρ. 1500) 
σταδίων* έπήρχετο δε με στόμα άνοικτόν μακρόθεν ταράτ- 
τον την θάλασσαν, περικλυζόμενυν πανταχόθεν υπό άφρου 
καΐ δεικνΰον οδόντας πολύ μεγαλύτερους τών ημετέρων 
φαλλών, όξεις δε δλους ως πασσάλους και λευκούς ώς έλε- 
φαντίνους. Και ήμεϊς μεν εϊπόντες προς αλλήλους τον ΰστα- 
τον άποχαιρετισμόν και εναγκαλισθέντες εμένομεν' το δε 
επλησίασεν ήδη καΐ αναρρόφησαν ημάς κατέπιε μετ 3 αύτου 
του πλοίου. Ευτυχώς δεν συνετρίβημεν διά των οδόντων 
του, αλλά το πλοΐον διά τών έρετωμάτων επεσεν εντός. 

»''Αμα εύρέθημεν εις το εσωτερικόν, κατ 3 αρχάς μεν δεν 
εΐδομεν τίποτε ένεκα του σκότους, ύστερον δέ, άνοίξαντες 
του κήτους το στόμα, εΐδομεν μεγάλην κοινότητα, τοσούτο 
πλατειαν και ύψηλήν, ώστε ήδΰνατο νά ένοικήση μυρίανδρος 
πόλις. Έκειντο δ 3 εν τφ μέσω και μικροί ΐχθΰες, και άλλα 
πολλά θηρία συγκεκομμένα, και πλοίων ιστία και άγκυραι, 
και ανθρώπων οστά, και φορτία" άπωτέρω δέ και γη και 
λόφοι ήσαν, σχηματισθέντες, ώς νομίζω, εκ του πηλ,οΰ τον 



188 

όποιον κατέπινε το κήτος. Είχε σχηματιστή δάσος με δέν- 
δρα παντοειδή, λάχανα ειχον βλαστήσει και ή δυνατό τις να 
υπόθεση δτι ήτο αγρός καλλιεργημένος. Ή περίμετρος της 
γης εκείνης ήτο διακοσίων τεσσαράκοντα σταδίων. Ήδΰνα- 
ιό τις δε να ΐδη έκει και δρνεα «θαλάσσια, λάρους και αλ- 
κυόνας επι των δένδρων έχοντα τους νεοσσούς αυτών. 

»Τότε μεν ίκλαΰσαμεν πολΰ, ύστερον δ* ένθαρρύνοντες 
τους εταίρους έδέσαμεν το πλοίο ν και τρίψαντες τα πυρεΐα 
ήνάψαμεν πυρ και ήτοιμάσαμεν το δεΐπνον εκ των τυχόν- 
των. Παρέκειντο δε άφθονα και παντοδαπά κρέατα ι/,θύων, 
εΐχομεν δε εισέτι ύδωρ εκ του Έποφόρον. Εξεγερθέντες 
την επιούσαν εβλέπομεν, οσάκις το κήτος ήνοιγε το στόμα, 
άλλοτε μεν γην, άλλοτε δε δρη, άλλοτε δε μόνον τον ούρα- 
νόν, πολλάκις δε και νήσους και ησθανόμεθα δτι το κήτος 
έφέρετο ταχέως προς πάν σημειον τής θαλάσσης. 3 Αφού δε 
έσυνηθίσαμεν την διαμονήν εκείνην, λαβών εγώ επτά εκ 
των εταίρων εΐσέδυσα εις το βάθος, θέλων να επισκοπήσω 
τώ πάντα. Δεν ειχον δε ακόμη διανΰ τει πέντε στάδια και εΰ- 
ρον ιερόν του Ποσιδώνος, ως έδήλου ή επιγραφή, και μετ* 
ου πολύ και τάφους πολλούς και στήλας επ 3 αυτών, πλησί- 
ον δε πηγήν ύδατος διαυγούς, προσέτι δε ήκοΰσαμεν κυνός 
ύλακήν και εϊδομεν πόρρωθεν καπνόν, εξ ου εικάσαμε ν οτι 
υπήρχεν εκεί επαυλίς τις...». 

Και παύω εδώ την περιγραφήν εκ φόβου μήπως ή φαν- 
τασία του ευφυέστατου Σαμοσατέως μας κάμη να πιστεύ- 
σωμεν δτι εις, την κοιλίαν του κήτους εΰρίσκοντο και γυμνα- 
στήρια δια φούτ-μπώλλ, και γραφεία εφημερίδων, και θε- 
ρινά θέατρα, και Ηνωμένα Βουστάσια. 



Έχει δε και ό αήρ τους τερατώδεις αυτού κατοίκους^ 



18$ 

κατά την μυθολογίαν ιδίως των ανατολικών λαών. Υπάρ- 
χουν κατ 3 αυτήν εις τα εναέρια ΰψη πτηνά μεγέθους κατα- 
πληκτικού, ένσκήπτοντα με δρμήν καταιγίδος εις την γήν 
και σκεπάζοντα τον ήλιον ως ζοφερά νέφη διά του δγκου των. 

Τοιούτοι γίγαντες των αιθέρων φαίνεται δτι υπήρξαν 
τφ δντι κατά τους πρώτους χρόνους του ημετέρου πλανή- 
του, μη έχοντες δμως αναμφιβόλως τάς διαστάσεις τάς 
οποίας αποδίδει εις αυτούς ή φαντασία. Οι φυσιοδίφαι πα- 
ραδέχονται τήν ΰπαρξιν εις χρόνους παλαιότατους δυο ει- 
δών μεγάλων πτηνών, τα όποια ωνομάσθησαν παρ 3 αυτών 
το μεν Δείνορνις, το δε Αιπΰορνις, και τών οποίων τα λεί- 
ψανα ανευρίσκονται εις τάς νήσους του Ινδικού Ωκεανού, 
εις τήν Μαδαγασκάρην ιδίως και εις τήν Νέαν Ζηλανδίαν. 
Τών τεραστίων τούτων όρνέων, τά όποια εικάζεται δτι εζων 
ακόμη και επί της εποχής τών προοτων ανθρώπων, ευρέ- 
θησαν φά απολιθωμένα, εν τών οποίων διατηρείται εις το 
Βρεττανικόν Μουσεΐον. Το σχήμα του εΐνε ελλειψοειδές, 
έχει δε διάμετρσν 34"ύφεκατομμέτρων καΐ χωρητικότητα δέ- 
κα και ήμίσεος λίτρων. Έκ τών ευρημάτων τούτων φαί- 
νεται δτι έπήγασαν τά μυθεύματα περί του περίφημου δρ- 
νέου Ροκ, του τοσάκις άπαντώντος εις τους αραβικούς 
μύθους. Το υπερμέγεθες τοΰτο πτηνόν αναφέρει και ο Μάρ- 
κος Πόλος, ο διάσημος Ενετός περιηγητής, λέγων δτι, ώς 
εξ ακοής έγίνωσκε, τά πτερά του εΐχον μήκος δώδεκα πο- 
δών, αλλ 3 ή ασιατική φαντασία αποδίδει εις αυτό μέγεθος 
πολύ τρομακτικώιερον, άφοΰ το παριστά ίκανόν νά σηκώ- 
νχι με τους δνυχάς του εις τά ΰψη ένα ελέφαντα και ένα ρι- 
νόκερων ! 

Εις πολλούς τών ακροατών μου εΐνε γνωστόν βέβαια 
το δραματικόν έπεισόδιον του Ε' ταξειδίου τού Σεβάχ Θα- 
λασσινού, δπου το ζεύγος τών όρνέων Ροκ κατεβΰθισεν, 
εξαπολύον άνωθεν τεραστίους βράχους, το πλοΐον ένθα 



190 

εύρίσκετο ό πολύπαθης ταξειδιώτης, έκδικοΰμενον κατά 
των συμπλωτήρων του, οϊτινες άφρόνως και παράτας πα- 
ραινέσεις του εθραυσεν εν φόν του πτηνού το όποιον εΰ- 
ρον εις ερημόν τίνα νήσον και κατεβρόχθισαν τον εντός 
αύτοΰ νεοσσόν. Το ωόν και το πτηνόν περιγράφει ως έξης 
δ Σεβάχ εις το Β' αύτοΰ ταξείδιον: 

«Γυρίζοντας τα ομμάτια προς την στερεάν γήν του νη- 
σιού [είδα πολλά ξέμακρα ένα πράγμα λευκότατον και 
στρογγυλόν, άλλα δια τό μάκρος δεν ήδυνήθην νά διακρί- 
νω τι νά ή ιο εκείνο. "Οθεν καταβαίνοντας από τό δένδρον 
έτρεξα προς εκείνο τό μέρος και πλ,ησιάζοντας έκει είδα μίαν 
σοραΐ ;>αν άτπρην και μεγαλαίτατην εις σχήμα αύγοΰ* και τό 
μεν γυρόςτη; ήτο έως δώδεκα δργυιές, τό δε μάκρος της 
έως δεκαπέντε. Την επεριτριγΰρισα άπό κάθε μέρος, διά 
νά εΰρω καμμίαν χαλασματιάν ,η σκάλαν νάνέβω επάνω, δ- 
μως ματαίως έκοπίασα, και μου έφαίνετο αδύνατον νάνε- 
βώ* τόσον ήτο λεία και έπαρομοίαζεν ή επιφάνεια της 
ωσάν εκείνη ν του αύγοΰ. 

»Τότε ό ήλιος ήτο πλησίον διά νά βασιλεΰση, δταν εξ- 
αίφνης έσκοτίσθη όλος ό αέρας, ωσάν νά τον είχε πλακώ- 
σει ενα μεγαλώτατον και σκοτεινόν σΰννεφον. Εις τοΰτο 
τό φαινόμενον εγώ φοβηθείς έμεινα εκστατικός, τόσον μά- 
λιστα όταν εκατάλαβα ότι εκείνο τό σκότος τό έπροξένησε 
ένα μεγαλώτατον όρνεον καθ' ύπερβολήν, τό όποιον πε- 
τώντας εις τον αέρα έπλησίαζε προς εμένα. Τότε ενθυμή- 
θηκα διά ενα όρνεον όνομαζόμενον Ροκ, περί τοΰ όποίου- 
ηκουσα πολλάκις τους ναύτας νά όμιλοΰσι, και εκατάλαβα 
ότι ή μεγαλώτατη εκείνη σφαίρα ήτο τά αύγόν εκείνου του 
Ροκ, τό οποίον έχαμήλωσε τόσον, όπου έκάθισε σκεπάζον- 
τας αυτό τό αύγόν ωσάν νά τό κλοοσσήση και έσκέπασε με 
τά πτερά του και εμένα, όπου ήμουν περισυμμαζωμένος 
ύποκάτω εις τό αύγόν. Ώς τόσον τό ποδάριόν του ήλθεν 



191 

εμπρός μου, το όποιον ήτο τόσον χονδρόν, οπού μόλις το 
άγκάλιαζεν ένας όίνδρας. Έγώ τότε έδέθηκα καλά από το 
ποδάριον του Ροκ με το ζωνάριον και με το σαρίκιόν μου 
με τοιούτον σκοπόν, δτι αΰριον μέλλοντας να πετάξη εκεί- 
θεν το δρνεον εκείνο να με ήθελεν εβγάλει από το νησίον 
εκείνο και να με φέρη εις άλλον τόπον δπου υπάγει εις 
βοσκήν». 

Μέ αύτοΰ του είδους τα αυγά κατεσκευάζοντο αΐ όμε- 
λέτται τών μΰθοον, αί όποΐοα έθελξαν και θέλγουν ακόμη 
τ όσας και τόσας γενεάς ανθρώπων. 

ι\ρίνο) περιττόν ν αναφέρω π?.εΐστα άλλα τερατώδη και 
υπερφυσικά δντα, πλασΰέντα υπό ^τής άνθροοπίνης φαντα- 
σίας, από τών μάλλον απομεμακρυσμένων χρόνων μέχρι τών 
ημερών μας. 

Ή ιδική μας νεωτέρα μυθολο /ία περιέχει πληθύν άμέ- 
τρητον τοιούτων φανταστικών πλασμάτων, οίον τάς Γορ- 
γόνας, αί όποΐαι εις το βάθος τών θαλασσών ενεδρεύουν 
και ερωτούν τους πλέοντας αν ζη ακόμη ό βασιλείς Αλέ- 
ξανδρος, βυθίζουσαι τα πλοία, εάν ή άπάντησις εινε αρνη- 
τική, τάς Νεράιδας, τάς Λάμιας, τους Καλλικαντζάρους, 
τά παντοία ποικιλόμορφα, δυσειδή και κακοποιά δντα, 
τά φέροντα κατά τρόπους διαφόρους ονομασίας και εμπνέ- 
οντα τον τρόμον εις τους αμαθείς και τους απλοϊκούς. Και 
ταύτα μεν πάντα ανήκουν εις τον καθαρώς ύπερφυσικόν 
κόσμον, περί του οποίου δεν δύναται νά γίνη λόγος εκτε- 
νές ενταύθα. Επικρατεί δμως παρά τφ λαώ ή πρόληψις 
δτι υπάρχουν και δντα τοιαύτα αλλόκοτα και τερατόμορφα, 
ανήκοντα εις τον ζωντανόν και πραγματικόν κόσμον, πρό- 
ληψις ριζοβολήσασα και διαδοθεΐσα εκ τών διηγήσεων πα- 
λαιών μυθολόγων και τερατολόγο3ν. 

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς από τών χρόνων του Όμη- 
ρου και του Ηροδότου άνα<φέρουν τοιαύτα μυθεΰμοΓιΓα, 



102 

απηχήσεις δε αυτών, συνωνθυλευμέναι μετά παραδόσεων 
και μύθων των ασιατικών λαών εΐνε τάναφερόμενα εις την 
λαϊκήν Ίστορίαν του Μεγάλου "Αλεξάνδρου. Λέγεται αυ- 
τόθι, λόγου χάριν, δτι ο μέγας Μακεδών συνήντησεν εις 
κάποιον μέρος «ανθρώπους παράξενους, με χέρια εξ και 
ποδάρια εξ, οι όποιοι ήλθαν να πολεμήσουν τον 'Αλέξαν- 
δρον* εσκότωσεν εξ αυτών πολλούς, έπιασε ζωντανούς πολ- 
λούς και ήθελε να τους εβγάλη εϊς τον κόσμον δια θαύμα* 
αλλά μη ήξεΰροντας τι ήτο το φαγητόν τους, τους άφησε 
και άπέθαναν δλοι από την πειναν». Και κατόπιν :«άπ 3 αυ- 
τού διέβη εις ένα τόπον, δπου ήτον οι Σκύλο κέψαλοι. 
Τούτων το κορμί ήτον άνθρώπινον, το κεφάλι σκυλίσιον 
(θά ήσαν, φαίνεται, πρόγονοι του μακαρίτου Ζοζώ, τον 
<Ιποιον εΐδομεν και εδώ έκτεθειμένον πρό τίνων ετών) και 
ή φωνή τους ήτον ανθρώπινη και επεριπατούσαν ωσάν 
σκυλιά». 'Αλλαχοΰ του βιβλίου αναφέρεται δτι ο Αλέξαν- 
δρος «εύρε γυναίκες άγριες, υψηλές όργυιές τρεις* είχαν 
πλάτες ωσάν βουβαλίων και τά μαλλιά τους έλαμπαν ως τά 
ίίστρα». Κατόπιν άπήντησεν : «ανθρώπους μονοπόδαρους, 
4*έ ούράν ωσάν πρόβατα», τών οποίων το κρέας «ήτο νο- 
#τιμο)τερον από δλα τά πετούμενα και το κουφάρι έ'γεμε πο- 
λύτιμα λιθαρόπουλα και χονδρόν μαργαριτάρι». 

Πλην τών αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατί- 
νων, καταλιπόντων εις τά συγγράμματα των παντοία παρά- 
δοξα και απίστευτα φαινόμενα, οι πλείστοι τών περιηγη- 
τών τών μέσων αιώνων άπεθησαύρισαν είς τάς διηγήσεις 
των ψεύδη τερατωδέστερα, οιονεί άμιλλώμενοι τίςνά εΐπη 
τά παχυλώτερα οι μεν καλή τη πίστει, θεωρούντες αυτά 
•ως άληθη εν τη άφελείςι καΐ τη αμαθείς των, οι δε επί 
-σκοπφ' νά καταπλήξουν τους συγχρόνους μέ τάς τερατολο- 
γίας των. Είς τών μάλλον περιέργων εκ τών συγγραφέων 
Τούτων εΐνε ο περιηγητής Νικόλαος Δι Κόντη εκ Βενετίας. 



193 

Όβχις μιμηθείς τον περίφημον συμπολίτην του Μάρκον 
Πόλον, επεχείρησε δι 9 εμπορικούς σκοπόν μακράν περιο- 
♦ δείαν ανά τάς άσιατικάς χώρας κατά τον ΙΕ' αιώνα, έπέ- 
στρεψεν εις 'Ιταλίαν κατά το 1444. Έκεΐ ετυχεν αφέσεως 
παρά του παπα Ευγενίου του Δ' διά το αμάρτημα, το 
οποίον εξ ανάγκης διέπραξε; νά εξομόση τον χριστιανισμόν 
εις τάς βαρβάρους χώρας δπου ευρέθη, αλλ 3 υπό τον δρον 
— προσέξατε ! — νά υπαγόρευση εν πάση άληθεία την διή- 
γησιν των συμβάντων του. Ιδού δε πώς ετήρησε την ύπό- 
σχεσίν του. 

Διηγήίη δτι εΐδεν ιδίοις δμμασι στίφη δαιμόνων εφίπ- 
πων, περιπλανωμένων την νύκτα εις την ερημον της Χαλ- 
θαίας* δτι είδε φύλλα δένδρων έχοντα μήκος και πλάτος εξ 
πήχεων, χρησιμεύοντα δε αντί χάρτου* δτι εις Σουμάτραν — 
«ύτό εΐνε σπουδαΐον, διότι σχετίζεται με το ζήτημα της 
νομισματικής κυκλοφορίας — οί ανθρωποφάγοι μεταχειρί- 
ζονται ώς νομίσματα τά κρανία τών παρ 3 αυτών καταβρο- 
χθιζομένων ανθρώπων* δτι εις Σουσιναρίαν — αγνοώ πον 
κείται ή χώρα αύτη — εΐδεν δφεις πτερωτούς με επτά κε- 
φάλας. 

Προς την φιλαλήθειαν αυτού εξισούται ή διήγησις ετέ- 
ρου ομοεθνούς του, του 3 Αντωνίου Πιγαφέττα, άκμάσαν- 
τος κατά τάς αρχάς του ΚΓ' αιώνος, δστις έβεβαίωσεν 
οτι είδε πτηνά μεγάλα καταπινόμενα υπό κήτους, τά 
όποια εισδύοντα ίώντα εις το σώμα του θαλασσίου τέρατος, 
κατέτρωγον την καρδίαν του* δτι εΐδε φύλλα μεγάλα κατα- 
πίπτοντα εκ τών δένδρων, τά όποια κατόπιν έκινούντο ώς 
νά ήσαν έμψυχα δντα' δτι εΐδε σύκα μακρά δύο σπιθαμάς 
και ανθρώπους πυγμαίους, έχοντας τά ώτα τόσον μακρά, 
ώστε επί μεν του ενός καιεκλίνοντο ώς επί στρωμνής, διά 
<δέ του ετέρου εσκεπάζοντο ! 

Παρεκτός όμως τών συγγραφέων τούτων, οΐτινες σο- 

13 



194 

βαρώς έγραψαν δσα έγραψαν και εκ των οποίων, μερικοί^ 
αν δχι οι πλείστοι, ήσαν πεπεισμένοι περί της αληθείας των 
διηγήσεων των, υπήρξαν καΐ άλλοι αρχαίοι και νεώτεροι 
γράψαντες εν επιγνώσει συμβάντα μυθώδη και ανυπόστατα 
είτε θέλοντες να χλευάσουν τους μυθολόγους περιηγητάς, 
είτε σκοπεΰοντες υπό το πρόσχημα του μΰθου να σατυρί- 
σουν πρόσωπα και πράγματα, είτε και απλώς χάριν παι- 
διας. Γενάρχης της φαιδράς ταύτης χορείας και κορυφαίος 
δια το θαλερόν και σπινθηροβόλον πνευμά του είνε ο αμί- 
μητος Λουκιανός, ο γράψας την τόσον άστείαν και τόσον 
καυστική ν σάτυραν τής Άληΰονς Ίαζορίας, τουτέστι διή- 
γησιν καταπληκτικών περιπετειών εις χώρας και λαούς 
ανύπαρκτους, της οποίας δείγμα παρέθεσα ανωτέρω. Έκ 
τών νεωτέρων δε φανταστικα-ταξείδια περιβόητα συνέγρα- 
ψαν πλείστοι δσοι συγγραφείς εκ τών δοκιμωτέρων, συν 
τοις άλλοις ό Κερβάντης, ό Βολταΐρος, ο Συρανώ δε Βερ- 
ζεράκ, ό γράψας ταξείδιον εις τήν Σελήνην, ό Ραβελαί, ό 
* Αγγλος Σουΐφτ, ό γράψας τα πασίγνωστα ταξείδια του 
Γκΰλλιβερ, τελευταΐον δε και ό 3 Ιοΰλιος Βερν, ό περιενδΰ- 
σας με χροιάνέπιστημονικήν το φιλολογικόν αυτό είδος, και 
τόσοι άλλοι ακόμη. 

3 Αλλ 3 αν επρόκειτο νάναφέρω ονόμασα δλα τα βιβλία, 
δσα ανέκαθεν μέχρι τών ημερών μας εκδοθέντα περιλαμβά- 
νουν καθ 3 ολοκληρίαν ή εν μέρει ψεύδη, θάπετελεΐτο δι? 
αυτών τεράστιος και δυσθεώρητος πυραμίς, τής οποίας τήν 
βάσιν θάπετέλουν ως ακρογωνιαίοι λίθοι οι τόμοι τών εφη- 
μερίδων, διάφορα συγγράμματα, επιστημονικά τε και μη» 
και μερικά προσέτι βιβλία ιερά και σεβάσμια, άτινα έσυνη- 
θίσαμεν να θεωρώμεν εΰλαβώς ω; ταμεία πάσης αληθείας, 
τήν δε κορυφήν αυτής θα καιει/ον δικαιωματικώς... τά 
τεΰχη του Προϋπολογισμού του Κράτους. 



195 



'Αφοΰ το ψευδός εΐνε τόσον διακεχυμένον εις την άτμό- 
σφαιραν, άφοΰ βασιλεύει από καταβολής κόσμου μεταξύ 
των άνθρωπο} ν, άφοΰ κατήντησε το άρτυμα πάσης τέρψε- 
ως, στοιχεΐον άπαραίτητον και εις τον ΰλικόν και εις τον 
πνευματικόν βίον, ουδόλως άπορον δτι αναφαίνεται 
τόσον συχνά κραταιόν, κυβερνών τάς περιστάσεις, κανο- 
νίΐον τάς σχέσεις των ανθρώπων, διέπον ακόμη και αύ- 
τάς τάς τύχας τών λαών. 

Ύπήρχον πάντοτε και υπάρχουν άνθρωποι ζώντες εκ 
του ψευδούς, άφοσιωθέντες εις αυτό, περιορίσαντες την ΰ- 
παρξίν τοον πάσαν εντός του ομιχλώδους του ψεύδους βασι- 
λείου. Υπάρχουν οι συνηθίσαντες τόσον εις την ψευδολο- 
γίαν, ώστενά θεωρούν εν τέλει ως αληθή τά παρ 5 αυτών 
επινοούμενα, δπως ο Μασσαλιώτης εκείνος, ό όποιος, 
άφοΰ διέδωκε την εΐδησιν δτι μία τεραστία σαρδέλλα έφρα- 
ξε ιό στόμιον τοΰ λιμένος,^καΐ είδεν εις την προκυμαίαν μετά 
τίνα ώραν πλήθος ανθρώπων εΰπίστων, προσελκυ^θέντων 
εκ τής τερατώδους εΐδήσεως και συζητοΰντων και επιβεβαι- 
οΰντων αυτήν και ύπερθεματιζόντων, είπε καθ* εαυτόν: 
«Μπορεί νά εΐνε κι αλήθεια!». 

Υπάρχουν χώραι και πόλεις δπου ιδιαιτέρως επιπολά- 
ζει τό ψεΰδος, εύρίσκον ίσως εις τον χαρακτήρα τών κατοί- 
κων δρους ευνοϊκούς προς άνάπτυξίν του. Τοιαύτη εθεω- 
ρείτο εις τήν αρχαιότητα ή Κρήτη, αδικαιολογήτως βεβαί- 
ως, άφοΰ ή γνώμη εστηρίζετο μόνον επί τοΰ ρητοΰ τοΰ 
Έπιμενίδου, αναφερομένου υπό τοΰ 'Αποστόλου Παύλου: 
«Κρήτες άεΐ ψευσται είσί». Τοιαύτη επίσης εθεωρείτο ή 
επαρχία τής Γασκωνίας εν Γαλλία, ένεκα τοΰ χαρακτήρος 
τών κατοίκων της, τοΰ ρέποντος εις τήν μεγαλαυχίαν. Ευ- 



190 

ρίσκονται πανταχού άνθρωποι ως μόνην άσχολίαν έχοντες 
το έξαπαταν τους άλλους με ψεΰδη χονδροειδη πολλάκις 
οία θά ήσχΰνετο να έκστομίση και αυτός δ περιβόητος γε- 
νόμενος κατά την παρελθοΰσαν γενεάν μακαρίτης Ψευτο- 
θόδωρος. Εΐνε δε και μερικά επαγγέλματα καθιστώντα τονς 
έξασκοΰντας αυτά επιρρεπείς εις το ψευδός, ως τοιούτο δε 
φημίζεται το των υποδηματοποιών* περί αύτοΰ δε υπάρχει 
και ο αρχαίος μΰθος, κατά τον όποιον ο Ζευς προσεκάλε- 
σεν όλους τους τεχνίτας διά νά χαρίση εις έ'καστον μίαν με- 
ρίδα ψευδούς, επειδή δε ό υποδηματοποιός έφθασε τελευ- 
ταίος εις την διανομή ν, ό Ζευς έχάρισεν εις αυτόν το άγγεΐ- 
ον με δλην την ύπολειφθεΐσαν ποσότητα του ψευδούς, 
ήτις Γ]το αρκετή. 
•4— Ός ψευδολόγοι φημίζονται προ πάντων οι κυνηγοί» 
οι όποιοι, άρεσκόμενοι να κομπάζουν διά την δεινότητα 
των, επινοούν παντοία φαντασιώδη κατορθώματα. Καθείς 
εξ υμών θά έτυχε βεβαίως ν 3 άκούση τοιαύτας διηγήσεις 
κυνηγετικάς, εις τάς οποίας ή φαντασία άφίνεται αχαλίνω- 
τος νά πλάττη άθλους ηρωικούς και τεραστίους και συμ- 
βάντα ανήκουστα. Έκ τούτων το πλέον καταπληκτικόν δια 
την άναισχυντίαν του ήκουσά ποτέ άναφερόμενον και το 
παραθέτω : Ό κυνηγός βλέπει ένα τρυγόνι* το δπλον του 
ήτο παλαιού συστήματος, έμπροσθομεγές' το γεμίζει βια- 
στικά, αλλά έκ της σπουδής του λησμονεί τον δβελόν εντός 
της κάννης' πυροβολεί δε τόσον εύστόχως, ώστε ό όβελός 
διαπερα το πτηνόν απ 3 άκρου εις άκρον καΐ το σουβλίζει* 
το θήραμα καταπΐπτον και περών διά μέσου άκανθηρών 
κλάδων λεμονεών, αποβάλλει τά πτερά και φθάνει εις ττ^ν 
γήν μαδημένον πίπτει δε έπι άνθρακιάς τυχαίως άνημμέ- 
νας ύπό το δένδρν, ένφ ταυτοχρόνως από λεμονιού διαρ- 
ραγέντος έκ του καταπίπτοντος δβελοΰ σταλάζει έπι του 
τρνγονίου ό οπός. Εις τρόπον ώστε, οτε ό κυνηγός έπλησί- 



197 

ασε παραλαβή το φονευθέν πτηνόν, ευρεναύχό μαδημένον, 
ψημένον και με το λεμονάκι του ακόμη. Του έλειπε το 
αλάτι του, άλλα δεν πειράζει. Τέτοια πράγματα τρώγονται 
και χωρίς αλάτι... άλλα δεν χωνεύονται βεβαίως. 

Υπάρχουν δε και έποχαι και περιστάσεις κατά τάς 
όποιας το ψευδός πλεονάζει και σκορπίζεται άθρόον. Τοι- 
αύτη τις επιδημία τρόπον τινά του ψευδούς παρατηρείται 
κυρίως εν ώρα πολέμου, ώς επικυροι και το ιταλικόν λόγιον: 
ίη ίβηιρο άι £ΐΐ6ΐτα-1)ΐι§Ίβ £Γθ53Θ οοηιβ Ια ΐ^ιτα. Δεν 
ήξεΰρο) πώς συμβαίνει και ποίαν έπίδρα πν έχουν ό "Αρης 
και ή Έννυώ επι της φαντασίας* αλλά το βέβαιον εΐνε δτι 
ανέκαθεν αϊ πολεμικαί ειδήσεις ήσαν ΰποκείμεναι εις εξόγ- 
κωσιν, και δτι οι ύπομνηματογοάφοι, οι ιστοριογράφοι, οι 
συντάκται των επισήμων δελτίων, αϊ δημοσιογράφοι πάσης 
εποχής, οΐτινες και προ της εφευρέσεως του εναερίου τη- 
λεγράφου εΐχον το προνόμιο ν νά γνωρίζουν τα μακράν αυ- 
τών συμβαίνοντα, έχουν την έ'ξιν ν 3 αλλοιώνουν τάποτελέ- 
σματα πάσης μάχης, πάσης οιασδήποτε πολεμικής πράξεως, 
συμφώνως προς τους πόθους και την φιλοτιμίαν του 
έθνους των, καθυποβίλλοντες ένεκα τούτου την λογικήν 
καί την άριθμητικήν είς την στρέβλην του Προκρούστον. 

Ή γραφις τών ανθρώπων τούτων έχει φονεύσει πολύ 
περισσοτέρους εχθρούς αφ 3 δσους έθανάτωσαν δλα όμοΰ 
τα βέλη και αί μάχαιραι των αρχαίων και τα καταστρεπτικά 
πολεμικά όργανα των νεωτέρων. Οι άγγελοι εις την Ίεράν 
Γραφήν, οι έξολοθρευοντες εν μια νυκτί αμέτρητους μυριά- 
δας εις τάς παρεμβο?*άς των 'Ασσυρίων, πολύ φοβούμαι δτι 
έδανείαθησαν το φονικόν των ξίφος παρά τών ζηλωτών και 
φιλοπατρίδων χρονογράφων του ϊερου βιβλίου" μέ δλον δε 
τον σεβασμόν τον όποιον τρέφω προς τους ηρωικούς μας 
προγόνους, ενδόμυχος πιστεΰοο δτι πρέπει νά γείνη μεγάλη 
παρακράτησις είς τον αριθμόν τών φονευθέντων παρ' αύ- 



198 

των Μήδων κατά τάς περιυμνήτους μάχας του Μαραθώνος, 
των Πλαταιών, της Σαλαμίνος κλπ. 3 Ακόμη δε μεγαλείτε- 
ρον πρέπει να εΐνε το άπόβαρον ως προς τους πεσόντας 
πολεμίους, κατά τάς θριαμβευτικός νίκας του Αλεξάνδρου 
εν 9 Ασία, άφοΰ μάλιστα τά κατορθώματα του μεγάλου της 
Μακεδονίας στρατηλάτου άνέλαβον νά εξυμνήσουν συγγρα- 
φείς μη κεκτημένοι την ίστορικήν ευσυνειδησίαν του Η- 
ροδότου, του Θουκυδίδου, του Ξενοφώντος. Οι χυδαιότε- 
ροι μάλιστα ιστορικοί έγραψαν τόσα μυθώδη προς επαινόν 
του, ώστε το ψευδός ως τά γραφόμενά των φθάνει ειςύπέρ- 
τατον βαθμόν υπερτροφίας. 

Ό συγγραφεύς, έπι παραδείγματι, της λαϊκής του 3 Α- 
λεξάνδρου ιστορίας, την οποίαν επανειλημμένως ανέφερα 
εν τοις προηγουμένοις, και ή οποία ακόμη και σήμερον 
άναγινώσκεται, μη έχων σαφή ιδέαν οΰτε τών πραγμάτων, 
οΰτε του τόπου, αλλ* οΰτε και τών αριθμών, παίζει με τά 
εκατομμύρια ως νά ήσαν καρυδιά. Λέγει, λόγου χάριν, : 
«'Ώρισεν ο 3 Αλέξανδρος τους αυθεντάδες τής Ίγκλιτέρρας — 
διότι ό 3 Αλέξανδρος, κατά τάς πληροφορίας του ιστορικού 
μετέβη ώς κατακτητής και εις τήν χώραν τών σημερινών 
κατακτητών του μεγαλυτέρου μέρους τής γής— νά του κά- 
μουν κάτεργα χονδρά ως δώδεκα χιλιάδας το κάθε κάτεργον 
νά παίρνη χίλιους ανθρώπους με τήν τροφήν τους». "Ωστε 
αν πολλαπλασιάσωμεν τάς δώδεκα χιλιάδας επί χίλια, εξάγο- 
μεν δτι το στράτευμα του 3 Αλεξάνδρου κατ 5 έκείνην τήν 
εποχήν συνέκειτο εκ δώδεκα εκατομμυρίων ανδρών ! 

Οι δε φονευθέντες εις τάς μάχας εχθροί του μεγάλου Μα- 
κεδόνος εΐνε, κατά τον αυτόν ιστορικόν, αναρίθμητοι. Ού- 
τως εις τήν μάχην τήν δευτέραν κατά του Δαρείου εφονεύ- 
θησαν εκ μεν τών Περσών 104 χιλιάδες, εκ δε τών Μακε- 
δόνων 5 μόνον χιλιάδες. Εις τήν πρώτην μάχην κατά του 
Πώρου αί άπώλειαι τών ινδικών στρατευμάτων άνήλθον 



199 

εις 200 χιλιάδας, αί δε του στρατού του 'Αλεξάνδρου μόλις 
εις 6 χιλιάδας. 'Αλλ. 3 επειδή και αυτή ή απώλεια ήδΰνατο 
οπωσδήποτε νά ελάττωση τάς δυνάμεις του ένδοξου στρα- 
τηλάτου, ό συγγραφεύς έφρόντισεν εις τήν δευτέραν κατά 
του Πώρου μάχην νά εξολόθρευση εκ μεν των Ινδών εν 
εκατομμΰριον στρογγΰλον, έκ δε του μακεδόνικου στρατεύ- 
ματος τρεις χιλιάδας και όκτακοσίονς δια τήν άκρίβειαν. 
Ή αναλογία αύτη υπενθυμίζει έτερον περίφημον και άστεΐ- 
ον ψευδός πολεμικόν των νεωτέρων χρόνων. Εις κάποιαν 
συμπλοκήν, κατά τάς ειδήσεις γαλλικής εφημερίδος, ο! εχ- 
θροί απώλεσαν άρκετάς εκατοντάδας ανδρών, ένφ έκ τα ν 
Γάλλων εις μόνος στρατιώτης έτραυματίσθη, άπολέσας τον 
" μικρόν δάχτυλον τής χειρός. Έτερα δέέφημερίς, άγανακτή- 
σασα διά τήν ΰπερβολήν, έγραψε τήν ίπομένην δτι δ απο- 
λεσθείς κατά τήν μάχην δάκτυλος του στρατιώτου άνευρέθη. 
Οι πρεσβύτεροι των ακροατών μου θά ενθυμούνται και 
άλλη ν παραπλησίαν περίστασιν, κατά τήν οποίαν το πολε- 
μικόν ψευδός έλαβε τεραστίαν έξόγκωσιν. Κατά τήν τόσον 
δραματικήν έπανάστασιν της Κρήτης του 1866 τά εκδιδό- 
μενα καθ" εκάστην παραρτήματα των εφημερίδων άνέγρα- 
φον τρομακτικούς αριθμούς τών θανατωθέντων εχθρών. 
Κά'ποιος περίεργος ήθέλησενά κάμη βραδΰτερον τήν άθροι- 
σιν αυτών τών καθημερινών φόνων, περί τών οποίων είχε 
φροντίσει νά τήρηση σημειώσεις, έξηκρίβωσε δε δτι, αν ήτο 
πραγματικός ό μέγας αυτός όλεθρος τών Όθωμανών, τήν 
σήμερον δεν θά ύπήρχον εις τον κόσμον ούτε Παλαιότουρ- 
κοι, ούτε Νεότουρκοι διά νά εφαρμόσουν εις τήν Τουρκίάν 
τάς πολυθρύλητους συνταγματικάς μεταρρυθμίσεις. 



Άλλ 3 ό κορυφαίος τών τερατολόγων, δ μεγαλόστομος 



200 

κήρυξ του ψευδούς, δ υπερβάς πάντα άλλον δια το θράσος 
του και το ΰψος της κομπορρημοσΰνης, εΐνε ό περιώνυμος 
βαρώνος Μυγχάουζεν, του οποίου αΐ διηγήσεις έμειναν πα- 
ροιμιώδεις. 

Εΐνε δε οΰτος πρόσωπον ιστορικόν ώνομάζετο °Ιερο> 
νυμος, Κάρολος, Φρειδερίκος, βαρώνος Μυγχάουζεν, γεννη- 
θείς εν ετει 1720 εις τον Πΰργον του Βανδενβέρδερ, εις το 
Άννόβερον, ανήκων εις άρίστην ευγενή οικογένειαν και 
αποθανών τω 1797. Ύπηρέτησεν ως αξιωματικός του ιππι- 
κού εν Ρωσίφ καΐ μετέσχεν ανδρείως τών κατά τών Τούρ- 
κων πολέμων κατά τά ετη 1737 και 1739. Είχε την συνή- 
θειαν πολλά να φλύαρη περί τών περιπετειών και τών αν- 
δραγαθημάτων του, τά όποια έστόλιζε με άδέσμευτον φαν- 
τασίαν, έπεκτείνων διαρκώς τάς διηγήσεις του διά τής προσ- 
θήκης νέων τερατωδών λεπτομερειών. Τά ψευδολογήματά 
του έγένοντο περιβόητα εν Γερμανία, μετεδόθησαν (V εκεί- 
θεν και εις άλλας χώρας, ώστε ζώντος αΰτοΰ ετι, το 1785 
έδημοσιεύθη άγγλιστί εν Λονδίνφ ή πρώτη εκδοσις τών 
φανταστικών αΰτοΰ συμβάντων, μεταφρασθεΐσα και γερμα- 
νιτπ. υπό του Βοΰργερ. Κατόπιν έγένοντο και άλλαι εκδό- 
σεις, όλονέν έπαυξανόμεναι διά παντοίων χονδροειδών μύ- 
θων, οΐτινες καΐ πρότερον υπάρχοντες εις τάς λαϊκάς παρα- 
δόσεις, κατήντησαν εν τέλει ν 3 άποδίδωνται εις τον γερμα- 
νόν βαρώνον. Τά συμβάντα του Μυγχάουζεν μετεφράσθη- 
σαν εις πάσας τάς Εΰρωπαϊκάς γλώσσας καΐ εις την ιδικήν 
μας, νομίζω, προ ετών τινών. 

Οι περισσότεροι τών αναγνωστών μου γνωρίζουν βεβαίως 
έξ αναγνώσεως, ή εξ ακοής καν, τους φαντασιώδεις άθλους 
του ανδρείου όσον και επινοητικού βαρώνου. 3 Αλλά χάριν 
τών τυχόν άγνοοΰντων αυτούς παρακαλώ δπως μοι έπιτρα- 
πή ν 3 αναφέρω ενταύθα μερικούς εκ τών μάλλον ΐλαρυντι- 
κών τούτων μύθων, ως κορωνίδα και επιστέγασμα τής μα- 



201 

κράς ταύτης ψευδολογικής φλυαρίας και ως άντισήκωμα του 
ανιαρού αυτής μέρους. 

Λοιπόν ιδού ό πρώτος εξ αυτών : 

Ό βαρώνος οδοιπορεί έφιππος εις τάς παγωμένας στέπ- 
πας της Πολωνίας εν ώρα χειμώνος. Καταληφθείς υπό του 
σκότους της νυκτός, μη διακρίνων την όδόν, μη * βλέπων 
που κατοικίαν, κατάκοπος και εξηντλημένος, αποφασίζει νά 
κατακλιθη επί της χιόνος, προσδένει τον ΐππον του εΐςπάσ- 
σαλον σιδηρούν, εξέχοντα εκ της επιφανείας καΐ άποκοιμά- 
ται. Την πρωΐαν άφυπνιζόμενος ευρίσκεται επί στέρεου 
εδάφους, απέναντι του ναού χωρίου τινός, το όποιον δεν εί- 
δε την νΰκτα, διότι ήτο σκεπασμένον εκ της χιόνος* αλλ. 5 ό 
καιρός μετεβλήθη διαρκούσης της νυκτός, ή χιών έτάκη 
και ό κοιμώμενος κατήλθεν ανεπαισθήτως μέχρι του εδά- 
φους. Αίφνης ακούει χρεμετισμόν άνωθεν αΰτοΰ* κυττάζει 
υψηλά και βλέπει τον Ϊππον του κρεμάμενον εις την κορυ- 
φήν του κωδωνοστασίου του ναοΰ' ό πάσσαλος, εις τον 
όποιον τον εΐχε προσδέσει αφ 3 εσπέρας, ήτο ή αιχμή του άνε- 
μοδείκτου του κωδωνοστασίου ! Πώς θα καταβιβασθίί 
τώρα από του ΰψους εκείνου το ζφον! Μπα! ό βαρώνος 
δεν άμηχανεΓ σημαδεύει με το πιστόλι του, πυροβολεί και 
κόπτει με τήν σφαΐραν τον ιμάντα του χαλινού* ό ίππος 
καταπίπτει από το κωδωνοστάσιον σφος και αβλαβής, τον 
καββαλικεΰει ό βαρώνος και εξακολουθεί τήν πορείαν του. 

"Αλλο : 

Έταξείδευεν ό βαρώνος δι 3 έλκΰθρου εντός αγρίου δά- 
σους της Εσθονίας. Μέγας και φοβερός λΰκος του επιτίθε- 
ται. Ό βαρώνος κρύπτεται εντός του έλκΰθρου και ό λΰκος 
έφορμών προσκολλάται επί του ίππου, δστις εξακολουθεί 
νά τρέχη, ένφ κατατρώγεται υπό του θηρίου. Ό λΰκος τρώ- 
γει το όπισθιον μέρος του ζορου και προχωρεί έμπήγων τους 
οδόντας εις το εσωτερικόν του και τρώγων, εως ου το κατά- 



202 

βροχθίση όλόκληρον. 'Αλλά τί συμβαίνει ; Καθ* δσον προ- 
χωρεί δ λΰκος, υποκαθιστά τον ϊππον εις την θέσιν του, 
πίπτουν επάνω του τα εφίππια, τα λωρία, δ χαλινός και 
προσαρμόζονται εις αυτόν, τοιουτοτρόπως δε ευρίσκεται δ 
ίδιος ζευγμένος αντί του φαγωθέντος ίππου. Ό βαρώνος 
τον μαστίζει ανηλεώς καΐ το έ'λκυθρον φθάνει εις τον προς 
δν δρον συρόμενον υπό του λΰκου!... 

3 Ιδού και μερικά κυνηγετικά κατορθώματα του φιλα- 
λήθους βαρώνου* διότι, εννοείται, δ βαρώνος ήτο και κυνη- 
, Ύός. 

Κυνηγών εις ερημον μέρος, βλέπει έρχομένην κατ' αυτού 
άρκτον' θέλει να πυροβόληση, αλλ 3 ή πέτρα του δπλου έχει 
φύγει — διότι τά παλαιά τυφέκια, ως γνωρίζετε, έξεπυρσο- 
κρότουν διά τσακμακίου. Ή θέσις εΐνε κρίσιμος. Πώς να 
^ιοθη; Μία φαεινή εμπνευσις του έρχεται* σκοπεύει φέρων 
την όπήν του εναύσματος εγγύς του προσώπου του, καταφέ- 
ρει ισχυρόν γρόνθον εις τον δφθαλμόν του, εκπέμπονται εξ 
αυτοΰ σπινθήρες, άνάπτει ή πυρΐτις, το δπλον εκπυρσο- 
κροτεί και φονεύει την άρκτον. 

"Αλλοτε πάλιν βλέπει εμπρός του ώραίαν έ'λαφον, δυ- 
στυχώς το τουφέκιόν του εινε γεμάτον μόνον με πυρίτιδα, 
αλλ 3 δ επινοητικός βαρώνος συμπληρώνει την γόμωσιν διά 
μερικών πυρήνων κερασιών. Το ζφον τραυματίζεται εις 
την κεφαλήν, αλλά τρέπεται εις φυγήν και εξαφανίζεται. 
Μετά τίνα καιρόν δ βαρώνος συναντά εις το δάσος ελαφον, 
ήτις φέρει εις το μέτωπον, μεταξύ τών κεράτων, δενδρύλλιον 
άνεπτυγμένον. Ήτο ή παρ 3 αυτού τραυματισθείσα, εις το 
μέτωπον της δε είχε βλαστήσει μία κερασέα εκ του ενσφη- 
νωθέντος πυρίγνος- 

Εύρισκόμενός ποτέ εις την δχθην λίμνης βλέπει στίφος 
νησσών αγρίων πλεουσών εις την επιφάνειαν του ύδατος. 
Πώς νά συλλαβή μερικάς εξ αυτών ; Ένθυμεΐται δτι εις τόγ 



2β3 

οάκκον του ευρίσκεται τεμάχιον λαρδίου. Το δένει εις την 
άκραν μικρού σχοινιού, δια του οποίου έσυρε τον σκΰλον 
του, και το ρίπτει εις τάς νήσσας. Ή πρώτη εξ αυτών το 
καταπίνει* άλλα το λαρδίον ώς λιπαρόν έχει καθαρτικός 
ιδιότητας και διολισθαΐνον δια του πεπτικού σωλήνος του 
πτηνού, εξέρχεται εκ του αντιθέτου μέρους αΰτου' το κατα- 
πίνει τότε ή δευτέρα, έπειτα ή τρίτη και ου τω καθεξής, 
άφοΰ δε το σχοινίον δεν ήδΰνατο να περιλάβη πλέον άλλας 
νήσσας, το ανασύρει και απέρχεται θριαμβευτικώς με τον 
δρμαθόν των νησσών, άγρευθεισών κατά τον παραδοξότα- 
τον αυτόν τρόπον. 

Εις τον βαρώνον Μυγχάουζεν συνέβησαν και άλλα πολ- 
λά περίεργα και αλλόκοτα, μεταξύ των όποιων εινε και το 
εξής : Κάποτε επετέθη κατ* αΰτοΰ κΰων λυσσών. Ό βαρώ- 
νος δεν έχει δπλον ν 3 άμυνθη* αφαιρεί τον μανδΰαν του 
και προασπίζεται δι 3 αύτου, άπομακρΰνων τον έπικίνδυνον 
εχθρόν. Ό σκύλος άποκαμών εις το τέλος φεύγει. Την επο- 
μένην μέγας Θόρυβος και ταραχή ακούεται εις τήν ίματιο- 
θήκην του βαρώνου 4 στέλλει οΰτος τον ύπηρέτην του νά 
ιδή τί τρέχει. Και τι μανθάνει ; δτι ό μανδύας τον όποιον 
είχε δαγκάσει πολλάκις το μαινόμενον ζώον είχε λυσσάξει 
και κατέτρωγε τά άλλα εκεί φορέματα ! 

Το δε άκρον άωτον τών θαυμαστών συμβάντων του 
εΐνε το επόμενον, με το όποιον και τερματίζω τήν σειράν. 

Συμπλοκής γενομένης έξωθεν πολιορκουμένης πόλεως, 
ό βαρώνος έδραμε και ήγωνίσθη γενναίως. Μετά τήν μάχην 
κουρασμένος μεταβαίνει εις τήν παρακειμένην πηγήν, δια 
νά ποτίση τον διψώντα ΐππον του. Ό ίππος πίνει, πίνει άδια- 
κόπως έκτου νάματος, αλλά δεν χορταίνει* ό βαρώνος έκπλη- 
κτος στρέφεται κα! βλέπει το πινόμενον νερόν νά χύνεται όπι- 
σθεν του ζφου, διότι ό ίππος κατά τήν μάχην είχε διχοτομηθή 
υπό εχθρικής σπάθης, ό δε αναβάτης εξηκολοΰθει να ίππεύι 



204 

και να μάχεται, καθήμενος επί του εμπρόσθιου ήμίσεος του τε- 
τραπόδου. 'Ανεζήτησε τότε το έτερον ήμισυ και το άνεΰρεν 
εις την πεδιάδα χαριεντιζόμενον με τάς βοσκοΰσας εκεί φο- 
ράδας ! Προσεκόλλησε τα δυο τεμάχια, και ο ίππος άρτιος 
εξηκολοΰθησε τον δρόμον του ! 

Και νομίζω δτι φθάνει έως εδώ, διότι τερατωδέστερον 
δεν εχω να σας παραθέσω. Τα ψεΰματα τώρα εσώθησαν. 
^Αν, παρασυρόμενος υπό του χειμάρρου αυτών εν τη ρΰμτι 
του λόγου μου σας είπα και κανέν ιδικόν μου, παρακαλώ 
εΰσεβάστως \ά τΰχο) της συγγνώμης σας 4 



20* 



Ο ΕΞ ΑΔΟΥ ΣΥΖΥΓΟΣ 



Πολλούς αριθμούν αί γυναίκες εχθρούς μεταξύ των με- 
γάλων συγγραφέίον παντός τόπου και χρόνου. Άπό του ημε- 
τέρου Εύριπίδου, του κατ' εξοχήν μισογύνου, μέχρι του 
Σαίξπηρ, και άπό τούτου πάλιν μέχρι των μυθιστοριογρά- 
φων και των δραματογράφων της εποχής μας, πολυάριθμοι 
υπήρξαν οι λογογράφοι και οι ποιηται οι διατυπώσαντες 
σφοδρά κατηγορητήρια κατά των απογόνων της Εύας. 
Μεταξύ τούτων συγκαταλέγεται και ο Μακκιαβέλλης. Ό 
μέγας γραμματεύς της Φλωρεντινής Δημοκρατίας δεν είχε 
βέβαια καιρόν κατά το εργώδες αυτού στάδιον νά καταγί- 
νεται περί τα κοινότερα και συνηθέστερα των κοινωνικών 
ζητημάτων* απλώς κκι χάριν παιδιάς, ούτως ειπείν, παρερ- 
χόμενος προ του αιωνίου ζητήματος, του ζητήματος της 
γυναικός, ηθέλησε νά ρίψη και αυτός ένα λίθον κατ 5 αυ- 
τής. Άλλ' ουδέποτε λίθος έβαλε μετά τόσης ευστοχίας, ου- 
δέποτε υπό το έλαφρόν πρόσχημα του χαριεντισμού κατη- 
νεχθη τραύμα θανασιμώτερον σαρκασμού και πικρίας κατά 
της γυναικείας κακοτροπίας, και δ δαιμόνιος συγγραφεύς, 
ό εισηγητής του «Ήγεμόνος», έτήρησε και εις αυτήν τήν 
παιδιάν του τον χαρακτήρα της παροιμιώδους ύπουλότητος. 

Το όνομα του Νικολάου Μακκιαβέλλη εΐνε γνωστόν βε- 
βαίως εις τους έλληνας άναγνώστας' αλλά πολύ φοβούμαι 
Ότι μόνον το όνομα είνε γνωστόν και ουδέν εκ τών έρ- 
7<ον του. "Ωστε επιχειρών ενταύθα βραχεΐαν άναλυσιν £νός 



206 

εκ των μικρότερων και δευτερευόντων εξ αυτών, του οποί* 
ου όμως την χάριν και την εύφυΐαν ελπίζω δτι θά εκτιμή- 
σουν δεόντως οι α ναγνώσται, ίσως παρακινήσω τινάς εξ αυ- 
τών ν 'άνατρέξουν και εις τα άλλαπεφημισμένα αύτοΰ συγ- 
γράμματα εϊτε εις το πρωτότυπον είτε εις τάς πολυάριθμους 
αυτών μεταφράσεις, και εξ αυτών θά σχηματίσουν άκριβε- 
στέραν ιδέαν περί του μεγάλου συγγραφέως. 



'Ί' 



Το έργον επιγράορεται : «Διήγηης χαριεστάτη περί τοϋ 
άρχιδιαβόλου Βελφεγώρ», έχει δε ώς έξης. 

Εϊς τα παλαιά χρονικά της Φλωρεντίας αναφέρεται δτι 
δσιός τις ανήρ, σφόδρα ευλαβής και ενάρετος και τα μέγι- 
στα συντελών δια του παραδείγματος εις την εποικοδόμη- 
σιν τών πιστών, έμαθε δια τών άγιων αύτου προσευχών 
και τών μετά του ουρανού σχέσεων του δτι αί περισσότε- 
ραι τών κατά τους χρόνους εκείνους εγκαταλειπουσών τον 
πρόσκαιρον επί γης βίον ψυχών εκολάζοντο εις τον "Αδην* 
αί πλεΐσται δε πάλιν εξ αυτών, δσαι ήσαν άνδρικαί, πάρε- 
πονοΰντο δτι κατεδικάσθησαν διότι επί γης εΐχον νυμφευ- 
θή. Ό Μίνως, ό Αιακός και ο Ραδάμανθυς δεν έπίστευον 
πολύ εις τά τοιαύτα παράπονα* άλλ' επειδή αυτά έπολλα- 
πλασιάζονιτο όσημέραι και έγίνοντο σφοδρότερα οι εΐρη- 
μένοι ύποχθόνιοι κριταί εθεώρησαν καθήκον των ν* άνα- 
κοινοίσουν το πράγμα εις τον Πλούτωνα, δστις το εκρινεν 
ως άξιον προσοχής. Συνεκάλεσε λοιπόν εΐςσΰσκεψιν πάντας 
τους μεγιστάνας τοϋ 3, .\δου και άπήγγειλε προς τήν έρεβά)- 
δη όμήγυριν εΰγλωττον προσλαλιάν. 3 Αφοΰ εξέθηκε τά 
πράγματα, διετΰπωσεν ως έξης την άμφιβολίαν εις την 
οποίαν διετέλει ή δικαιοσύνη του Κράτους του: «Έάν, εί- 
πε, και μετά τά παράπονα ταύτα εξακολουθήσωμεν νά κα- 



207 

ταδικάζωμεν τους συζυγούς, θα θεοορηθώμεν πολύ αυστη- 
ροί* εάν πάλιν πεισθώμεν εις αυτά ανεξέλεγκτος, θά φανώ- 
μεν άγαν συγκαταβατικοί, το Κράτος δε τοΰτο το ύποχθό- 
νιον πρέπει να διάσωση την φήμην του καΐ να ζήσχ) άνευ 
καταισχύνης εις το μέλλον, δπως και εις το παρελθόν». 

Το θέμα έφάνη πολύ σοβαρόν εις το συμβούλιον καΐ 
διχογνωμία κατ 3 αρχάς έπεκράτησεν ως προς το πρακτέον. 
Οι μεν άπεφάνθησαν δτι επρεπεν οι τα τοιαύτα παράπονα 
διατυπουντες νά ύποβάλλωνται εις δεινά κολαστήρια, δια 
νά μαρτυρήσουν αν ήσαν ταύτα αληθή, ή απλώς προφά- 
σεις. Άλλ* ή πλειονότης άπέκλινεν υπέρ της ιδέας νά στα-• 
λή εις τη ν γήν εις αντιπρόσωπος των καταχθόνιων, δπως 
εξέταση εκ τοΰ σύνεγγυς τά πράγματα. Ή γνώμη αύτη υ- 
ύπερίσχυσεν άλλ' επειδή ουδείς εδέχετο προθύμως νά ύπο- 
στή την τοιαύτην δοκιμασίαν, ή εκλογή τοΰ απεσταλμένου 
ανετέθη εις την τύχην και δ κλήρος έ'πεσεν επι τον Βελφε- 
γώρ, άρχάγγελον προ τής πτώσεως και άρχιδιάβολον κατό- 
πιν, κατέχοντα εις τήν αύλήν τοΰ ήγεμόνος τοΰ σκότους εν 
των ανωτάτων αξιωμάτων. 

Ή αποστολή αυτού έγένετο υπό τους ίξής δρους: Θα 
ελάμβανεν 100 χιλιάδας δουκάτα — διότι, βλέπεπε, δει δη 

χρημάτων και δΓ αυτούς ακόμη τους διαβόλους! — θά 

εζη επι τής γης επι μίαν δεκαετίαν, θά ένυμφεύετο και θά 
ελάμβανεν εκ πείρας γνώσιν ακριβή τοΰ συζυγικού βίου* 
μετά δε την παρέλευσιν τής προθεσμίας ταύτης θά έπροσ- 
ποιεΐτο δτι άπέθνησκε καΐ θά έπανήρχετο εις τον "^δην, 
διά νά δώση λόγον περί τών πεπραγμένοον και έκθεση κατά 
πόσον ήσαν βάσιμα τά παράπονα τών συζύγων. Άλλ' δ 
σπουδαιότερος τών δρων ήτο δ εξής, δτι καθ 3 δλην την 
διάρκειαν τοΰ επιγείου βίου του δ διάβολος έμελλε νά εΐναι 
υποκείμενος εις δλας μεν τάς απολαύσεις, αλλά και εις δλα 
τά δεινά τής ανθρωπινής φύσεοος, ήτοι εις τάς νόσους, εις 



208 

την πενίαν, εις τάς στερήσεις, εις τάς καταδιώξεις και τάς 
φυλακίσεις κλπ. εκτός έσν ήθελε κατορθώσει να διαφυγή 
αυτά δια της πανουργίας του. 

Ό Βελφεγώρ έξέλεξεν ώς τόπον διαμονής την Φλωρεν- 
τίαν, άκμάζουσαν την έποχήν έκείνην είς ισχύν και πλοΰ- 
τον και εΰμάρειαν, μια δε των ήμερων είσήλθεν εις την πά- 
λιν ταΰτην μετά πομπής, ακολουθούμενος υπό λαμπράς 
©υνοδίας οίκετών και θεραπόντων πεζών και εφίππων, οΐ- 
τινες ήσαν πάντες δαίμονες προσκολλημένοι εις την υπη- 
ρεσία ν του. Κατώκησεν εις πλούσιο ν ενδιαίτημα, εν τη 
συνοικία των Άγιων Πάντων, διέδωκε δέ δτι έκαλεϊτβ 
Ροδερίγος, δτιήτο ευπατρίδης εκ Καστιλλίας, δτι είχεν ενω- 
ρίς εκπατρισθή και πλουτήσει εις Άλεπιον της Συρίας, ήρ- 
χετο δέ εις Ίταλίαν δια να έγκατασταθή νυμφευόμενος εις 
χώραν πολιτισμένην. 

Ή φήμη της άφίξεως του ξένου μεγάλην έπροξένησεν 
αΐσθησιν εις την πόλιν επειδή δέ ο Ροδερίγος έφαίνετθ 
νέος, τριακοντοΰτης περίπου, λίαν εΰειδής και πλουσιώ- 
τατος, εθεωρήθη γαμβρός περιζήτητος και αι νΰμφαι τον 
ιεπολιόρκησαν. Αυτός δ' εξ αυτών εξέλεξε την ώραιοτέραν, 
ήτις εκαλεΐτο 'Ονέστα και ήτο θυγάτηρ του Άμερίκου 
Δρνάτη πτωχοί) μέν, αλλ 9 εύπατρίδου το γένος, δστις εκ- 
τός αυτής εΐχε και τρεις αλλάς κόρας εν ήλικίςι γάμου και 
τρεις υιούς ενηλικίους. Οι γάμοι εΓε?.έσΘησαν μεγαλοπρε- 
πώς* ό νυμφίος δεν ηθέλησε να παραλείψω καμμίαν δαπά- 
νην, διότι και κενόδοξος ήτο ώς πεπτωκώς αρχάγγελος και 
το χειρότερον, καθό υποκείμενος είς δλα τα γήινα πάθη, 
εΐχε καταντήσει να γείνη έρωτόληπτος προς την σΰζυ- 
γόν του. 

Ή κυρία Όνέστα δμα>ς ήτο δυστυχώς χαρακτήρας δύ- 
στροπου και υπεροπτικού, βλέπουσα δέ την προς αυτήν 
χλίσιν του συζύγου της, έγένετο χειρότερα. Εΐχεν αξιώσεις 



209 

ανυπόφορους, έφέρετο προς αυτόν σκαιώς, έπέβαλλεν έπι- 
τακτικώς τάς θελήσεις της καΐ οσάκις τυχόν της ήρνεΐτο 
τίποτε, τον έπέπληττεν αυστηρώς και τον ΰβριζεν. ε Ο Ρο- 
δεοίγος ΰπέμενε τά πάντα ως ερωτευμένος, αλλ 3 αί απαι- 
τήσεις βαθμηδόν ήρχισαν να γίνωνται μεγάλαι. Εδέησε να 
βοηθήση οικονομικώς τον πενθερόν του δια να νύμφευση 
και τάς αλλάς του θυγατέρας* δια μη μένουν παραπονεμέ- 
νοι και οι γυναικάδελφοι του, έπεμψε τον ενα εξ αυτών με 
εμπορεύματα εις την Άνατολήν, έπρομήθευσε δε τά κεφά- 
λαια εις τον δεύτερον διά νά ίδρυση χρυσοχοεΐον εις Φλω- 
ρεντίαν. "Αλλ' αί θυσίαι αύται ποσώς δεν εμάλαξαν την 
σχληροκάρδιον Όνέσταν, ή οποία ήξηκολοΰθει νά τηρη 
την αυτήν στάσιν απέναντι του συζύγου της, επιπροσθέτως 
δε νά σπάταλα και νάσωτεΰη. Κατά τάς 'Απόκρεως, ή τάς 
εορτάς του = Αγίου Ιωάννου, έδαπάνα αφειδώς εις χορούς 
και πολυτελείς ίορτάς* ή δε προϊούσα δυστροπία της 
έφθασε μέχρι τοιούτου βαθμοί}, ώστε κάνεις υπηρέτης δεν 
ήδΰνατο νά μένη εις τον οίκον της/και δ άτυχης σύζυγος 
δεν είχε πλέον σιμά του κανένα έμπιστευμένον, διά νά 
του άνακοινώνη τον πόνο ν του και ν' ανακουφίζεται, επειδή 
και αύτοι οί δαίμονες, μη υποφέροντες τήν τυραννίαν της 
συζύγου έδραπέτευσαν ανά εις καΐ επέστρεψαν εις τά κα- 
ταχθόνια, προτιμώντες το πυρ το εξώτερον, από τήν συμ- 
βίωσιν μετά τοιαύτης γυναικός. 

Μετά τοιούτον βίον το άναπόφευκτον αποτέλεσμα δεν 
εβράδυνε νά έπέλθ^, καΐ ή ένδεια ήρχισε νά κροΰη τήν θΰ- 
ραν του πρώην πολυταλάντουΚαστιλλιανοΰ. Ό Ροδερίγος, 
αφοΰ ε δαπάνη σε τά χρήματα του, ήρχισε νά ζή με ελπίδας 
και με δάνεια, και επειδή ταΰτα επανελήφθησαν συχνά, 
έγένετο γνωστός εις δλους τους τοκογλύφους της Φλωρεν- 
τίας. "Ηλπιζεν εν τούτοις νά βελτιωθη ή οικονομική του 
κατάστασις διά τών χρημάτων τά όποια είχε δώσει εις τοί,ς 

. 14 



210 

γυναικάδελφους του* αλλ 3 αίφνης εγνώσθη δτι δ εις εκ: 
τούτων, δ εν τη Ανατολή ευρισκόμενος άπώλεσεν εις τα 
παιγνίδιον δλόκληρον αΰτοΰ την περιουσίαν, μετ' ολίγον 
δε πάλιν, δτι δ έτερος ερχόμενος, με φορτίον εμπορευμάτων, 
εναυάγησεν, άπολέσας και δλόκληρον το φορτίον, το ό- 
ποιον εΐχεν αμελήσει ν' ασφάλιση. Οι δανεισται πάραυτα 
ουνήλθον και συνεσκέφθησαν' αλλ* επειδή δεν εΐχε λήξει 
εισέτι ή προθεσιιία της πληρωμής, απεφάσισαν εως τότε 
νά επιβλέπουν άγρΰπνως τον δφειλέτην μη τυχόν δραπέ- 
τευση. 

Έν τοσοΰτφ δ ατυχής Ροδερίγος, μη δυνάμενος πλέον- 
να ύποφέρη τήν άιυπόφορον τυραννίαν της συζύγου του 
χαι προβλέπων βίον ακόμη δυσ/ερέστερον κατά τάς έπικει- 
μένας ημέρας της πενίας, μη έχων δε άφ' ετέρου ελπίδα σω- 
τηρίας, απεφάσισε να φυγή και ήμέραν τινά ίππεύσας λίαν 
πρωΐ εξήλθε δια της πύλης του Πρέτου. Οι δανεισται του 
μαθόντε; τήν φυγήν, παρέλαβον και τινας κλητήρας τής 
εξουσίας και έσπευσαν εις καταδίωξίν του. Ό φυγάς εΰρί- 
σκετο μόλις εν μίλλιον μακράν ε* τής πόλεως, δτε έννοή- 
<?ας δτι κατεδιώκετο, έτράπη διά μέσου των αγρών προς 
το μέρος τής Περέτολας' μή δυνάμενος δμως να προχωρΐ) 
ταχέως, έγκατέλιπε τον ΐππον του και έξακολουθήσας πεζϊ) 
τον δρόμο ν του, εφθασεν εις άγροτικήν τίνα οϊκίαν, άνή- 
κουσαν εις κάποιον Ίωάννην Ματθαίον δέλ Βρίκα, δστις; 
μόλις εΐχεν επιστρέψει εκ τοΐ5 άγροΰ, διά νά δώση τροφήν 
εις τους βόας του. Ό φυγάς προσέπεσεν εις τους πόδας του 
χωρικού και τον παρεκάλεσε νά τον σώση, υποσχόμενος δτι 
μετά τήν λΰτρωσίν του εις άνταμοιβήν θα τον καθίστα 
πλούσιον. Ό Ιωάννης Ματθαίος συγκινηθείς, τον έκρυ- 
ψε τω δντι υπό σωρόν κόπρου και οτε μετ 3 ολίγον εφθα- 
οαν εκεί οι διώκται και τον ήρώτησαν, δεν έφανέρωσεν εις 
αυτούς τίποτε, ώστε μετά τινας άκαρπους έρευνας ήναγ- 



211 

κάσθησαν να επιστρέψουν άπρακτοι. 

Έξελθών εκ της κρυπτής του δ Ροδερίγος, αφού ηΰχα- 
ρίστησε τον χωρικόν, άπεκάλυψεν εις αυτόν τις ήτο και 
ποία ήσαν εξ αρχής τα συμβάντα του. Του ΰπεσχέθη δε δτι 
εις άνταπόδοσιν της ευεργεσίας του θά τον καταστήση πλου- 
σιον δια του έξης μέσου : Εΐχε λάβει την άπόφασιν, εΐπε, 
μέχρις δτου συμπληρωθή ή έπι της γης υποχρεωτική δεκαε- 
τής διαμονή του, να έκδικηθή κατά το χρονικόν αυτό διά- 
στημα τάς γυναίκας εν γένει δι' δσα κακά υπέστη εκ μιας 
εξ αυτών, να έμβαίνη εις το σώμα των και να τάς δαιμο- 
νίζη. «Όταν ακούσης δτι έδαιμονίσθη καμμία γυνή, έξη- 
κολοΰθησεν ό διάβολος, ανάγγειλε δτι συ δΰνασαι νά τήν 
θεραπεΰσης' εγώ δέ, άφοΰ άντιστώ εις δλους τους εξορκι- 
σμούς τών ιερέων και τάς θεραπείας τών ιατρών, άμα ιδώ 
σε, θα φΰγω και θά ελευθερίοσω τήν πάσχουσαν. Τοι- 
ουτοτρόπως θ'άποκτήσης κέρδη πολλά* σου συνιστώ δμως, 
άφου πλουτήσης, να με άφήσης ελεύθερον νά κάμω δ, τι 
θέλω καΐ νά μή τόλμησες πλέον νά παρουσιασθής ενώπιον 
μου, διότι θά σε κακοποιήσω». 

Και ταΰτα ειπών απήλθε, καταλιπών ενεόν τον χωρι- 
κόν. 



Τώ δντι ό Ροδερίγος ή Βελφεγώρ έτήρησε τήν ύπόσχεσίν 
του, και μετ* ολίγον εγνώσθη δτι μία ευγενής, ή θυγάτηρ 
τοΰ 3 Αμβροσίου Άμαδέη και σύζυγος του Βεναγιοΰτου Τε- 
βαλδοΰτση έδαιμονίσθη. Πάραυτα έτέ&ησαν εις ενέργειαν 
δλα τά μέσα της θεραπείας, και ιδίως τά ως δραστικώταια 
Θεωρούμενα θρησκευτικά. Έπέθηκαν έπ" αυτής τήν κά- 
ραν τοΟ ° Αγίου Ζηνοβίου, τον μανδΰαν τοΰ °Αγ. "Ιωάννου 
Γουαλβέρτου και άλλα, αλλ' είς μάτην. Ό δαίμων οχι μό- 



212 

νον δεν εφευγεν, άλλα και δια να δείξη οτι ήτο πραγματι- 
κούς δαίμων έφθέγγετο λατινιστί, ωμίλει και συνεζήτει περί 
διαφόρων φιλοσοφικών ζητημάτων, το δε περιεργότερον, 
απεκάλυπτε τα αμαρτήματα των άλλων. Αΐσθησιν ιδίως 
επροξένησε το άποκαλυφθέν παρ 3 αυτοΰ αμάρτημα ενός 
μονάχου, δστις εθεωρείτο εως τότε ύπογραμμός ευσέβειας 
και αρετής, και δστις εν τούτοις διετήρει εις το κελλίον του 
νεαράν γυναίκα μετημφιεσμένην εις δόκιμον μοναχόν. 

Ό 'Ιωάννης Ματθαίος παρουσιάσθη τότε καΐ προσε- 
φέρθη να θεραπεΰση αυτός την πάσχουσαν, ζητήσας ως 
άμοιβήν 500 φλωρία, δια ν' άγοράση εν κτήμα παρά την 
Περέτολαν. Άφοΰ δε έδέχθησαν την πρότασίν του, διέταξε 
πρότερον να γείνουν πολλαί λειτουργίαι, έπειτα προσεποιήθη 
τάχα δτιάπηΰθυνεν εξορκισμούς προς το άκάθαρτον πνεύμα 
και κατόπιν κΰψας εις το ους της πασχοΰσης, διά να συνεν- 
νοηθή με τον Ροδερίγον. 

« — Το ποσόν το όποιον θά λάβης προς άνταμοιβήν 
σου, του εΐπεν ό δαίμ(ον, δεν σε αρκεί διά νά πλουτήσης, 
αλλ* εγώ μετά ταΰτα θό εισέλθω εις το σώμα της θυγατρός 
του βασιλέως της Νεαπόλεως. Τότε νά έ'λθης συ νά την θε- 
ραπεΰσης, και άφοΰ άμειφθής γενναίως, άφησε με πλέον 
ήσυχον». 

Ή δαιμονιώσα δέσποινα ιάθη προς μεγάλην εκπληξιν 
πάντων και ή φήμη τής ειδικής ικανότητος του χωρικού ήρ- 
χισε νά διαδίδεται, δτε μετ' ολίγον κατέστη γνωστόν δτι ή 
θυγάτηρ του βασιλέως Καρόλου τής Νεαπόλεως πειράζεται 
υπό φοβερού δαιμονίου. "Όλα τά μέσα και έκει ετέθησαν 
εις ένέργειαν, αλλ 3 άνωφελώς, εως δτου προσεκλήθη 6 "Ιω- 
άννης Ματθαίος, όστις και έθεράπευσε την πάσχουσαν. 
Άλλα καθ 3 ην στιγμήν επρόκειτο ν 3 άπέλθη ό Ροδερίγος 
του υπέμνησε τους δρους τής συμφωνίας, με τήν άπειλήν 
δτι εάν ήθελε τάς παραβή, θά τόνέτιμώρει και θάτόν εβλα- 



213 

πτεν δσον τον είχεν ωφελήσει. 

Ό Ιωάννης Ματθαίος, λαβών ώς άμοιβήν δια την τε- 
λευταίαν αύτοΰ θεραπείαν 50 χιλ. δουκάτα, εζη άνέτως εν 
Φλωρεντία;, δτε αίφνης διεδόθη ή φήμη δτι έδαιμονίσθη 
ή θυγάτηρ του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου του Ζ'. 
Εις μάτην δ Ισχυρός μανάρχης επεκαλέσθη την βοήθειαν 
των ιατρών εις μάτην κατέφυγεν εις τα ενδεικνυόμενα υπό 
της θρησκείας μέσα. Τα πάντα απέβησαν μάταια, εν δε μέ- 
σον ύπελείπετο ακόμη, να προσκληθή ό θεραπεύσας εκ 
παρομοίου δεινοί} την Θυγατέρα του βασιλέως της Νεαπό- 
λεως. β Ο βασιλεύς της Γαλλίας, επεμψεν απεσταλμένους εις 
Φλωρεντία ν, αλλ* ό Ιωάννης Ματθαίος τρέμων εκ του φό- 
βου του να εκτεθή εις την όργήν του δαίμονος, ήρνήθη, 
προφασιζόμενος άσθένειαν. Οι πρέσβεις του βασιλέως τότε 
άπετάθησαν προς τάς αρχάς της πόλεως, αί δποιαι ήνάγ- 
κασαν τον Ίωάννην Ματθαίον να ύπακούση. 

"Οθεν εκών άκων ό πρώην αγρότης μετέβη εις Παρι- 
σίους, προσεπάθησε δε να πείση τον βασιλέα, εκλιπαρών 
αυτόν, όπως τον άπαλλάξη από την επικίνδυνο ν δοκιμα- 
σίαν. Είπεν εις αυτόν δτι ναι μεν έθεράπευ ιεν άλλοτε με- 
ρικάς γυναίκας δαιμονιώσας, άλλ' όλα τα τοιαύτα πάθη δεν 
ήσαν ιάσιμα" δτι ιδιαζόντως το της θυγατρός του ήτο δει- 
νόν και δεν ισχύον κατ* αΰτοΰ εξορκισμοί και βασκανεϊαι' 
δτι ύπακοΰο)ν εις την βασιλικήν προσταγήν θ 3 απεπειρατο 
να θεραπεύση την πάσχουσαν, παρεκάλει δμως να τύχη 
συγγνώμτ]ζ> εάν ή απόπειρα του ήθελεν αποτύχει. 

Ό βασιλεύς δμως αποδίδων εις κακήν θέλησιν τάς προ- 
φάσεις του, έδήλωσεν εις αυτόν ρητώς δτι εν περιπτο'>σει 
αποτυχίας θ' άπηγχονίζετο. Ό ταλαίπωρος δε χωρικός ηθέ- 
λησε τότε να ΐδη τήνκόρην, με τον σκοπόν νά προσπαθήση 
νά εξευμένιση τον εντός αυτής δαίμονα, επικαλούμενος κρυ- 
φίως τήν εύ^πλαγχνίαν του* δθεν πλησιάσας παρέστησεν 



214 

εις αυτόν την δεινήν του άμηχανίαν, υπέμνησε τάς έκδου- 
λεΰσεις του και τον καθικέτευσε νά φΰγηάπό της κόρης, δια 
να σωθή καΐ αυτός. 3 Αλλ 5 ό Ροδερίγος ήτο αδυσώπητος. 

— Αχρείε και αχάριστε ! άνεφώ νησε μετά τριγμοί; οδόν- 
των* διατί έτόλμησες να ελθης πάλιν ενώπιον μου; δεν 
σ' έπλοΰτισα αρκετά ; Θα σου δείξω ποιος είμαι και θά συ- 
νεργήσω να κρεμασθής το γρηγορώτερον. 

Εις τοιαΰτην τρομεράν άμηχανίαν διατελών ό χωρικός 
έσκέφθη να καταφυγή εις ένα τέχνασμα δια να σωθή• Εί- 
πε ν εις τον βασιλέα δτι το βασανίζον την θυγατέρα του πο- 
νηρόν πνεύμα ήτο εκ των φοβερωτάτων, και δτι αϊ ευχαί και 
οι εξορκισμοί δεν ισχύον* δτι δε εν μόνον ακόμη ύπελείπετο 
τελευταΐον πείραμα, αλλά προς τούτο ήτο ανάγκη νά γείνη 
δ, τι αυτός ήθελεν υπαγορεύσει. Στέρξαντος δε του βασιλέως, 
είπε νά στηθή προ τοϋ ναού της Παναγίας μεγάλη εξέδρα 
στολισμένη με παραπετάσματα, επι της οποίας νά συνα- 
χθούν μετά του βασιλέως πάντες οι μεγιστάνες και άρχοντες 
της Αυλής με πολυτελείς στολάς και ό κλήρος με πολύ- 
τιμα άμφια, εν τω μέσφ δε τής εξέδρας νά έγερθή θυσια- 
στήριον' την Κυριακήν, δε μετά την τελετήν επισήμου λει- 
τουργίας ν' άχθη επί τής εξέδρας ή πάσχουσα. Εις μίαν 
γωνίαν τής πλατείας έπρεπε νά τοποθετηθή ομάς εξ είκοσι 
τουλάχιστον μουσικών, φερόντων τύμπανα, κΰμβαλ,α, σάλ- 
πιγγας και άλλα θορυβώδη όργανα, οϊτινες, μόλις αυτός από 
τής εξέδρας ήθελε δώσει το σύνθημα άφαιρών τον πΐλον 
του, ν 3 αρχίσουν εντονον συμφωνίαν, προχωρουντες ταυτο- 
χρόνως προς την εξέδραν. 

Τά πάντα παρεσκευάσθησαν καθώς αυτός άπήτησεκαι 
ή δαιμονιζομένη ήχθη επί τής εξέδρας, συνοδευομένη υπό 
δυο επισκόπων. Ό εντός αυτής φωλεΰων δαίμων βλέπων 
το συνηγμένον πλήθος και τήν παράταξιν ήπόρει και διε- 
λογίζετο : 



215 

— Τι αρά γε σχεδιάζει ο χωριάτης αυτός ; Μήπως θέ- 
λει να με κατάπληξη ; αλλ* εγώ είδα εις τον ούρανόν και εις 
τον "Αδην θεάματα άσυγκρίτως υπέρτερα. 

Δια τούτο όταν έπλησίασε περίτρομος δ 'Ιωάννης Ματ- 
θαίος, δ Βελφεγώρ άπετάθη προς αυτόν δργίλως. 

— Ελπίζεις, του είπε, να διαφυγής την δργήν την ίδι- 
κήν μου και του βασιλέως ; αλλά δεν θα το κατορθώσης, 
άθλιε! 

Ό Ιωάννης Ματθαίος πάλιν τον καθικέτευσε να τον 
εύσπλαγχνισθή, αλλ 3 εκείνος έ'μενεν ανένδοτος. Τότε άπηλ- 
πισμένος έδωσε το συμφωνηθέν σύνθημα. 

Βοή καταχθόνιος, συμφωνία τρομακτική θορυβωδών 
οργάνων άντήχησεν ευθύς και δ θόρυβος έφαίνετο προχω- 
ρούν προς τήν έξέδραν. 

— Τι τρέχει;... τι συμβαίνει]; ήρώτησεν^ό Ροδερίγος• 

— Τί τρέχει ;... άπήντησεν δ χωρικός, δεν το έμαθες £ 
ή σύζυγος σου μαθουσα δτι ευρίσκεσαι εδώ, έρχεται μετά 
μεγάλης πομπής να σε παραλαβή. 

Εμβρόντητος δ δαίμοον εκ τής τοιαύτης αγγελίας, χω- 
ρίς νά σκεφθή, χωρίς να έξετάση διόλου αν αυτή ήτο λογι- 
κή και πιθανή, κατελήφθη υπό τοιούτου δέους, ώστε πα- 
ραχρήμα άπελευθερώσας τήνβασιλόπαιδα έφυγε κατ 3 ευ- 
θείαν εις τον °'Αδην, προτιμών νά έπανέλθη προς τής τε- 
ταγμένης προθεσμίας καΐ νά ύποστή οιαδήποτε βασανιστή- 
ρια, παράλ'ά δοκιμάση τάς νέας δυσαρέσκειας, και τάς πλή- 
ξεις καΐ τάς δοκιμασίας του συζυγικού βίου. 

Αέν υποτιμώ τόσον τήν νοημοσΰνην τών αναγνωστών 
μου, ώστε νά προσθέσω και το έπιμΰθιον του χαριεστάτου 
μΰθου, το όποιον εΐνε αΰτόδηλον. "Αδηλον εΐνε μόνον αν 



216 

οι αμείλικτοι του "'Αδου κριται έπείσθησαν εκ της ακατα- 
μάχητου μαρτυρίας του Βελφεγώρ να μετριάσουν την 
αυστηρότητα των ως προς τους ατυχείς βροτούς τους 
σχόντας επί της γης την τΰχην τοΰ Ροδερίγου. Οι διερχό- 
μενοι το τριβολώδες στάδιον του συζυγικού βίου μίαν ή~- 
μέραν θα το μάθουν ες άπαντος. 



211 



ΖΗΤΩ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ! 

(1 897) 



Ό μπάρμπα-Νικολός, μπακάλης εν αποστρατεία, εξη- 
κοντοΰτης, δστις δια του ταγγοΰ βουτύρου, του δύσοσμου* 
ελαίου, της ψιλής ζάχαρης, άνακατευμένης με αλεύρι, των 
λιποβαρών σταθμών και μέτρων, δια των οποίων έκλεπτε 
θεαρέστως τον πλησίον, και δια του δηλητηριώδους βιδα- 
νίου, με το οποίον επότιζε τους διψώντας πελάτας του> 
μεταβεβλημένων πάντων τούτων τών ειδών εις λίθους τε 
και πλίνθους καιξΰλακαι κεράμους, — ουχί «ατάκτως ερριμ- 
μένα και διεσκοπισμένα, κατά το γνωστόν παράδειγμα του 
Συντακτικού, άλλα συνηρμολογημένα δεόντως δια χειρός 
του τυχόντος τοοναη, — έγένετο ιδιοκτήτης μικρού οικί- 
σκου εις το Βατραχονήσι και ζή με τα ενοίκια του και με 
το μικρόν περίσσευμα, το όποιον του άφήκεν η διαρκής 
παράβασις της έβδομης εντολής. 

Ό κύριος Έρμόλαος, γείτων του, κάτοικων αντίκρυ, 
προ ην σχολάρχης, όστις με τους άπομείναντας οκτώ εκ 
τών πρώην τριάκοντα δυο οδόντων του κοκκαλίζει την 
εκ δραχμών 108.60 μηνιαίαν σΰνταξίν του, και όστις, 
άφοΰ δκόρθωσε επί μίαν τριακονταετίαν την ράχιν των 
μαθητών του με τον βοΰρδουλαν, διορθώνει τώρα μόνος 
του τα παλαιά του υποκάμισα και κάποτε τους σολοικι- 
σμούς τών απλοϊκών γειτόνων του. Κατά τάς ώρας της άρ- 



218 

. 

γίας του, συμποσουμένας εις δεκαπέντε τουλάχιστον το 
ήμερονΰκτιον, άναγινώσκει τάς εφημερίδας, μασσα πασ- 
^ατέμπο και φιλοσοφεί. 

Οι δυο οΰτοι αποτελούν τα πρόσωπα του δράματος. 

Ό μπάρμπα-Νικολός το απόγευμα εξήλθε μ* ενα κάδ- 
δον πλήρη άναλελυμένης άσβεστου και με μίαν βοΰρτζαν, 
Ιπιχειρεΐ δε να εξάλειψη τάς επι του τοίχου της οίκίας του 
με κάρβουνον χαραγμένας τρεις έπιγραφάς, αΐ δποΐαι πα- 
<ται στεντορείοος άναβοοΰν : Ζήτω ό πόλεμος ! 

Ό κυρ Έρμόλαος μέ μειδίαμα 'Αμλέτου : 

— Τί κάνεις αύτοΰ, κύρ Νικολό ; 
Ό μπάρμπα Νικολός δΰσθυμος : 

— Τί κάνω;... νά, σβΰνω τής μουντζούρες αύεές πού 
μου γέμισαν τον τοΐχον οί παλαβοί. Αυτές δα η μουν- 
τζούρες μας έμειναν μονάχα! 

— Δεν κάνεις καλά, κύρ Νικολό. 

— ΤΙ λες του λόγου σου ! 

— Εκείνο πού σου λέγω εγώ. "Αν θέλης νά τάς σβΰ- 
^ς διά λόγους γραμματικούς, μέχρι τινός ημπορώ νά επι- 
δοκιμάσω την πράξίν σου. Αυτός ό τΰπος ζήτω εΐνε σό- 
λοικος "εις την παροΰσαν περίστασιν. Τί θά πή : ζήτω ό 
πόλεμος ; Θά πή νά ζήση ό πόλεμος* θά πή δτι ό πόλε- 
μος ήτο καταδικασμένος ν' άποθάνη και ημείς του χαρίζο- 
μεν την ζωήν. Το πήραμε από τους ξένους, δπως τά παίρ- 
νομε δλα ωσάν στραβοί, νίνβ λέγουν οι Γάλλοι* νίνα οί 
Ιταλοί 4 δός του κ 3 εμείς ζήτωΐ Οί "Αγγλοι δμως λέγουν : 
ΙΙιγθθ οΐιβατδ, ήγουν τρεις επευφημίας υπέρ του δεη'ος,επα- 
κολουθούμενα από τρία ονρρά. Οί Γερμανοί λέγουν 
Ιιοΐι ΗοΜ... 

— Αύτοι γαυγΰζουν το λοιπόν!... Σάματις δεν εΐνε σκυ- 
λιά οί αφιλότιμοι ; 

— Το σωστότερον θά ήτο νά ελέγαμεν; ξφη !... Αυτά 



219 

επρότεινε και ό Σκυλίσσης. Μάέλα τώρα, αφού έσυνηθίσα- 
μεν με το «ζήτω» όπου δεν πάει το «ζώη;... Φαντάσου να 
φωνάζουν: ζώη ό πόλεμος] 
— Ποιανού Ζώη ; 

— Νάτα !...Δέν σου τώλεγα εγώ ;... Ζώη εινε το τρί- 
τον πρόσωπον της ευκτικής του ένεστώτος τού ρήματος 
ζώ. Άλλ* ας εινε ! Αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τά 
καταλάβης του λόγου σου... ας ταφή σωμέ ν και ας ελθοο- 
μεν εις τάς επιγραφάς. Αυτήν πού εινε αριστερά, πού έχει 
το ζήτω γραμμένον με δμικρόν, ημπορείς και να την σβΰ- 
σης' διότι δεν εινε καλόν νά διαδίδεται ή αμάθεια καΐ ή 
ανορθογραφία" τις άλλες καλλίτερα νά τις άφήσης εκεί πού 
υπάρχουν. 

— Καλέ, με τά σωστά σου το λες αυτό, δάσκαλε ; ν* 
-αφήσω αυτές τις αηδίες εις τον τοΐχον του σπιτιού μου ; 

Μά για ποιο σκοπό, στο θεό σου ; 

— Τ Α ! μπάρμπα-Νικολό, εινε μερικά πράγματα, πού 
δταν κανείς δεν τά εννοη μόνος του, δύσκολα ό ά'λλος 
ημπορεί νά τον κάμη νά τά έννοήση. Θά προσπαθήσω 
μόλα ταύτα νά σου δώσω νά καταλάβης. Μ' ερώτησες τί 
σκοπόν έχουν αί επιγραφαι εις τον τοΐχον σου. Μάθε δτι 
κανένα πράγμα εις αυτόν τον κόσμον υπάρχει χωρίς σκο- 
πόν. Το μόνον πράγμα πού δεν θά εχη σκοπόν ύστερα από 
λίγο ν καιρόν, με την πολεμική άποζημίωσι και με τον 
"Ελεγχον, θά εινε το Κεντρικόν Ταμεϊον, διότι δεν θά 
εινε ανάγκη νά εχη σκοπόν... άπ' εξω. Προχθές επήγα 
νά πάρα) την σΰνταξί μου και μοΰ είπαν νά περάσω μετά 
δέκα ημέρες... Το κατάλαβες;... "Αλλ ας εινε* ας ελθωμεν 
εις την όμιλίαν μας. Το λοιπόν οι αρχαίοι Λατίνοι έλε- 
γαν : ν^τβα νοίαηΐ, δοηρΐα ηιαηβηΐ;. Έκατάλαβες ; 

— Πού νά καταλάβω ;,. Μηγάρις ξεΰρω εγώ φράγκικα; 
Νάσαν μαθές αρβανίτικα ,... κάτι σκαμπάζω άπ' αυτά, 



220 

γιατί έ'χω κάτι κουμπάρους στα Σπάτα... 

— Λοιπόν αυτό θα πί\ πώς τα λόγια πετάν, φεύγουν,. 
και τα γραμμένα μένουν. 

— Και τι σαν μένουν ; "Εχω κ εγώ κάτι βερεσέδια 
παλαιά άπο την πρώτη τέχνη μου, πού μένουν γραμμένα 
στά τεφτέρια* άλλα τι νά τα κάμω τά έρμα ; 

— Αξιόλογα* λοιπόν τά λόγια, αί ζητωκραυγαί, αΐ φωναί 
του ενθουσιασμού, τά λόγια τά παχειά, τά λόγια τά χονδρά 
πού μας έξεκούφαιναν προ του πολέμου τί εγειναν; πάνε, 
έπέταξαν* τον προορισμόν τους τον έκαναν, δεν είχαν λό- 
γον υπάρξεως πλέον* έσβύσθησαν, εχάθησαν μέσα εις την 
μεγάλην άβυσσον του μηδενός. Άλλ' αυτά πού εγράφη- 
σαν εις τους τοίχους τον προορισμόν των ακόμη δεν τον 
εξεπλήρωσαν* διά τοΰτο μένουν. Και χρησιμεύουν... ώί 
χρησιμεύουν, εννοιά σου! Είπες διά τά βερεσέδια σου 
προ ολίγου, κυρ Νικολό* λοιπόν καΐ αυτά εινε τά βερεσέ- 
δια της κοινής γνώμης. Έάν δεν εξοφληθούν, δεν διαγρά- 
φονται. Ή δΰναμις ή αόρατος, ή μυστηριώδης, ή οποία 
κυβέρνα και εφορα και άγει τά πάντα, ή όποια, λογική αυ- 
τή, πράττει ή ώθεΐ τους άλλους νά πράττουν έργα, τά 
όποια εις ημάς φαίνονται άλογα, αύτη ή δύναμις, της όποι- 
ας ημείς είμεθα ασυνείδητα όργανα, υπαγορεύει νά γραφτή 
διά χειρός ενός παιδιού μία επιγραφή εις τον τοΐχον. Διατι 
γράφεται; Και ποίος το γνωρίζει αυτό; Ήμεΐς νομίζομεν 
δτι εΐμε&α ό'ντα αυτοτελή, αυτούσια, αυτόβουλα, αυτοκί- 
νητα καΐ είμεθα άπλα νευρόσπαστα, δρώντα, σκεπτόμενα, 
κινούμενα κατά την ό'ρεξιν της μυριομόρφου Φύσεως, της 
Σειρήνος αυτής τής πάλιν τρόπου, ή οποία αλλάζει μορφήν 
«και σχήμα κάθε στιγμήν. Μόρια χαμένα μέσα εις τον ώκε- 
ανόν του αγνώστου, άγόμεθα καΐ φερόμεθα από τήν αιω- 
νίαν καταιγίδα, ήτις μας παραφέρει δπως παραφέςει τάς 
άμαρτωλάς ψυχάς ή λαϊλαψ εις το Ε' άσμα τής κολάσεως 



221 

του Δάντου. Ήμεΐς νομίζομεν οτι έμβαθΰνομεν εις τα μυ- 
στήρια της και δεν γνωρίζομεν τα τρία κακά της μοίρας 
-μας. Ρώτησε με έμέ, τον δάσκαλον. τί είναι θερμότης' θά 
σου απαντήσω μ 3 ενα όρισμόν από τον όποιον δεν θα κα- 
ταλάβης τίποτε, άλλ' από τον οποίον δεν καταλαβαίνω κ 3 
εγώ τίποτε. Διατί, κΰριε, εσύ που εχρημάτισες ταβερνιάρης, 
έξΰνιζε το ρετσινάτο σου; το διατι δεν το ήξευρες βεβαίως" 
ήξευρες μόνον, ό'ταν εξΰνιζε, να το διόρθωνες με ασπρά- 
δια αυγών καΐ με χίλιες δυο αηδίες, με τάς οποίας έφαρμά- 
κιζες τον κόσμον... 

— Και που το ξεΰρεις αυτό, κυρ δάσκαλε; Σάματις έδοκί- 
μασες καμμιά φορά το κρασί μου; 

— "Ανήθελετό δοκιμάσω, μπορεί και να μην ήμουν ζων- 
τανός να σου κουβεντιάζω τώρα... "Επεσε κάτω ενα μήλον 
καΐ ό Νεΰτοον έσκέφθη αμέσως: διατί το μήλον να πίπτη 
κάτω και να μη πηγαίνη επάνω; και εΰρηκε τον νόμον 
της βαρΰτητος. Μέγας άνθρωπος ό Ισαάκ Νεΰτων! άλλα 
ρώτησε τον: διατι υπάρχει αυτός ό νόμος της βαρΰτητος 
ποία δΰναμις τον εθέσπισε και ποιον σκοπόν έχει; Κόκκα- 
λο ό κύριος Νεΰτων! 'Ώστε το διατί μη το ρωτάς ποτέ. 
Καμμιά φορά ή Φΰσις, ή Πρόνοια, δπως θέλεις 'πές την, 
άφίνει επίτηδες ν 3 άνασΰροομεν μίαν άκραν, μίαν πτυχή ν 
«πό τον σκοτεινόν μανδΰαν του μυστηρίου, με τον όποιον 
καλΰπτει τά πάντα* και τότε ήμεΐς οι ξιππασμένοι, οι δοκη- 
σίσοφοι μένομεν χάσκοντες δι' οσα βλέπομεν. Μία μικρά 
βοτάνη του άγροΰ, χαμένη μέσα εις τήν πυκνήν βλάστησιν 
εν άκαρι, ή εν οποιονδήποτε μικροσκοπικόν έντομον χα- 
μένον μέσα εις τά φΰλλα παλαιού βιβλίου, ενα κουρέλι ρι- 
γμένον στα σκουπίδια, μία επιγραφή σ' ένα τοϊχον έχουν 
τον λόγον των εις το άπέραντον αυτό έργαστήριον της δη- 
μιουργίας* και καμμιά φορά εις τά κατάστιχα της ή βοτά- 
νη βαρύνει περισσότερον από τήν δρΰν την υψικάρηνον, τ<* 



222 

ακαρι περισσότερον από το ελέφαντα, το κουρέλι περισσότε- 
ρον από μίαν βασιλικήν άλουργίδα, ή επιγραφή περισσότερον 
από ένα πολύτιμον σύγγραμμα. Μία επιγραφή!... έτσι σου- 
φαίνεται. 'Αλλά το ξεύρεις, κύριε, δτι από τάς έπιγραφάς 
έμά'&αμεν τον πανάρχαιον αιγυπτιακόν και τον άσσυριακόν 
πολιτισμόν; δτι από αύτάς διεσαφηνίσ&η εις πολλά σημεία 
ή αρχαία μας ιστορία; δτι από τάς έπιγραφάς πού άνευρε- 
■θησαν εις τους τοίχους της Πομπηίας, ωσάν αυτή εδώ καλίχ 
ώρα, έμάθαμεν πολλά πράγματα του οικιακού βίου των Ρω- 
μαίων... ώς και δημοτικά τραγούδια των, σαν αυτό, παρα- 
δείγματος χάριν: 

Οιιίδ αχτιαί ναΐβαί, ρβι-^αΐ: φΐίδ ηβδοίΐ: ανηατβ, 
ΒΪ8 ΐαπΐατη ροι-ε&Ι: ηιιΐδφΐίδ αηιατε νεΐαΐ:. 

το όποιον σημαίνει: οπού άγαπα, νά χαίρεται* νά χαθη 
οποίος δεν ξέρει ν* άγαπα* και δυο φορές νά χαθή οποίος 
απαγορεύει τήν αγάπη. 

— Βρε τον ερίφη ! άνέκραξεν δ μπακάλης. 

Μεράκι πού λες, μπάρμπα Νικολό* αί έπιγρα- 
φαί διδάσκουν, το άκους ; Ενθυμούμαι δτι έβλεπα μίαν 
συχνά εις τήν γωνίαν κάποιου δρόμου* ήτο τό 
δνομα ενός υποψηφίου δημοτικού συμβούλου. Χωρίς νά 
θέλω, τό μάτι μου, οσάκις επερνοΰσα, εκαρφώνετο επάνω 
σ 5 αυτήν τήν επιγραφήν, ή οποία με λαδομπογιά γραμ- 
μένη έμενε διά πολύν καιρόν άνεξάλειπτος. Μετ' ολίγον και- 
ρόν άνέγνα>σα εις τάς εφημερίδας κατά σΰμπτωσιν δτι αυ- 
τός ό παστρικός κύριος κατηγορήθη επι πλαστογραφία Γ 
Νά, σύμβουλος, νά μάλαμμα ! ΚαΙ τότε εκατάλ,αβα διατί 
εμενεν αυτή ή επιγραφή άνεξάλειπτος' ήτο ένα είδος μυ- 
στικού συνοπτικού κατηγορητηρίου εναντίον του αξιότιμου 
αυτού υποκειμένου. "Ενα νεκρώσιμο ν παλαιόν κολλημένο ν 
εϊς τον τοΐχον, μένει πολύν καιρόν ενίοτε εις τήν θέσιν του* 



22& 

«'λλα, πλέον πρόσφατα, φθείρονται, σχίζονται, χάνονται, 
καλύπτονται* αυτό αντέχει. Αι, λοιπόν είμαι βέβαιος δη 
και εις αυτήν την περίστασιν κάτι συμβαίνει* δτι αυτός δ 
νεκρός συνδέεται ακόμη με την ζωήν, ενώ οι άλλοι έλησμό- 
νηθηααν" δτι εκείθεν, από τον σκοτεινόν κόσμον τών πνευ- 
μάτων, από τον όποιον κανείς ακόμη δεν έγΰρισεν όπίσο 
— αυτό το λέγει ό Σαίξπηρ, αλλά ποίος το ξεΰρει και αυ- 
τό ; — κάτι ψιθυρίζει ό άποθαμένος αυτός προς τους ζων- 
τανούς, έως δτου εΰρεθΓ; κανείς να καταλάβη τί λέγει, να 
συλλαβή μίαν σκέψιν σχετιχήν με αυτόν, και τότε το νεκρών 
σιμον δεν έχει πλέον λόγον υπάρξεως. "Ετσι εΐνε και με 
τον πόλεμον. Αι συμφοραί του, όσον μεγάλαι και αν ήσαν, 
έπέρασαν θά έλθουν άλλαι φροντίδες να εξαλείψουν τάς 
εντυπώσεις του* αλλά θά μείνη μιά επιγραφή εδώ ή άλλου, 
και εκεί όπου μετά καιρόν θά διέρχεσαι αφηρημένος, έξα- 
φνα Θά σου κτυπήση στά μάτια ή επιγραφή πού έγραψε 
ένα παληόπαιδο : Ζήτω ό πόλεμος !... το όποιον δεν ή-^ 
ξευρε διατί το έγραφε. Και τότε χωρίς νά Θέλης θά σκε- 
φθης: Τί πόλεμος και αυτός! 'Αλλά διατι έγεινε; πώς 
έγεινε ; τί πυρετός ήταν αυτός πού μας είχε καταλάβει ; 
'Αλλ* άρα γε έγεινε διότι τον ήθελήσαμεν, ή διότι έπρεπε 
νά γείνη ; Και αν ήτο πεπρωμένον νά γείνη από την δύ- 
ναμιν πού διευθύνει τά εγκόσμια, τότε θά 'πή πώς \\το ω- 
ρισμένον νά έχη αυτήν τήν έκβασιν όπου έλαβε. Και 
τότε τί τσαμπουνάμε ; Ποιος ξεύρει αν το λουτρόν αυτό 
του αίματος δεν ήτον άναγκαΐον διά τήν εθνικήν μας εύ- 
εξίαν ; Και αί δοκιμασίαι εΐνε νόμοι της φύσεως, δπως 
εΐνε ό παγετός του χειμώνος και το καύμα του θέρους. 
Μοιρολατρείτα ασιατική, θά μου 'πής. "Οχι! σου απαντώ" 
ούτε το μουσουλμανικό ν κιαμετ ακολουθώ, ούτε τήν βουδ- 
διστικήν αδράνεια ν πρευσβεύω. 'Αλλά πρέπει νά προσπαθή 
καθένας νά μαντει'η τους νόμους τους ανωτέρους, οι οποίοι 



224 

μας διέπουν, και να μη αντιτάσσεται κατ 3 αυτών, αλλά να 
χπωφελήται. Ημπορείς να εμπόδισης τόνκεραυνόν να πέση; 
οχι; ημπορείς δμως να προφυλαχθης μέτό άλεξικέραυνον.Ό 
κεραυνός, ή χάλαζα, α! επιδημίαι βλάπτουν, άλλα καΐ άπο- 
καθαιρούν. Ό αϊώνιος σκοπός της προόδου, της τελειοποι- 
ήσεως επιδιώκεται με άδυσώπητον αυστηρότητα* μερικά 
οντά, μερικά άτομα, δέκα, είκοσι, χίλια, θά καταστραφούν, 
άλλα θά ωφεληθούν άλλα τόσα, ίσως πλείονα, ίσως χιλιο- 
πλάσια* εΐνε ό νόμος της επιλογής. Και χίλια και δέκα χι- 
λιάδες αν καταστραφούν διά νά ωφεληθη εν και μόνον, 
αδιά<ρορον* ό λογαριασμός της φύσεως δεν επηρεάζεται* 
διότι αυτό το εν θα εΐνε ό εκλεκτός, ό μυστικός Ευφορίων, 
δ μέλλων δημιουργός καΐ γενάρχης ευνοούμενης γενεάς. 
Έως εκεί περιορίζεται ή ανθρωπινή αύτοβουλία' νά διά- 
γνωσης τους νόμους της ύπερτέρας δυνάμεως, νά τους πα- 
ρακολούθησης, νά συμμορφωθης μέ αυτούς και νά ωφελη- 
θής. 5> Αν δεν το πράξης, τόσον το χειρότερον διά σε* θά σε 
Λποσκκυβαλίση μέ την μεγαλυτέραν άδιαφορίαν καίθά φρον- 
τίση δι* εκείνους οι όποιοι εδείχθησαν νοημονέστέροί σου, 
«ξιώτεροί σου. 

Να σβΰσης τάς έπιγραφάς !... αυτά νά μη το πράξης 
καθόλου, κυρ Νικολό* δεν έχεις κανένα δικαίωμα. Διά κάθε 
πράγμα υπάρχει προωρισμένον το στάδιον καΐ ή διάρκεια. 
~*Ή πυραμις της Αιγύπτου θά ζήση τόσους αιώνας και ό 
μύρμηξ, ό όποιος σΰρει επιπόνως ένα κόκκον σίτου παρά 
την βάσιν του αφανής, θά ζήση τόσας ήαέρας. Τόσον θά 
ζήση ό πετεινός σου, κυρ Νικολό* τόσον θά βαστάξουν τά 
υποδήματα πού ήγόρασα σήμερα* τόσην ώραν θά σταθη 
εις το παράθυρον διά νά μιλήση μέ τον λιμοκοντόρον ή 
δούλα του κυρ Βασίλη αντικρύ, πού έχει βάλει εις άνα- 
«στάτωσιν ολόκληρη τη γειτονιά, ή ξετσίπωτη !...οΰτε ένα 
«λεπτόν περισσότερον, ούτε ένα όλιγώτερον. Και του λόγου 



22^ 



«σου πού έρχεσαι τώρα να σβύσης αύτάς τάς επιγραφάς 
πράττεις έγκλημα* διότι παρεμβαίνεις εσύ με την βούρτζάν 
<σου αύθαδώς εις τάς αποφάσεις του πεπρωμένου... 



Ό χύο Νικολός κρατών από την άκραν την λαβήν του 
'χρωστήρος, ό όποιος ήτο εμβαπτισμένος είς τό πυκνόν 
γαλακτώδες ύγρόν της άναλελυμένης άσβεστου, ήκροάτο 
προσεκτικώς την μακράν φιλοσοφίαν του σχολάρχου. Άλλα 
δεν ειχεν ούτος σχεδόν αποπερατώσει την τελευταίαν του 
φράσιν, δτε 6 χρωστήρ άποφασιστικώς άνυψώθη και με 
άδράν υδαρή ποσότητα άσβεστου επετέθη και εσβεσε τάς 
έπιγραφάς, 

— Τι έκαμες, μπαρμπα-Νικολό ! άνεφώνησεν ό κύριος 
Έρμόλαος. 

— Τι έκαμα ; άπήντησεν άταράχως με μειδίαμα σαρκα- 
οτικόν ό πονηρός πρώην μπακάλης* νά ! αυτό πού λες έκα- 
μα. Ποιος μ' έβαλε τώρα νά τά σβύσω ; Έγώ μόνος μου 
τό έκαμα ; όχι ! μ' εβαλεν ή Φύσις, αύτη ή ανωτέρα δΰνα- 
μις, πώς τή λες. Θά πή λοιπόν δτι καιρός ήτο νά σβυσθοΰν 
η επιγραφές. Τον προορισμόν τους τον εξετέλεσαν* προο- 
ρισμός τους ήτον νά μοΰ 3 πης του λόγου σου δλα αυτά τά 
πράγματα. Μοΰ τά είπες* τό λοιπόν δεν έχουν πλέον λόγον 
υπάρξεως. 

Και ό φιλόσοφος, κΰψας την κεφαλήν, εδέησε ν* άνα- 
γνοίρίση δτι ό παμπόνηρος γείτων του είχε πληρέστατα 
δίκαιον. 



15 



226 



ΤΟ ΒΕ ΟΒ ΝΟΤ ΤΟ ΒΕ 

(ΣυμβουλαΙ προς μέλλοντα αύτοκτόνον) 

Φίλτατέ μον 

Δηλαδή ιδού ακριβώς τι συμβαίνει. 

Έχει αληθώς ό βίος πολλάς θλίψεις και συμφοράς 
ύπερτέρας τών ανθρωπίνων δυνάμεων. Ξεΰρεις τί εινε, πα- 
ραδείγματος χάριν, έκειδπου βαδίζεις εϊςτήνδδόν Σταδίου 
να σου πατήση τον κάλον ένας απρόσεκτος διαβάτης; η να 
σε περιχΰση με το νερόν τνς λεκάνης εις ένα δρομίσκον συ* 
νοικίας κάποια νοικοκυρά από το παράθυρόν της άπροσέ- 
κτως και να σου καταστρέψη την φορεσιάν, την οποίαν διά 
παντοίων δρκων και υποσχέσεων έχεις αποσπάσει προ ολί- 
γων ωρών επί πιστώσει από τους γαμψούς όνυχας του ρά- 
πτου; η νά σου σπάση έξαφνα το κομβίον του υποκαμίσου 
την στιγμήν οπού ετοιμάζεσαι βιαστικά νά έξέλθης διά κα- 
τεπείγουσαν ύπόθεσιν, και δεν έχεις πρόχειρον βελόνην; η νά 
τελεκοση το πετρέλαιον της λάμπας σου, καθ 9 ην στιγμήν δ 
μπακάλης της γειτονίας σου κλείειτόέργαστήριόντου, ή δε 
γόνιμος φαντασία σου ανοίγει το ίδικόν της, διά νά σου υπα- 
γόρευση νά κατάστρωσες εις τον χάρτην τόνθησαυρόν τών 
σκηνών και τών επεισοδίων, επί τών οποίων στηρίζεις τον θρί- 
αμβον του κωμειδυλλίουσου;-διότι δεν αμφιβάλλω δτι και συ, 
ώς φιλότιμος μαθητής της τετάρτης τάξεως του Γυμνασίου , 



227 

γράφεις το επιβεβλημένον έκ της εθνικής προόδου εις πάν- 
τα έλληνα πολίτην κωμειδύλλιον. 

Δεν σου λέγω! εΐνε τω δντι φοβερά δεινά αυτά* όάνθρο)- 
πος αγανακτεί, εξανίσταται και εν τη παράφορα του θραύει 
ιδιοχείρως το νήμα της ζωής του, χωρίς νάνσμείνη νά του 
κάμη αυτήν την έκδούλευσιν ή "Ατροπος, και ρίπτει εις τήν 
άνυπαρξίαντό έλεεινόν αυτό σαρκίον, το προωρισμένον εϊ,ς 
τους απηνείς διωγμούς τής Ειμαρμένης. Διά τοΰτο θεωρώ 
και, εγώ άξιον άναοκολοπισμοΰ τον θηριώδη εκείνον κα- 
θηγητήν σου τής Γαλλικής, όστις, όπως μου γράφεις, α- 
πειλεί νά σε απόρριψη, διότι παρεμόρφωσες εις το θέμα 
σου ένα εύτελέσχατον εκεΐ ρΓΘΐέπί; άέίΐπί, και σε περιά- 
γει δι 3 αυτό το ελαφρόν σφάλμα εις την φρικώδη θέσιν του 
"Αμλέτου, νά συλλογίζεσαι και συ αν *άξίζη πραγματικές 
τον κόπον νά ζή κανείς εις τον κόσμον αυτόν, εις τον 
οποίον υπάρχουν τα κουνούπια, τά κραμβολάχανα και αϊ 
βαθμολογίαι τών καθηγητών. 

Δεν σου λέγω!;.. έχεις σχεδόν δίκαιον. 'Αλλά πάλιν έρ- 
χονται εις τον νουν μερικαί σκέψεις αντίθετοι, αί δποΐαι 
αναχαιτίζουν την πρώτην όρμήν. Αυτό το σαρκίον, το οποί- 
ον συντρίβομεν με τάς χείρας μας, ό'πως το παιδίον συντρί- 
βει το πρωτοχρονιάτικόν του άθυρμα, εΐνε αποκλειστική 
τάχα ιδιοκτησία μας; Αύτη ή ζωή την οποίαν ρίπτομεν 
εις την άνυπαρξίαν, δπως ρίπτεται αποτυχόν γύμνασμα 
πρωτόπειρου εις το καλάθιον τών αχρήστων τών δημοσιο- 
γραφικών γραφείων, μας ανήκει ; Χαμμίαν τάχα ύποχρέω- 
©ιν δεν εχομεν προς την μυστηριώδη γενεσιουργον δύνα- 
μιν, τήν εφορώσαν έπι τών ζώντων και δωρήσασαν εις η- 
μάς τήν ζωήν; Και αν παραβλέψωμεν τον νόμον τον ηθι- 
κόν, τον συνδέοντα ημάς μετά του κόσμου του κειμένου 
πέραν του τάφου, δεν ύπέχομεν αρά γε εν τω κόσμορ τούτω 
εύθύνας και καθήκοντα και άλληλεγγύην και προς τήν οι- 



228 

κογένειαν, μετά της οποίας ό δεσμός του αίματος μας επι- 
βάλλει να ταυτίσωμεν την τΰχην μας, και προς την κοινωνί- 
αν, της όποιας είμεθα μέλη, και προς την Πολιτείαν, της 
οποίας αποδεχόμενα την έποπΐείαν, ώστε αυτοβούλως νά 
προβαίνοομεν εις την κατά?.υσιν του βίου μας; 

Οι αρχαίοι τουλάχιστον ειχον ώς προς τοΰτο ιδέας σα- 
φεστέρας και όρθοτέρας. Και αν ό Δημοσθένης η ό Θεμι- 
στοκλής, ό ΚαΧων η ό Βρούτος, ηΰτοκτόνουν δια ν 3 απο- 
φύγουν την τυραν\ίαν η το όνειδος, έτεροι ευρισκόμενοι 
εις θέσιν δυσχερή, και φέροντες τον βίον ως φορτίον επα- 
χθές, αλλά μη πιεζόμενοι εκ της αμέσου ανάγκης, προέβαι- 
νον εις το εσχατον αυτό διάβημα μετά μείζονος περισκέψε- 
ως και ευλάβειας, άπηλλαγμένοι της ρομαντικής εξάψεως 
και τής νευροπάθειας των νεωτέρων χρόνων. Όσάκις δε 
ουμπέση ν 3 αναγνώσω εις τάς εφημερίδας ότι το δεΐνα 
μειράκιον ηυτοκτόνησε διότι το έπέπληξεν ό πατήρ του, η 
δτι ό δεΐνα νέος ετίναξε τα μυαλά του «διά λόγους φιλοτι- 
μίας» ενθυμούμαι περιστατικόν τι άναφερόμενον υπό του 
Δίωνος Κασσίου, το όποιον έτυχε ν 3 αναγνώσω. 3 Ιδού ή 
περικοπή ώς έχει εν τω Βιβλίω ΞΘ' § 9, βραχυτάτη δυστυ- 
χώς, διότι ελήφθη οΰχι εκ του κειμένου," μη. διασφζομένου 
κατά το μέρος εκείνο, αλλ 3 εκ τής επιτομής του Ξιφιλίνου : 
«Έν μεν τφ ετει έκείνφ ταΰτά τε έγένετο και ό Ευφρά- 
της ό φιλόσοφος άπέθανεν εθελοντής, έπιτρέψαντος αυτφ 
και τοΐ3 3 Αδριανου κώνειον και δια το γήρας και δια την 
νόσον πιεΐν». 

Το περίεργον τοΰτο χωρίον έκέντησε την περιέργειάν 
μου και ηθέλησα νά μάθω όποιος τις ή το ό φιλόσοφος 
αυτός, όστις εζήτει την άδειαν του αυτοκράτορος δια νά 
τερματίση τον βίον του, εΰρονδέ οδηγούμενος εκ των πα- 
ραπομπών τινας περί αΰτοΰ πληροφορίας. Πλίνιος ό νεώ- 
τερος εν τη Γ επιστολή του Α' βιβλίου του γράφων προς 



229 

τον "Ατριον Κλήμεντα πλέκει το έγκώμιον το περί ού ό 
λόγος σοφοΰ, το όποιον δεν παραθέτω όλόκληρον ώς λίαν 
μακρόν. Ό Πλίνιος, ως λέγει, έγνώρισε τον Εύφράτην 
εις Συρίαν κατά την νεότητα του και κατά την έποχήν των 
πρώτων αΰτοΰ εκστρατειών εκεί. Έκ τούτου και έκτου ονό- 
ματος αύτοΰ εικάζω ότι ό φιλόσοφος άνηκεν εις την μιγάδα 
εθνικότητα, την όημιουργηθεΐσαν κατά τά μέρη εκείνα της 
3 Ασίας διά του μακεδόνικου πολιτισμού. "Επειτα μετέβη 
εις Ρώμην, όπου "ίδρυσε σχολ,ήν φιλοσοφίας, διδάσκων και 
αναπτύσσουν τά δόγματα του θείου Πλάτωνος μετά θαυμα- 
στής εΰγλωττίας, τακτικός δέ ακροατής του ύπηρξεν ό Πλί- 
νιος. Χρηστότατος τά ήθη, άνεπίληπτος τον βίον, πράος 
και εΰπροσήγορος, πατήρ τριών τέκνων εν αυστηρά αρετή 
παρ 3 αυτού άνατρεφομένο^ν, έχαιρε τήν κοινήν άγάπην και 
ύπόληψιν. Και το εξωτερικών του ήτο εν αρμονία προς τον 
ή'θικόν του χαρακτήρα* ήτο πάντοτε κοσμίως, αλλ 3 άνευ 
έπιδείξεοκ, ένδεδυμένος, ειχεν ανάστημα ύψηλόν, μορφήν 
έρασμίαν, κόμην μακράν και γενειάδα επίσης μακράν κατά- 
λευκον. «Πολεμει τήν κακίαν, κ η οΰχι τους κακούς* καθο- 
* δηγεΐ δέ τους άποπλανωμένους, χωρίς να τους όνειδίζη. 
» Και τηλικαύτη εΐνε ή των λόγων του γοητεία, ώστε και 
«άφοΰ πεισθή τ^ς εξ αυτών, επιθυμεί ακόμη νά τους άκούη 
*και νά πείθεται». Ταυ τα λέγει περί της διδασκαλίας του δ 
Πλίνιος, δστις παραπονείται εις τήν έπιστολήν του ταυτην, 
διότι το ύπούργημά του δεν του επιτρέπει ν 3 ακροάται συ- 
χνότερον αυτής, προτρέπει δέ τον φίλον του νά συχνάζη 
διά νά μορφοοθή και νά τελειοποιηθή, εις τήν σχολήν του 
Εύφράτου. 

Τοιούτος ήτο ό χρηστός άνήρ, όστις συνεπής εο)ς τέλους 
προς τάς αρχάς του παρέσχεν ΰστατον δείγμα τής προς την 
Πολιτείαν είΛαβείαςτου, ζητήσας και λαβών παρά τούήγε- 
μόνος του τήν άδειαν όπως πίη το κά>νειον και απαλλαγή 



230 

των δεινών του γήρατος και της νόσου. 

Ίο περίεργον δέ είνε τούτο, δτι ο Αδριανός, ο δώσας 
την ζητουμένην άδειαν, ο προσαγορεύσας τον θάνατον ολί- 
γον τι πρίν εκπνεύσγ) δια τών περίφημων στίχων : 

Αηιππιΐέΐ ν᧕ιι1α, βίαηάυΐα, 

δεν ήδυνήθη να παράσχη εις τον εαυτόν του το ευεργέτημα 
αυτό, το όποιον παρεΐχεν εις τους άλλους. Και ό Δίων διη- 
γείται άλλα/^οΰ της ιστορίας του τα έξης περιεργότερα : «... Ό 
» Σιλουανός και ό Φούσκος υπό Αδριανού άνηρέθησαν, 
» δπερ μαθών Σερβίλλιος λιβανωτόν και πυρ ητησε και θυ- 
» μιάσας έφη. Όπ μεν ουδέν αδικώ ύμεις, ώ θεοί, ΐστε* 
» αποθνήσκω δέ ώς τά μέγιστα άδικήσας* περί δέ Αδρια- 
» νού τούτο μόνον εύχομαι, ΐνα έπιθυμήσας άποθανείν μη 
» δυνηθη* δπερ εις έργον έξέβη' τάς νόσους γαρ και άνάγ- 
» κας μη φέρων Αδριανός ίαυτόν άποσφάξαι ήθέλησεν, 
» ώστε άναβοήσαντα ειπείν* *Ω Ζευ, πόσον κακόν έστιν 
» επιθυμούντα τίνα άποθανείν, μη τυγχάνειν !». 

Σημειωτέον δτι το παράδειγμα του Εύφράτου δεν είνε 
μοναδικόν εν τη ιστορία. Γνωστόν είνε δτι πολλαχοΰ της 
Ελλάδος ύπηρ;(ον κατά την αρχαιότητα νόμοι άπαγορεύ- 
οντες την αύτοκτονίαν κοιι επιτρέποντες μόνον αυτήν εις 
εκείνους δσοι ηθελον αποδείξει ενώπιον τών αρχόντων δτι 
ειχον εΰλογον αίτίαν να προβούν εις το διάβημα τούτο. Εις 
τους παραβάίας άπηγορεΰετο ή ταφή, έδημεΰοντο δέκα! τά 
υπάρχοντα των, κατά το λέγειν του Κοϊντιλιανού. Έν Μασ- 
σαλία δέ, καθά αναφέρει ό Βαλέριος Μάξιμος, έφυλάσσετο 
μεταξύ τών δημοσίων πραγμάτων κα! το κώνειον, το πα- 
ρεχόμενον υπό της Πολιτείας εις τους Θέλοντας ν 3 αυτοκτο- 
νήσουν, άφοΰ ηθελον αποδείξει δτι είχον σοβαρόν προς 
τούτο λόγο ν. 



231 

Αυτή εΐνε ή γνώμη και ή συμβουλή μου ως προς το 
πρσκτέον παρά σου. "Εχει βέβαια συμφοράς ό βίος και μι- 
κράς και μεγάλας* αλλ 3 ό άνθρωπος οφείλει νά υφίσταται 
αύτάς μετά καρτερίας και μεγαλοψυχίας, πριν προβη δε εις 
τά έσχατα, δέον ν 3 αναλογίζεται τάς υποχρεώσεις αύτοϋ και 
τα καθήκοντα προς τους ομοίους του, δπως διδάσκουν τά 
ιστορικά παραδείγματα, άτινα προανέφερα. Έάν παραβλέ- 
πων αυτά θέλησης νά φανης σκληρός προς τον εαυτόν σου 
*αι προς το μέλλον σου, απάνθρωπος προς τους γονείς και 
τους οικείους σου, άστοργος και αδιάφορος προς την κοι- 
νωνίαν, άπειθής προς τάς ήθικάς υποχρεώσεις τάς οποίας 
έχεις προς την πατρίδα σου, τότε έπίτρεψέ μου νά σου εϊπα> 
δτι δεν εΐσαι Ευφράτης, αλλά Τίγρις. 

'Έρρωσο ! 



ΤΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ 



Αυτήν την φοράν μαρτύρομαι κατά Θεοΰ του ζών* 
η:ος δτι το παρόν έργον δέν εινε προϊόν της κεφαλής μου, 
αλλά των ποδών μου. Και ιδού πώς : 

ν Ετυχε ν 3 αγοράσω ενα ζευγάρι υποδήματα καινουργή* 
άλλο τάναθεματισμένα θα εΐχον, φαίνεται, γεννηθή υπό κα- 
κόν και δλέθριον άστερισμόν. Μ 3 εστένευαν ωσάν στρεβλή 
των αρχαίων βασανιστηρίων, κα\ οι κάλοι, τοίς οποίους 
φέρω κατά θείαν οικονομίαν εις τά άκρα τών ποδών, άφι- 
*ναν πολλάκις της ήμερα; άλγεινάς κραυγάς διαμαρτυρίας. 
Τά έβαλα στο καλαπόδι επανειλημμένως, αλλά από το πολύ 
«φίξιμον έπαθαν έκεϊνο όπου πάσχουν δλατά πράγματα — 
εκτός του ελληνικού λαού — δταν στενοχωρηθούν υπέρ το 
δέον* διερράγησαν. Εδέησε τότε να προστεθούν εις τά 
διερρηγμένα μέρη έμβαλλώματα, αλλ 5 επειδή και πάλιν ήσαν 
αφόρετα, είπα νά χαράξουν έντομάς εις το σκύτος δια να 
δοθη τουλάχιστον ελευθερία εις τους κάλους, οι όποιοι ως 
άπαρτίζοντες μέρος του άνθρωπου, δικαιούνται και αύτοι 
νά μετέχουν τών ελευθεριών δσαι διά της περιβόητου 
προκηρύξεως του 1789 άνε/νωρίσθησαν εις το άνθρώπινον 
γένος. Αι έντομα! δμως εγειναν αφορμή νέων ρηγμάτων 
και επειδή υπάρχει αλληλεγγύη και εις τά παπούτσια, ήρ- 
χισαν και τά πέλματα νά δεικνύουν τάσεις διαρρήξεως, ενφ 
τά τακούνια, διαφωνήσαντα προς άλληλα, εστράφησαν κατ* 
αντίθετον διεύθυνσιν. 



23£ 

— Μπαρμπα-Μιχάλη, είπα προς τον γέροντα μπαλλω- 
ματήν της συνοικίας μου, δστις ειχεν έπιληφί)ή της -θερα- 
πείας των κατηραμένων υποδημάτων καθ' δλα ταΰτα τά 
•τάδια της ανταρσίας των, βλέπω δτι χάνομεν αδίκως τον 
κόπον μας. Εϊς αυτόν τον τόπον, δπου διορθώνονται τά 
πάντα και δπου ένδεχόμενον να διορθωθούν και αυτά τά 
©ικονομικά του Κράτους χάρις εις την φιλοπατρίαν των 
πολιτικών μας, μόνα ίσως αυτά τά παπούτσια μου δεν μπο- 
ρούν νά δορθωθοΰν. Έγώ λέγω νά τά πετάξω και νά τε- 
λειών ωμεν. 

— Θεός φυλάξοι ! άπήντησεν ό μπαλλωματής. Μη τά 
κάμης αυτό, γιατί ημπορεί νά σου συμβη κανένα κακόν. 

— Και τί κακόν άλλο μπορεί νά προέλ-θη από τά παπού- 
τσια, είπα έγώ άπορων. Το πολύ πολύ νά σακατευθουν τά 
πόδια εκείνου πού τά φορεί, η, εάν δεν τά πλήρωση, νά τον 
ϊνάξουν εις το ΕΙρηνοδικεϊον. 

— Ημπορεί νά πάθη χειρότερα, εΐπεν ό μπάρμπα — Μι- 
χάλης άποφθεγματικώς, σείων την κεφαλήν. 

Έγνώριζα δτι ό μπαλλωματής μου ήτο όπωσοΰν φιλό- 
σοφος. Κΰπτων δλην την ήμέραν επί παλαιών και έφθαρ- 
μένω ν υποδημάτων, ένέτεινεν δλας τάς διανοητικός δυνά- 
μεις περί την διόρθωσιν τών αντικειμένων αυτών, ελεεινών 
λειψάνων παλαιάς εύκλείας και μαρτυρίων της ματαιότητος 
τών εγκόσμιων, εκ της συναντήσεως δε αυτής τών χειρών 
μετά τών απαραιτήτων εφοδίων τών ποδών του πλησίον 
έπρόκυπτεν ό σπινθήρ της σκέψεως, ό διαφωτίζων το πνεΰ- 
μα περί την έπίλυσιν τών ζοφερών ζητημάτων της ζωής. 
Εννόησα λοιπόν δτι κάτι ήθελε νά μου διηγηθη. 

— Και σάν τί χειρότερα ; ήρώτησα. 

— "Ακουσε Ινα μυθον, μου απήντησε. 

Και ηρχισε την διήγησίν του. 



234 



Ήτο μίαν φοράν εις την Βαγδάτην ένας έμπορος φι- 
λάργυρος δσον δεν έστάθη κανένας άλλος εις τον κόσμον. 
Ή κακομοιριά του εφαίνετο προ πάντων από τα παπού- 
τσια του* δέκα χρόνια τα φορούσε ο αθεόφοβος καΐ δεν 
άπεφάσιζε να τα παραίτηση, αλλά έβαζε φόλλα στην άλλη 
φόλλα και πάτον στον άλλον πάτον, ώστε έκατάντησε ένα 
πράγμα χωρίς σχήμα και είδος και καντάρια στο βάρος. 
— Χαρά στους μπαλλωματήδες του καιρού του! άνέκραξα 
διακόπτων αυτόν. 

■ — Δεν θάπαιρναν και μεγάλα πράγματα οι φουκαράδες από 
τέτοιο γρουσούζη!... "Ας εΐνε!... "Ετυχε μίαν ήμέραν να του 
παρουσιασθη ευκαιρία ν 3 άγοράση μεγάλην ποσότητα μυ- 
ρωδικών μισοτιμής —αγόρασε κ 3 έπωλοΰσε, βλέπεις, μυρω- 
δικά αυτός ο βρωμιάρης! αυτά εΐνε τά παράξενα του κό- 
μου, κ 9 έκέρδισε πολλά χρήματα. "Αποφάσισε τότε, επειδή 
τον ενοχλούσαν με τάς παρατηρήσεις των οι δικοί του και 
οι φίλοι του, νάλλάξη τά παπούτσια πού έφοροΰσε, επειδή 
ήτο ντροπή πειά, και νάγοράση ενα καινούργιο ζευγάρι" 
αλλά πάλιν έμετανόησε. «Βαστάνε ακόμη τά παπούτσια» 
είπε με τον νουν του* ας κάμω τώρα ένα λουτρό ν μοναχά, 
πού έχω τόσον καιρό νά λουσθώ, κ 3 έτσι ξοδεύω λιγώτερα». 
Έπήγεν εις το λουτρόν, έλούσθη και δταν εφόρεσε τά κου- 
ρέλια του κ 3 έβγήκεν έξω, εύρήκε εις τήν θύραν τής καμπί- 
νας σιμά εις τά ιδικά του τά ελεεινά ένα ζευγάρι παπούτσι* 
καινούργια, κομψά, παστρικά. Έσυλλογίσθη δτι οι φίλοι 
του ηθέλησαν νά του κάμουν αυτό το χάρισμα με τρόπον* 
εφόρεσε λοιπόν τά καινούρ/ια και άφησε τά παληά εϊς τήν 
θέσιν των. 

Κατά κακήν του τύχην δμως τά καινούργια παπούτσι* 



235 

ήσαν του κατή της Βαγδάτης, ό όποιος είχε πάει εκεί να 
λουσθή την ιδίαν ώραν. 'Όταν αυτός έβγήκε άπό το λου- 
τρόν και εύρήκε άντι τών ιδικών του τα περίφημα παπού- 
τσια του φιλάργυρου, εθύμωσε φοβερά, τον προσεκάλεσε 
και άφοΰ τον ύπεχρέωσε να του τα έπιστρέψη και τον επί- 
πληξε αυστηρότατα, τον έφυλάκισε και επι πλέον τον κατε- 
δίκασε να πλήρωση βαρύ πρόστιμον, με το όποιον θα 
ημπορούσε ν 3 άγοράση είκοσι ζευγάρια παπούτσια. 

Λυσσασμένος δια το πάθημα του ό 'Αμπού — Καρέμ, 
έτσι τον έλεγαν τον φιλαργυρον — επήρε τα παπούτσια 
τα παληά, τα όποια εγειναν αφορμή τής ζημίας του, 
και άπό την φοΰρκαν του άποφάσισεν επι τέλους 
να τα ξεφορτωθή* ήγόρασε ένα άλλο ζευγάρι καινούργια 
και τα παληά τα γρουσούζικα τα έπέταξε με θυ- 
μόν εις το ποτάμι. Πηγαίνουν μετά δυο — τρεις ημέρες με- 
ρικοί ψαράδες, ρίχτουν τά δίκτυα των να ψαρεΰσουν εις 
τον ποταμόν και αισθάνονται ενα μεγάλο βάρος. Τραβούν, 
τραβούν με χαρά νομίζοντες δτι έπιασαν κανένα ψάρι τρανό, 
και άφου τά απέσυραν βλέπουν μέσα τά παπούτσια τοΐ 
Άμπού — Καρέμ και τά δίκτυα σπασμένα άπό το βάρος και 
τά καρφιά. Πηγαίνουν στον κατή και παραπονούνται και ζη- 
τούν άποζημίωσιν. Ό δικαστής προσκαλεί τον φιλάργυ- 
ρον και τον αναγκάζει νά πλήρωση. Τί να κάμη ό κακομοί- 
ρης!... Πληρώνει, παίρνει τά παπούτσι* του και αποφασί- 
ζει νά σκάψη ενα λάκκο στον κήπόν του καινά τά θάψη βα- 
θιά στη γη, διά νά μη ξαναφανοΰν πλέον τάναθεματι- 
σμένα. 

"Ενας γείτονας του δμως φθονερός τον εΐδε πού εατκα- 
βε και πηγαίνει εις τον κατή ν και τον καταγγέλλει πώς βρήκε 
Θησαυρό στον κήπο του. Τον καλεί πάλι ό κατής και τον 
διατάσσει νά δώση στο Δημόσιο μέρος του θησαυρού π&ν 
.... δεν βρήκε ! 



29£ 

— *Όλοι βρίσκουν τη μπελά των από το κεφάλι των και 
«Γκός δ άνθρωπος τον βρήκε από τα πόδια του ! άνεφώνησα» 

— 'Έχει κι 3 άλλα! έξηκολούθη^εν ο μπρμπα — Μιχάλης" 
«τάσου ν' άκούτηςτί ετράβηξε ακόμη. Δια να ελευθερωθη 
τέλος πάντων από τα παπούτσια, απεφάσισε να τα ρίψΤβ 
κρυφά σε κάποιο μέρος άπόκεντρον, πού να μη τον ίδή κα- 
νείς. Πηγαίνει εις την εξοχήν, ευρίσκει μίαν τρύπαν εις το 
ύδραγωγεΐον κσί τα ρίπτει μέσα. Τα υδραγωγεία, δπως ξεύ- 
ρεις, στα μέρη μας, καίκαμμιά φορά καΐ στη Βαγδάτη, χρη- 
σιμεύουν ώς άποθήκαι δι 3 δλα τά άχρηστα πράγματα... και 
δι 3 αυτά τά ακάθαρτα ακόμη !.. Κατά κακήν του τύχην 
δμως ο μεγάλος δγκος των παπουτσιών έφραξε τον σωλήνα* 
το νερόν εσταμάτησε και δεν επήγαινε στην πόλι. Στέλνουν^ 
τεχνίτες νά ξετάσουν και βρίσκουν μέσα στο ύδραγωγεΐον 
τά παπούτσια του 3 Αμπού Καρέμ. Τον πιάνουν το φουκα- 
ρά και τον αναγκάζουν νά πλήρωση τά έξοδα τη; επισκευής 
και νέον πρόστιμον. 

'Απηλπισμένος πλέον δεν ήξευρε τι νά κάμη. Παίρνει 
τά βρεγμένα του.... παπούτσια και αποφασίζει νά τάκάψη* 
αλλά έπρεπε πρωτήτερα νά τά στέγνωση, διότι άλλέως, πο- 
τισμένα δπως ήσαν από το νερόν, δεν θα έκαίοντο. Τά έβα- 
λε λοιπόν επάνω στην ταράτσα νά στεγνώσουν στον ήλιο. 
Πηγαίνει ένα σκυλί, τά βρίσκε και αρχίζει νά παίζη με 
αυτά και νά τά σέρνη απ 3 εδώ κι 3 απ 3 εκεί, εως δτου ξε- 
φεύγει το ενα και πέφτει κάτω από την ταράτσα εις τον 
δρόμο ν. 'Έςυχε νά διαβαίνη εκείνη ν την στιγμήν μιά γυ- 
ναίκα με το μωρό της* το παπούτσι πέφτει επάνω της μέ 
δλον του το βάρος και σπάζει το κεφάλι της και πληγώνει 
και το μωρό. Τρέχει στον κατή κλαίοντας ή γυναίκα, πιά- 
νουν τον καλόν σου τον Άμπού-Καρέμ καΐ τον υποχρεώ- 
νουν νά πλήρωση δ,τι χρειάζεται διά τήν θεραπείαν τής 
γυναίκας και του παιδιού της και νέον πρόστιμον διότι 



237 

άφησε τα παπούτσια του στην ταράτσαν και έσυνέβησαν 
Ιξ αιτίας του δυστυχήματα. 

Ό κακορρίζικος ό φιλάργυρος πέφτει στα πόδια του κα- 
τή με τα δάκρυα. £ 

— 'Αιιάν, κατή μου" πληρώνω αυτά, πληρώνω και πε- 
ρισσότερα* μά μία εΰσπλαγχνία σας ζητώ, κρατήστε αυτά 
τά παπούτσια, κομματιαστέ τα, κάψτε τα!... άλλα γλυτώστε 
με απ 3 αυτά, γιατί κοντεύω νά καταστραφώ. 

Ό κατής τον ελυπήθη στο τέλος κι εκράτησε τα παπού- 
τσια. Αυτά έπαθε ό 'Αμπού-Καρέμ' θά μου είπής τά έπαθε 
από τη μεγάλη φιλαργυρία του. Μά, αν δεν ήσαν τά παπού- 
τσια του, δεν θά έπάθαινε ολα αυτά. 

— Φίλε μου, είπα προς τον μπάρμπα — Μιχάλη, άφον τον ή- 
κροάσθη πρισδκτικός* ό μυθός σου εΐνε -θαυμάσιος και τόσον 
πειστικός, ώστε, ενώ έσκόπευα νά σου δώσα> αυτά τά πα- 
πούτσια στο χέρι καΐ νά σε αποστείλω σχή δουλειά σου, 
τώρα δεν θά σου τά δώσω. 

— Και τί θά τά κάμης λοιπόν; ήρώτησεν ό φιλόσοφος μπα- 
λωματής. 

« — Θά τά φυλάξω, απήντησα με τόνον έπίσημον, δια νά 
τά δώσω ως βραβεΐον εις εκείνον δστις ήθελεν εξηγήσει 
ποϊον σκοπόν έχουν εις την δημιουργίαν των δντων και των 
πραγμάτων οι κάλοι τών ποδαριών. ^/ 



238 



ΤΑ ΛΟΓΟΠΑΙΓΝΙΑ 



Έν πρώτοις δηλώ δτι άναλαμβάνων την υπεράσπισιν 
των λογοπαιγνίων δεν ανακινώ ζήτημα προσωπικόν. Έάν 
εινε αληθές, ως διατείνονται μερικοί φίλοι μου, δτι εγώ 
υπήρξα, αν ούχι ό εισηγητής, τουλάχιστον ό κυριώτερον 
συντελέσας εις την εξιν του λογοπαικτειν κατά την τελευ- 
ταίαν ταΰτην περίοδον της παρ 3 ήμΐν δημοσιογραφίας και 
της έλαφράς φιλολογίας, ετι άληθέστερον εΐνε δτι δσφ προ- 
βαίνουν τα ετη της ηλικίας μου αναλογίζομαι μετά δέους 
την άπολογίαν την οποίαν οφείλω να δώσω προ τού φοβε- 
ρού βήματος του Ύψιστου δι' αυτό το αμάρτημα μου. 

Πλην αν βαρυθυμώ δια την εΰθΰνην την οποίαν φέρω 
ώς προς την διάδοσιν των ζωηρών τούτων και ανυπότα- 
κτων Χαμινιώντής λογογραφίας, τα οποία έπικαίρως κά- 
ποτε, άναρμόστως άλλοτε προβάλλουν μυκτηριστικώς την 
κεφαλήν άναμέσον τών γραμμών της καθημερινής χρονο- 
γραφίας, αναπηδούν ως μικρά δαιμόνια επί τής σκηνής, 
είσχωροΰν ενίοτε ασεβώς εις τα; δικανικός ή τάς κοινοβου- 
λευτικός συζητήσεις, παρεμβαίνουν φορτικώς εις τάς κατ* 
ιδίαν συνομιλίας και προκαλούν το μειδίαμα, αλλά συνη- 
θέστερον την άγανάκτησιν, αφ 3 ετέρου δμως σφόδρα απο- 
στρέφομαι την επιτετηδευμένην άγέρωχον περιφρόνησιν την 
επιδεικνυομένην προς αυτά παρά μερικών σοβαρών ανθρώ- 
πων, οϊτινες εν ονόματι της σεμνότητος θα μετεβάλλοντο 
είς ανηλεείς Ήρώδας, έτοιμους να εξοντώσουν την γενεάν 



239 

των φιλοπαιγμόνων αυτών ζιζανίων, δια μόνον τον λόγον 
δτι δεν αισθάνονται εις το πνεΰμά των άρκετήν παραγωγι- 
κήν δΰναμιν προς γένεσιν και πολλαπλασιασμό ν αυτών. 

Τί τα θέλετε ! οι δμφακες της αλώπεκος του Αισωπείου 
μΰθου κοέμανται απ 3 αιώνων τώρα εις την άναδενδράδα 
των ποικίλων ανθρωπίνων αισθημάτων και δεν θα ωριμά- 
ζουν ενόσω υπάρχει εις και μόνος αντιπρόσωπος του γένους 
ημών επί της γης. 

'Ότι πρέπει να υπάρχουν και σοβαροί άνθρωποι εις 
αυτόν τον κόσμον εινε άναμφισβήτητον* χρειάζονται δια 
να χρησιμεΰη καν ή βαρύτης αυτών ως έρμα εις το σκάφος 
τοΰ πλανήτου μας κατά το άτελεύτητον αύτοΰ ταξείδιον 
άναμέσον του ατέρμονος πελάγους του αχανούς. 'Αλλά 
ποιος νόμος απαγορεύει την ΰπαρξιν τών ελαφρών και των 
αστείων ; Ποία διάταξις της Προνοίας, ήτις επιτρέπει την 
διαιώνισιν της άκαλήφης, τών επικήδειων λόγων, του τα- 
ραμά και τών ανωφελών κωνώπων, αποκλείει εκ της υπάρ- 
ξεως τα λογοπαίγνια ; 'Αλλά έχουν ταΰτα τους εχθρούς και 
τους διώκτας των, εξ ων τίνες μάλιστα άγαν επιφανείς, οϊτι- 
νες τα κατεδίκασαν και τα άπεκήρυξαν επισήμως ώς άσχο- 
λίαν άναξίαν τοΰ ανθρωπίνου πνεύματος. Πολύ καλά* ϊδοΰ, 
αναλαμβάνω δι 9 ολίγων ν 3 αποδείξω δτι έχουν επίσης και 
τους ένθερμους φίλους των και οπαδούς, εξ ων μερικοί 
υπήρξαν επιφανέστεροι τών αντιφρονούντων. 

9 * * 

* 

"Ας καταριθμήσωμεν πρώτον τους πολεμίους. 

Ό ποιητής ϋβΐιΐΐβ, άββάς και επομένως εκ συστήματος 
μισαλλόδοξος, διετύπωσε σαφώς το κατηγορητήριον εις τους 
Ιπομένους στίχους του : 



340 



Ι^€ οαΙεπΛουχ, βηίαηί: £α£β 

Όπ ηιαιιναίδ §"θύΐ: ει άε Γ οίδενεΐβ, 

Ι,ιιϊ να §•αβί1:αηί: (ϊαηδ δβδ (Ηδοουχδ ϋαι-οφίββ 

Όεδ ηοδ ]3.Γςοηδ ηοανβαπχ Ιεδ ΐεπτιβδ βςιιίνοηιιββ 

Εΐ δβ ίοπαηί: άβδ ρΙίΓαδ^δ 6Γ άεδ ηιοΐδ, 

ϋ' αη ΐεπη6 οβδΟΐΐΓ ΐαίΐ: ΐοηί Ρβ$ρπί άβδ δοίδ. 

Έπειτα ό τρυφερώτατος ποιητής ΑικΪΓβ ΟιέηίεΓ» 
ήπών : 

Ι^β Ιαηιΐδ ά (Ιβιιχ ίιτοηίδ, Γ Ιιέβέίό οαΙεηιβοιίΓ. 

5 Ακολούθως δ σοφός Βοΐδδοηαάβ, εκφρασθείς περί αυ- 
τών δυσμενέστατα. "Επειτα 6 μέγας συγγραφεύς του αΐώ- 
νός μας Βίκτωρ Ουγκώ, ό άποκαλέσας ποτέ αύτα : Ια 
ίιβηίβ άβ Ι 5 βδρπΐ: ς[ΐιι νοίβ* και τον δΰσφημον τούτον 
χαρακτηρισμόν προβάλλουν συνηθέστερον οι ενάντιοι ως 
ακαταμάχητο ν επιχείρημα. 

3 Αλλ 9 ως προς τον τελευταΐον τούτον μάρτυρα της κα- 
τηγορίας εχω πρόχειρο ν μίαν άντίρρησιν. Ό ένδοξος συγ- 
γραφεύς δεν υπήρξε πάντοτε τόσον αδυσώπητος προς τα 
ταλαίπωρα αυτά πλάσματα της έλαφρότητος, μερικαΐ δε 
από τάς πολλάς του δάφ\ας με αυτό το λίπασμα εκαλλιερ- 
γήθησαν. Δεν εχω το θάρρος να διεξέλθω πάλιν μετά τό- 
<σας δεκάδας ετών τους 'Α&λίους τον, διά να υγράνω, τους 
οτειρεΰσαντας, φευ, έκτοτε δακρυχόους αδένας μου με την 
(Γ?νάγνωσιν του αιθέριου έρωτος του Μαρίου και της Τιτί- 
κας, έρωτος δστις εΐνε ή διαστολή του παντός, δ ασπασμός 
τών αγγέλων., .και τα ρέστα, δπως άνεύρω και σημειώσ» 
τα ολισθήματα του επιφανούς μυθιστοριογράφου εις τ• 
ταπεινόν και χθαμαλόν στάδιον της φιλοπαιγμοσΰνης. Δν- 



241 

^ναμαι δμως να βεβαιώσω μεθ' όρκου δτι ταύτα δεν εΐνε 
ολίγα εις τα πεζά του ιδίως έργα. Και ώρισμένως εις το 
πνεύμα μου απομένει ή άνάμνησις δυο γρόνΦων (ήτοι δυο 
πιστολιών καλουμένων τότε γαλλιστι γρόνθων), τους οποί- 
ους δίδει η λαμβάνει, δεν ενθυμούμαι καλώς, ό Μάριος 
από ένα άστυνόμον. άλλα μάλλον λαμβάνει, διότι οι αστυ- 
νόμοι πάσης χώρας και πάσης εποχής δεν δέχονται συνή- 
θως γρόνθους, έστω και κατά λογοπαικτικήν εννοιαν, αλλά 
μάλλον φιλοδωρούν δι 3 αυτών με δλην των την κυριολε- 
ξίαν συχνάκις και άνευ αφορμής σπουδαίας τους συνταγμα- 
τικούς πολίτας. 



Άλλα και ως μη άνακόλουθον αν παραδεχθώμεν τον 
Ουγκώ, τί σημαίνει ή καταφορά αύτοΰ και των άλλων 
προμνημονευθέντων, απέναντι της κλίσεως και της συμπα- 
θείας, την οποίαν ετρεφον προς τά λογοπαίγνια άλλοι επί- 
σημοι άνδρες κατά πάσας τάς έποχάς ; 

Και πρώτον οι μεγάλοι φιλόσοφοι της ελληνικής αρχαι- 
ότητος δεν άπέστεργον νά τά μεταχειρίζωνται εις τάς συνδια- 
λέξεις των και τ αποφθέγματα των. Ό Αντισθένης προς 
το μειράκιον, το όποιον μέλλον νά φοίτα εις την οχολήν του 
τον ήρώτησε τίνων αντικειμένων είχε χρείαν διά τά μαθή- 
ματα, απήντησε ; «βιβλιαρίου καινού ("καΙ νον) και γρα- 
φείου καινού και πινα*ιδίου καινού». Του δε Διογένους του 
Κυνικού, όστις μεθ 3 δ?^ην τύν χυδαιότητα της διαίτης του 
ήτο το κατ* εξοχήν ββΐ εδρπί: της αρχαιότητος, άπειρα και 
χαριέστατα λογοπαίγνια αναφέρει Διογένης ό Λαέρτιος, εξ 
ών παραθέτομεν μερικά. 'Ιδών δυο Κενταύρους κάκιστα 
ζωγραφισμένους είπε : «Πότερος τούτων Χείρων εστί» ; 
*Ιδών μειρακύλλιον ίματιοκλέπτην εν τω βαλανείχο εΐπεν 

16 



242 

αΰτφ : «Έπ 9 άλειμμάτιον η επ 3 αλλ 5 ίμάτιον ; Δϊίξαντος: 
«ύτφ παιδαρίου μάχαιραν, ην είχε λάβει δια κακήν πρά~ 
ξιν, ειπεν : «ή μεν λεπϊ,ς καλή, ή δε λαβή αισχρά». Έν 
Μεγάροις ϊδών τα μεν πρόβατα εσκεπασμένα τοις δέρμασι, 
τους δε παίδας γυμνούς : Λυσιτελέστερόν εστίν, άνέκραξε, 
Μεγαρέως κρών εϊνε ή ή νίόν. Κιθαρωδόν τίνα άδόκι- 
μον, δν το άκροατήριον κατελίμπανε πάντοτε μόνον, προ- 
σεφώνησε λέγων : «Χαίρε, άλέκτορ!», του δε ειπόντος; δια- 
τί με καλείς οΰτω ; «δη, άπήντησεν, αδων τους πάντας 
εγείρεις». Ίδών ποτέ Όλυιιπιονίκην πρόβατα νέμοντα : 
«ταχέως, εΐπεν, ώ βέλτιστε, μετέβης από των Όλυμπίων 
επί τα Νέμεια». 

Φαίνεται δ' δτι τα πνευματώδη ταΰτα λόγια ετερπον 
τους Αθηναίους και έπανελαμβάνοντο συνεχώς καΐ μετε- 
δίδοντο από στόαμτος εις στόμα και από γενεάς εις γενεάν, 
δια να διασωθούν και αποταμιευθούν υπό των συγγραφέ- 
ων πολύ μεταγενεστέρων χρόνων. Ούδ' απορον εΐνε άλλως 
τε αν εις τάς Αθήνας, την κατ 3 εξοχήν πόλιν της κομψό- 
τητος και της χάριτος, ήσκεΐτο και εκαλλιεργειτο συν τοις 
άλλοις και ή ελαφρά αΰτη καΐ έπίχαρις του πνεύματος παι- 
διά, αΐ δε περιώνυμοι τοΰ Κεραμεικοΰ έταΐραι, αι διαπρέ- 
πουσαι ού μόνον επι κάλλει, άλλα καΐ επί ευφυΐα, ή Γνά- 
θαινα και ή Γλαυκή, και ή Λαΐς, και ή Γλυκερά, όλος εκεί- 
νος ο εσμός του αρχαίου άβΓηί-ιηοηάΘ, ο φαιδρός και ζωη- 
ρός και αμέριμνος καΐ στοομΰλος, δ εκπροσωπών τήν εύτρά- 
πελον και φιλοσκώμμονα τάσιν τών μάλλον μεμορφωμένων 
άλλα και μάλλον έκδιητημένων κοινωνικών τάξεων, δπως 
συνήθως συμβαίνει, ήσαν λίαν ήσκημέναι περί το λογοπαι- 
κτειν και πολλός εκ τών εύφυολογιών τ(ον διεφΰλαξεν δ 
Αθηναίος, παρά του οποίου παραλαμβάνω τά επόμενα. 

Ή Γνάθαινα προς άδόλεσχτον και φλΰαρον διηγοΰμενον 
δτι ήλθεν από τον Έλλήσποντον : «και πώς, εΐπεν εις αΰ- 



243 

τον, δεν έσταμάτησες εις τήν προς τά εκεί πόλιν ;» — Εις 
τίνα ; ήρώτησεν εκείνος άπορων. — Εις το Σίγειον, 
άπήντησεν ή εταίρα. 

"Αλλοτε πάλιν έστιώσα τους φίλους της, οϊτινες ώρέχθη- 
σαν να φάγουν βολβοφακήν, είδος φαγητού, συνισταμέ- 
νου εκ φακής και βολβών, διέταξε την παιδίσκην να παρα- 
-σκευάση το έδεσμα τούτο. Και επειδή ή λαίμαργος θεραπαι- 
νις έκρυπτε μέρος του φαγητού εις τον κόλπον της, ή Γνά- 
-θαινα, ήτις το εΐχεν άντιληφΟή, είπε : «φαίνεται δτι ?χει 
ακοπόν να τήν κάμη κολποφαχήν. 

"Αλλη εταίρα εύφυολόγος, ή Λεόντων, ε*φ ηΰωχεΐτα 
μετά του έραστοΰ της, είδε προσελθουσαν εις το συμπόσιον 
τελευταίαν τήν Γλυκέραν, έταίραν καλλίμορφον, τήν οποίαν, 
ως ευειδεστέραν αυτής, ήρχισε να περιποιήται ό εραστής. 
*Η Λεόντων τούτο ιδοΰσα εγένετο κατάστυγνος, προς τον 
€ραστήν της δέ, ερωτήσαντα αυτήν τι ?χει, απήντησε : «μ 3 
ενοχλεί ή υστέρα», υπονοούσα τήν ύστερον εισελθούσαν 
Γλυκέραν. 

Και Πτολεμαίος δέ, δ της Αιγύπτου βασιλεύς, ήρέσκετο 
εϊς τά λογοπαίγνια, ίσως ένεκα τών πολλών αύτοΰ σχέσεων 
προς τάς τοιαύτας ελαφρών ηθών γυναίκας. Εις τήν αύλήν 
αυτού διητάτο και ή εταίρα 'Ίππη, έραστήν της έχουσα 
Θεόδοτόν τίνα, επιστάτην τοΰ χόρτου εις τήν ύπηρεσίαν 
του βασιλέως. Πρωΐαν τινά μετέβη παρά τω Πτολευαίω 
με ιόν κώδωνα ανά χείρας ζητούσα οΐνον : «διψώ πολύ, 
εϊπε προς αυτόν άκκιζομένη:». «'Ίππη, ^Ιππη, απήντησε 
μειδιών δ Πτολεμαίος, απόψε, φαίνεται, θα έφαγες πολύν 
χόρτον». 

Ό γνήσιος δμως αντιπρόσωπος του δηκτικού και φιλο- 
λόγου πνεύματος τού αθηναϊκού λαού ήτο ό 'Αριστοφά- 
νης, ό φορτικήν κατάχρησιν ποιούμενος και τού είδους 
αυτού τής σατύρας κατά τα ς έμπαθεστάτας επιθέσεις του 



241 

εναντίον του Κλέοονος, του Σωκράτους, του Εύριπίδου και 
πάντων των εν τη τέχνη και τη πολιτική αντιπάλων του. 
Ή αθυροστομία και η βωμολοχία ετικρατοΰν εις τάριστο- 
φάνεια λογοπαίγνια* υπάρχουν δμως εις αυτά και τά σχε- 
τικώς σεμνότερα, εξ ών σημειώ, επί παραδείγματι, τά εις 
τους «'Αχαρνεις» πρίω και ποίων (στίχ. Βδ — 36), Γέλα 
(πυλις της Σικελίας) καΐ Καζαγέλα (στι/^. 606), το εις τους 
«Ιππείς» περί του Κλέωνος «Τώ χειρ 3 εν Αΐζωλοϊς, δ νους 
δ 3 εν Κλωπίδών» (στιχ. 79), τους Κορινΰίονς, αντί των 
ηόρέων εις τάς «Νεφέλας» (στιχ. 718)* και άφίνω ν 3 άνευρη 
άλλα πολλά δ βουλόμενος εις τάς λοιπάς του ποιητοΰ κω- 
μωδίας. 

Το λογοπαίγνιον ήκμασε και εν Ρώμη, δτε τά τραχέα 
ηθη εγένοντο άστικώτερα μετά την έλληνικήν έπιμιξίαν και 
ή πνευματική μόρφωσις λεπτότερα. Αϊ κωμφδίαι του Πλού- 
του ήδη βρίθουν λογοπαιγνίων. Ό Κικέρων ήτο έμμανής 
λογοπαίκτης, περίφημον δε εΐνε το ρηθέν παρ 3 αΰτοΰ περί 
του Κανινίου Ρεβιλίου (δστις διετέλεσεν ύπατος επι] μίαν 
μόνην ήμέραν, την τελευταίαν του ύπατικοΰ έτους) δτι 
ύπήρξεν ύπατος τόσον άγρυπνος, ώστε ουδέ μίαν νύκτα 
εκοιμήθη κατά το διάστημα της ύπατείας του. "Αλλοτε δε 
αγορεύων κατά τίνος πραίτωρος καταχραστοΰ, είπε προς τον 
ουνήγορον τούτου ρήτορα Όρτήσιον (δστις εις άμοιβήν της 
συνηγορίας του είχε ^άβει Σφίγγα έλεφαντίνην, και δστις 
προσεποιειτο δτι εύρισκε τάς κατηγορίας του Κικέρωνος 
αινιγματώδεις και ακατάληπτους) «Και δμως έχεις την 
Σφίγγα εις τον οίκον σου». 

Εις των αυτοκρατόρων της Ρώμης, δτε ή εξηχρειωμένη 
Σύγκλητος απένειμε δουλικώς εις αυτόν τους τίτλους του 
Δακικοΰ και Σαρματικοΰ και Πανονικοΰ δι 3 ανύπαρκτους 
θριάμβους, άνέκραξε μυκτηριστικώς' «Ώπζ αν ηθελον επι- 
χειρήσει έκστρατείαν εις την Λευκανίαν (Ι,αοαηία), ή Σΰγ~ 



245 

κλητος Φα με έπωνόμαζε και Καοαπίσαπα!» (ήτοι λουκάνικον), 
Ρωμαϊκόν λογοπαίγνιον εΐνε καΐ ό προς χαιρετισμόν 
αποστελλόμενος περίφημος αινιγματώδεις στίβος : Μίίίο ΐίβί 
ηανθίιι ΡτοΓα ριιρρίς[ΐΐ£ οαΓβηΐ^ιη, τουτέστι * «πέμπω σοι 
ναυν άνευ πρώρας και πρύμνης» διότι, αφαιρουμένου εκ 
της λέξεως Π3Λ Τ 6ΐη του πρώτου και του τελευταίου γράμμα- 
τος, απομένει ή λέξις &ν£, σημαίνουσα : Χαίρε. 



Κυρίως δμως το λογοπαίγνιον ήρθη εις περιο^πήν κατά 
τους νεωτέρους χρόνους. 'Απόπειραι λογοπαιγνίων, αν μί| 
λογοπαίγνια πλήρη, απαντούν εις την Θείαν Κωμωδίαν του 
Δάντου. Ό Σαίξπηρ δε εΐνε ακράτητος εις λογοπαίγνια* και 
αναφέρω δυο εκ των μεγίστων ποιητών του κόσμου, προ 
της μεγαλοφυίας των όποιων διαρκώς αποκαλύπτεται μετά 
θαυμασμού ό Ουγκώ. Ό Βύρων δεν το παρέβλεψε και ό 
Χάϊνε το έκαλλιέργησεν. 'Αλλά παρά τοις Γάλλοις, ιδίως 
από του προπαρελθόντος αιώνος, ή έξις του παίζειν δια τών 
λέξεων και εις την δμιλίαν και εις τον γραπτόν λόγον κα- 
τήντησεν αληθής μανία. "Ηδη δ Ραβελαι είχε κάμει μεγά- 
λην αύτοΰ χρήσιν. Κατόπιν ό Βολταΐρος, ασυνεπής και 
αυτός, διότι αυστηρώς ε;εφρ«σθη περί του λογοπαιγνίου, δ 
Πιρο)ν, δ Βωμαρσαι και πλείστοι άλλοι σύγχρονοι αυτών 
συγγράφεις, μετεχειρίζοντο συχνά τά λογοπαίγνια προ πάν- 
των εις τά πνευματώδη επιγράμματα των. 

Εις την αύλήν του Λουδοβίκου ΙΕ' καΐ Λουδοβίκου ΙΓ' 
το λογοπαίγνιον εσπινθήριζεν εις το στόμα τών αυλικών 
και τών ανεπτυγμένων. Διασημότατος κυρίως δια τά λογο- 
παίγνια του έγένετο δ μαρκήσιος Όβ ΒίένΓο, του οποίου 
κατά εκατοντάδας αναφέρονται τά αφόρητα αληθώς γλωσ- 
σικά πραξικοπήματα. Μεταξύ τών άλλων, οτε δ δεύτερος εκ 



246 

των δυο ανωτέρω μνημονευθέντων ηγεμόνων τον προσεκά- 
λεσε να κάμη εν λογοπαίγνιον και δι 3 αυτόν, απήντησε με 
λογοπαικτικήν ετοιμότητα* Ι,ε γοι η'βδί; ρ&δ υη δΐ^βΐ. Το 
τελευταΐόν του διέπραξε κατά την στιγμήν του θανάτου του 
εν τη πόλει Σπα, ένθα ετελεύτησε. Κατά τήν εσχάτην τον 
στιγμήν, ενφ έψυχορράγει, οι φίλοι του τον ήκουσαν ψιθν- 
ρίζοντα* «Μαίδ αιπίδ, ]ε η 3 βη ναίδ ά& οε ραδ (αλλά και 
άε δρα). 

3 Από της εποχής εκείνης άπέκτησεν ίσως τήν προς τα 
λογοπαίγνια άκατάσχετον κλίσιν και ό τότε φαιδρός εταίρος 
των εν Τριανών εορτών, ύστερον δε βασιλευσας Λουδοβίκος 
ό ΙΗ'. Ακόμη και κατά τήν διάρκειαν τη; αίματηράς θυέλ- 
λης της Γαλλικής Επαναστάσεως ήκούετο εν τω μέσο,) τον 
γόου των θυμάτων και του δοΰπου της καταπιπτούσης κο- 
πίδος της λαιμητόμου ό φαιδρός του λογοπαιγνίου κρότος. 
Ό Ναπολέων δεν τα ήγάπα, ως» λέγουν τά εθεώρει ίσως 
πολύ αριστοκρατικά και επομένως άπάδοντα προς τήν δη- 
μοκρατική ν του δυναστείαν. 3 Αλλ 3 ό μέγας στρατηλάτης πο- 
λέμων καθ* όλης της Ευρώπης δεν εϊχε βέβαια καιρόν να 
επιχειρή πόλεμον και κατά του λογοπαιγνίου, το όποιον ηΰ- 
ξανε και εκραταιούτο υπό τήν σκιάν του θρόνου του. Τότε 
συνίστατο το Ο αϊ) (3βδ Αηοδ (είδος τι του προ ετών σν- 
σταθέντος ενταύθα υπό ζωηρών και εύθυμων λογίων Συλ- 
λόγου τών Εισαγγελέων), του οποίου εκαστον μέλος ιιιεπι- 
Ιοταηβ (=ηΐ£Πΐΐ3Γ6 αηβ), μετεΐχον δέ αύτοϋ άνδρες σοβαρώ- 
τατοι, μεγάλα κατέχοντες αξιώματα εις το Κράτος και εκ τών 
μάλιστα άφωσιωμένων εις τον μέγαν δυνάστην. 3 Αναφέρω 
εξ αυτών τον δαφνηστεφή στρατάρχην Ι^αηηβδ, πρόεδρον 
του Συλλόγου, τον επιφανή σοφόν Μο秕€, καλοΰμενον, 
κατά το εν τω περιέργω έκείνφ σωματείο) επικρατούν σύστη- 
μα Αηαΐίδθ, επειδή ή σύζυγος του ώνομάζετο Λίζα (!). τον 
περίφημον άββάν, (τγθ§όπ*6, τον διαπρέψαντα κατά τήν Έ- 



247 

θνοσυνέλευσιν, καλοΰμενον δε εν τφ Συλλόγω Αη&βαρίήδΐο, 
επειδή ό πατήρ του έλέγετο ]ε&η Βαρίΐδίε (!!). 

"Εκτοτε ό ρους του λογοπαιγνίου δεν άνεκόπη, εως δτου 
εισήλασε θριαμβευτικώς και ένεθρονίσθη εις την καθημερι- 
νήν χρονογραφίαν. Το έτίμησεν ό μέγας Βαλζάκ' το μετε- 
χειρίσθη εΰφυώς ό κλεινός ζωγράφος Κάρολος Βερ\έ. Μέ- 
γας αΰτοΰ απόστολος ύπήρξεν ό έξοχος νομομαθής Δυπέν ό 
πρεσβύτερος, δστις και το εισήγαγεν επισήμως εις την Βου- 
λήν, της όποιας διετέλεσε πρόεδρος επί της βασιλείας του 
Λουδοβίκου Φιλίππου. 

Τα λογοπαίγνια του χαριτολόγου τούτου προέδρου έμει- 
ναν περιώνυμα. Λυτός ήτο ό ειπών δτι το βήμα της Βουλής 
ομοιάζει με φρέαρ,διότι ψιαηά υη 863.11 (ΙβδΟΘπά, ιιπ αιιΐχβ 
Γβιηοηίχ. (Ή άστειότης έγκειται εις την λέξιν δβαιι, ήτις 
σημαίνει κάδδον, προφέρεται δε δπο3ς και ή λέξις δοί, ση- 
μαίνουσα τον μωρόν). "Αλλοτε δε πάλιν πείσας βουλευτήν 
τίνα ονόματι "Αβραάμ, μακρηγοροΰνταδέ από του βήματος, 
νά συντόμευση την άγόρευσίν του και ίδών έπειτα διαδεχό- 
μενον αυτόν έτερον ρήτορα άπεραντολόγον όνομαζόμενον 
Ι,ΣίΟΓοίχ, άνεφώνησε περιλΰπως : «Έπροκάλεσα λοιπόν τήιτ 
θυσίαν του "Αβραάμ, δια νά υποστώ το μαρτΰριον του Ι,α.- 
ογοιχ! (όν. Ια θΓθίχ==τοΰ σταυρού). Έπιτυχέστατον επίσης 
εΐνε, ει και αρκετά παρακεκινδυνευμένον, το ρηθέν παρ* αυ- 
τού εν πλήρει συνεδριάσει περί τίνος βουλευτού καλουμένου 
Ρβίοα, δστις έζήτει ακαταπαύστως τον λόγον. II ί&Μϊ % άνέ- 
κραξε στενοχωρηθείς, ηιΐ8 ηιοπδίΘΐΐΓ Ρέΐοα ρ^ΐ"ΐ€ ! ΚαΙ ή 
Βουλή σύσσωμος μετά ηχηρών γελώτων άνεβόησε : ζ}Η 3 ίΐ 
ραιίε .! ^μι ^ ^1 ραιΊβ ! Οι γνώσται της γαλλικής γλώσσης θά 
άνεΰρουν τήν έςήγησιν του λογοπαιγνίου εις την διαίρεσιν 
του ονόματος του βουλευτού. 

Το λογοπαίγνιον τοσούτον έξετιμάτο και ηύδοκίμησεν 
1ν Γαλλία, ώστε τινές τών συγχρόνων πολιτικών αυτής αν 



218 

δρών δι' αύτοΰ ήρχισαν το στάδιον της εαυτών επίσημο— 
τητος. Ό πολλάκις πρωθυπουργεΰσας κατά τα τελευταία 
ετη του λήξαντος αιώνος "Βχβγάήεί έγένετο γνωστός το πρώ- 
τον δια μιας λογοπαικτικής εΰφυολογίας, άποκαλέσας τους 
λογαριασμούς τού βαρώνου 'Ωσμάν, του διασήμου νομάρ- 
χου επί της Δευτέρας Αυτοκρατορίας, του εξωραΐσαντος 
τους Παρισίους, άλλα δι 5 άφειδους δαπάνης πολλών εκα- 
τομμυρίων ; Οοηιρΐίδ ίαπί^δΠ^ιιεδ ά* Ηααδδίτιαηη, πα- 
ρφδών τον τίτλον του γνωστού βιβλίου του γερμανού συγ- 
γραφέως : Οοηί^δ ίαηίαδβφΐΘδ ο' Ηόίίηιαηη. 

Πόσον δε το λογοπαίγνιον εϊσεχώρησε βαθέως εις τάς 
έξεις του γαλλικού λαού, μαρτυρεί χαρακτηριστικώς το 
άναφερόμενον υπό του ακαδημαϊκού ΤΙαϊόν/ εν τφ βιβλίφ 
αύτοΰ 1/ Ιηναδίοη. 'Ότε τάς πρώτας ημέρας μετά την 
εναρξιν τών εχθροπραξιών κατά το 1870 μέρος τού γαλλι- 
κού στρατού, διαβάν τά μεθόρια, εισήλΰεν εις το γερμανικόν 
εδαφος|και συνήντησεγερμανικην πολίχνην καλουμένην Ρειΐ, 
οι στρατιώται αμνήμονες τού κινδύνου, λησμονούντες την 
αβεβαιότητα της έ/βά,εως τού πολέμου, εις τον όποιον 
άπεξεδΰοντο και τους δυσμενείς δρους υπό τόύς οποίους 
τον έπεχείρουν, εφαιδρΰνθησαν με εν λογοπαίγνιον, διε μία 
φωνή ήκούσΟη εις τάς τάξεις των : «Ο^δΐ α φύ <ρ. 3 αιΐΓ3. 
ΡθγΙ!... Ήτο δε ή Κόρα Πέρλ, της οποίας το δνομα υπο- 
κρύπτεται εις τό # λογοπαίγνιον (ςμι'&ιίΓα ΡειΊ) εταίρα υψηλής 
περιωπής, γνωστή ως εκ τών σχέσεων της μετά τού τελευ- 
ταίου αύτοκράτορος. 

Εΐπα ανωτέρω περί τών πολιτικών ανδρών δτι άσμενί- 
ζονται εις τά λογοπαίγνια* αλλ 3 οφείλω να σημειώσω δτι 
ιδιαιτέρως λαίμαργοι περί τήν τοιαύτην παιδιάν φαίνονται 
οι διπλωμάται, ίσως διότι ή έπαμφοτερίζουσα έννοια αρ- 
μόζει περισσότερον εις το άγχίστροφον πνεύμα, το όποιον 
απαιτεί το επαγγελμάτων. Διπλωμάται λογοπαΐκται ήσαν 



249 

© Ταλλεϋράνδος, ό Μεττερνίχος, ό Γορτζακώφ και άλλοι* 
έφημίζετο δε ιδίως δ άγχίνους Οθωμανός πολιτικός Φουάδ 
πασσάς, του οποίου πολλά διασώζονται ευφυή λογοπαίγνια, 
γενόμενα και εις την τουρκικήν και εις την γαλλικήν 
γλώσσαν. 

"Ας προσθέσων δε τελευταΤον δτι, πλην πολλών άλλοον 
επισήμων υποκειμένων, και αυτοί ακόμη οι Ποντίφικες της 
Ρώμης δεν άπηξίουν κάποτε νά εΰφυολογοΰν δια λογοπαι- 
γνίων. "Εχομεν ήδη εν άρχαΐον όπωσοΰν ρητόν Πάπα τινός 
περί τών καθολικών "Αγγλων ιπποτών, οϊτινες προσελθόν- 
τες έθεσαν το ξίφος των εις την διάθεσιν του Άγιου Πα- 
τρός, είπόντος περί αυτών λατινιστί ; ηοη Α秕1ί $εά Αη-' 
£β1ι ! 'Αλλά και εκ τών κατά τον παρόντα αιώνα άνελθόν- 
των εις τον θρόνον του Αγίου Πέτρου αρκετοί, οίοι δ 
Πΐος δ Ζ', Γρηγόριος δ Ιί' και Πΐος δ Θ' ήσαν λόγο- 
παΐκται. 



Και οι Πάπαι μου υπενθυμίζουν έτέραν και πασών σπου- 
δαιοτάτην χρήσιν τών λογοπαιγνίων. Ή θρησκεία τα ένε- 
κολπώθη και τα καθηγίασεν, οΰτως είπεΐν, δια του κύρους 
του. "Ηδη από της αρχαιότητος το λογοπαίγνιον αναμι- 
γνύεται εις τά ιερά* διότι τί άλλο ήσαν οι χρησμοί τών Δελ- 
φών και τών άλλων μαντείων, ειμή καλαμπούρια, λέξεις 
και φράσεις με διπλήν εννοιαν; Τί ήσαν το «ήξεις αφίξεις», 
και το «ώ παιδίος=παΐ Διός, δια του όποιου προσηγόρευ- 
σε βαρβαρίζων τον Άλέξανδρον δ τοΟ Διός Άμμωνος ιε- 
ρεύς, και το άλλο εκείνο του δράματος αύτου κατά τήν πο- 
λιορκίαν τής Τΰρου: Σάτυρος=Σά Τνρος; 

Άλλ 3 ή χριστιανική θρησκεία έκαμε χρήσιν πολύ άφει- 
δεστέραν τών λογοπαιγνίων, άπειρα δε τροπάρια, κοντά- 



350 

κια, ΰμνοι, κανόνες περιέχουν εν η πολλά λογοπαίγνια, η 
συνετέθησαν επι τη βάσει αυτών. Μήπως καΐ αυτοί οι πε- 
ρίφημοι Οίκοι του 3 Α καθιστού "Υμνου δεν εινε δλοι σχε- 
δόν συντεταγμένοι υπό πνεύμα λογοπαικτικόν, οίον τα: 
«Χαίρε, δι' ης ή χαρά έκλάμψει, χαίρε δι* ης ή άρά εκ- 
λείψει» και οίλλα παμπληθή ανάλογα; 

Φορτικωτάτη δμως ιδίως κατάχρησις παρατηρείται εις 
του Συναξαριστου τα Ιαμβικά επιγράμματα, τάναγραφόμε- 
να αυτόθι προς τιμήν εκάστου των πανηγυριζομένων άγιων 
της ημέρας. 3 Ανοίξατε οιανδήποτε σελίδα του βιβλίου αυ- 
τού η των Μηναίων και θα εΰρετε αμέσως πληθώραν τοι- 
οΰτων ιερών κατασκευασμάτων. 

Ίδοΰ τίνα παραδείγματα, άτιν*χ εκλέγω κατά τΰχην εξ 
αυτών. 

Τη θ' Σεπτεμβρίου, ο άγιος μάρτυς Χαρίτων ξίφει 
τελειοΰται. 

Πολλή χάρις σοι, χριστομάρτυς Χαρίτων, 
Χρίστου χάριν τράχηλον έκκεκομμένφ. 
Τη ιγ' του αΰτοΰ ό δσιος νέος Ιερόθεος εν ειρήνη τε- 
λειιουται : 

Ιερόθεε, ιερός Θεώ γίνη 
Κτείνας τά πά9η εγκράτειας τοις πόνοις. 
Τη η' Όκτωβρίου, μνήμη της όσιας μητρός ημών Πε- 
λαγίας : 

Αίσχους πλυθείσα και λιποΰσα τον σάλον, 
Προς δρμον ήκεις ουρανού, Πελαγία, 
Όγδοάτη ΰπάλυξε αβίου πέλαγος Πελαγία. 
Τη ι£Γ' Τανουαρίου μνήμη του αγίου μάρτυρος Δά- 

νακτος. 

Άφηρέθης το Δέλτα συν κάρα, Δάναξ, 
Τμηθεις γάρ ώφθης ουρανοκράτω άναξ, 



251 

Παραδείγματα τοιαύτα μυρία δύνανται να παρατεθούν 
3 Αλλά διατί να εκπλαγώμεν η να σκανδαλισθώμεν επί 
τούτψ ; Το λογοπαίγνιον έχει ίεράν την καταγωγήν, και εις 
την θρησκείαν πρώτος το εΐσήγαγεν ο μέγας και πάνσεπτος 
αρχηγός της Εκκλησίας, δ κύριος ημών Ιησούς Χριστός. 
Μάλιστα 7 κύριοι ! υπήρξε και ο Θεάνθρωπος λογοπαίκτης, 
και ή άπόδειξις εΐνε πολύ πρόχειρος. Παραλείπω το εν τφ 
κατά Τωάννην Εύαγγελίφ άναφερόμενον, δτι απεκάλεσε 
ποτέ ό Σωτήρ τον 'Ιωάννην και τον Ίάκωβον Βοανεργές, 
ήτοι υιούς βροντής, ένθα πολύ φοβούμαι δτι υποκρύπτεται 
εν τη εβραϊκή λέξει λογοπαίγνιον, δεν επιμένω δέ, διότι 
«γνοώ την γλώσσαν ταύτην* αλλά τί εΐνε, παρακαλώ, το 
άλλο εκείνο λόγιον του 3 Ιησοΰ προς τον Πέτρον ; «Σύ ει β 
Πένρος και επί ταύιη τή ζτέζρα οικοδομήσω μου την 
Έκκλησίαν ;» Τί άλλο παρά λογοπαίγνιον, από εκείνα μά- 
λιστα τά όποια προκαλούν ιήν θορυβώδη άποδοκιμασίαν, 
λεγόμενα μεταξύ τών σημερινών κύκλων τών εύφυολόγων ; 
Άποκαλύφθητε λοιπόν, ώ διώλται του λογοπαιγνίου, 
μετριάσατε την προς αυτό περιφρόνησίν σας, παύσατε τάς 
εναντίον αυτών ύβρεις. "Αναγνωρίσατε δτι το λογοπαίγνιον 
έχει λόγον υπάρξεως εν τω κόσμω τούτο.)— τοσούτο) μάλλον 
δσω άνευ λόγον εΐνε αδύνατον νά γείνη λόγο — παίγνιον — 
και δα κατέχει θέσιν ουχί περιφρονημένην εις την ΐστορίαν 
του ανθρωπίνου πνεύματος. Εμμένοντες εις την πλάνην 
σας κηρύττεσθε προς τοις άλλοις ασεβείς και αιρετικοί, 
Βραχμάνες σκληροτράχηλοι και κουφαλαζόνες, έχόμενοι 
ίσχυρογνωμόνως του στρεβλού σας δόγματος, διά νά μη τυ- 
χόν ζημιωθή ή πανσοφία και ή σοβαρότης σας. Και τότε 
διά να εΐνε πλήρης ό βραχμανισμός σας και κατά τύπους, 
ζητήσατε παρά του άρχιβραχμάνός σας Ουγκώ και το χρί- 
σμα από τον περίφημον περί του λογοπαιγνίου όρι- 

σμόν του. 



3& 



ΜΑΚΑΡΙΟΙ 01 ΠΕΝΘΟΥΝΤΕΣ... 



Μου εκαμνεν έντΰπωσιν άλλοτε και μου έγέννα άπα- 
ρίαν ή ανωτέρω φράσις των Μακαρισμών* έπειτα δμως 
μία παρατήρησις, καθισταμένη δια της συχνής επαναλή- 
ψεως προσεκτικωτέρα, μ* επεισεν δτι τω δντι, αν δχι δλοι, 
τουλάχιστον αρκετοί εκ των πενθοΰντων είναι άξιοι μακα- 
ρισμου. 

Ή παρατήρησις είναι εύκολος δια πάντα τυχόν διστά- 
ζοντα δπως έδίσταζα και εγώ. ' Αρκεί να παρακολούθηση 
κάνεις καμμίαν κηδείαν, δχι από τάς πενιχράς εκείνας και 
ταπεινάς, κατά τός οποίας ή στέρησις και ή συμφορά πα- 
ρακολουθούν τον δυστυχισμένο ν νεκρόν εις το τελευταΐον 
του ταξείδιον, αλλ 5 από εκείνα; δπου δ θάνατος περιβάλ- 
λεται δλην την εγκόσμιον ματαιοδοξίαν και έπίδειξιν. 

Παρακολουθήσατε μερικάς από αύτάς τάς πολυτελείς 
κηδείας, και θα ΐδήτε συχνά το εξής φαινόμενον. 

Διέρχεται μακρά σειρά αμαξών του είδους των ευρύ- 
χωρων αθηναϊκών λαντώ, ά'τινα, εκλείποντα όλονέν εκ της 
αγοραίας κινήσεως, περιορίζουν σιγά- σιγά την δράσίν των 
είς την άποκλειστικήν σχεδόν έξυπηρέτησιν της θλιβεράς 
συγκοινωνίας της ζωής μετά του τόπου τής Αναπαύσεως. 
Εις τό πρώτον, πάντοτε κλειστόν, δχημα το ακολουθούν 
αμέσως την νεκροφόρον, μέσα εις το όποιον κατά κανόνα 
τοποθετούνται οι πλησιέστεροι συγγενείς του νεκρού, βα- 
σιλεύει ή αληθινή λΰπη. Διά μέσου των θυρίδων φαίνον- 



255 

ται άνδρες ή γυναίκες μελανείμονες, πρόσωπα συνεσπα- 
σμένα εκ της όδΰνης οφθαλμοί ερυθροί, δάκρυα καταλει- 
βόμενα επί των παρειών. Κάπου — κάπου ακούεται κανέ- 
νας στεναγμός βαθύς, κανένας λυγμός έξορμών ακράτητος 
από του στήθους. Είναι το αιώνιο ν όραμα του πόνου, ή 
ανυπόκριτος οδύνη της Εκάβης θρηνούσης τον υίόν, της 
Αντιγόνης θρηνοΰσης τον άδελφόν, της Άλκήσαδος 
ίτοίμου να θυσιάσω την ιδίαν ζωην, δια να σώση την ζωήν 
του συζύγου. 

Εις τάς έπομένας δυο — τρεις άμαξας των οικείων και 
των στενών φίλων επικρατεί ακόμη ή λύπη, ήτις ζωγρα- 
ψεΐται εις τα πρόσωπα, άλλα είναι πλέον συγκεκρατημένη 
και ήρεμωτέρα. Καθ* δσον δμως προχωρεί ή σειρά προς 
τα κάτω, 6 βαθμός του πένθους ελαττοΰται καταφανώς. 

Την περιαλγή έ'κφρασιν διαδέχεται ή κατήφεια καΐ ταυ- 
την ή αρμόζουσα εις την περίστασιν σοβαρότης, ήτις, 
βαθμηδόν καΐ κατ* ολίγον εξασθενούσα, καταντά περί την 
ούραγίαν της πομπής νά μεταπίπτη εις την άδιαφορίαν, 
Ινίοτε δε και εις την άσέβειαν. Μετά βραχεΐαν συνδιάλεξιν 
περί του προπεμπομένου φίλου ή γνο3ρίμου και μετά μερικά 
στερεότυπα σχετλιαστικά επιφωνήματα, αναφέρεται και κά- 
ποιον σχετικόν με αυτόν ούμοριστικόν άνέκδοτον, προκα- 
λούν το μειδίαμα. Εις το άκόλουθον όχημα ξεδιπλώνεται 
εν φΰλλον εφημερίδος και σιγά-σιγά αρχίζει μία πολιτική 
συζήτησις. Παρακάτω από κάποιον άνυπόμονον άνάπτε- 
ται ένα σιγάρον και εις το άκρότατον σημεΐον ή λΰπη, ή 
το πρόσχημα της λΰπης, έχει τόσον τελείως εξατμισθη, 
ώστε δεν είναι σπάνιον νάκουσθή εξερχόμενον από το τε- 
λευταΐον όχημα και κάποιος αναίσχυντος καγχασμός. 



254 



Διότι εις τάς κηδείας, παρεκτός των αμέσως ενδιαφερο- 
μένων και ειλικρινώς πενθοΰντων, συρρέουν και οΐ απλοί 
γνώριμοι και σχετικοί, οι έκπληροΰντες τυπικόν κοινωνι- 
κόν καθήκον, εις τάς τάξεις δε αυτών εμφιλοχωρούν και 
μερικοί αδιάφοροι, ή δλως ξένοι και περίεργοι. "Οσον και 
αν φαίνεται παράδοξον, είναι βέβαιον εν τούτοις δτι υπάρ- 
χουν άνθρωποι, οΐανες θεωρούν την κηδείαν, αν ούχι ως 
διασκέδασιν, τουλάχιστον ως ένασχόλησιν δχι πολύ δυσά- 
ρεστον, χωρίς νάνήκουν εις την τάξιν των ανισόρροπων 
εκείνων των ρεπόντων εκ ψυχοπαθείας εις τα πένθιμα θεά- 
ματα και εις πάν δ,τι συνδέεται μι την ιδέαν του θανάτου, 
εξοκελλόντων δε και μέχρι των αποτρόπαιων παρεκτροπών 
της λεγομένης νεκροφιλίας (ή δρθότερον φιλονεκρίας). Μου 
διηγήθησαν δτι ό ιδιοκτήτης οικίας κειμένης εκεί που πα- 
ρά τον Ίλισσόν, αναφερών τά χαρίσματα του κτήματος 
ταυ προς τον ένοικιαστήν, μεθ' ου διεπραγματεΰετο την 
μίσθωσιν, είπε προς τοις άλλοις : 

— Δεν ξεύρετε τί εΰμορφα πού εϊν' εδώ πέρα!... Άπ* 
εδώ περνούν δλες η κηδεΐεςΙ... 

Κάποιον δε γνώριμόν μου, ελθόντα προ τίνων ετών δια 
πρώτην φοράν εις την πρωτεΰουσαν είδα, την έπομένην 
της άφίξεώς του παρακολουθοΰντα μίαν κηδείαν. "Εκπλα- 
γείς τον έπλησίασα και τον ήρώτησα ποιος ήτο ό κηδευό- 
μενος νεκρός* αλλ 3 εξεπλάγην ετι περισσότερον, δτε τον 
ήκουσα νά μου απάντηση αφελέστατα δτι δεν έγνώριζε. 

— Μα πώς! του εΐπα άπορων παρακολουθείς την κη- 
δείαν ενός άγνωστου σου; 

— Είδα κόσμον άρκετόν, απήντησε δικαιολογοΰμενος, 
και επειδή δεν είχα καμμιά δουλειά, ανακατεύθηκα κ' Ιγο> 



^55 

μαζί του, έτσι... γιά να κάμω χάζι!. 

Οι παλαιότεροι Αθηναίοι θα ενθυμούνται ενα Ιδιόρ- 
ρυθμον τΰπον, του οποίου αποσιωπώ το όνομα, και δστις 
επαρουσίαζεν ώςπρός το κεφάλαιον τούτο την καταπληκτι- 
κωτέραν αντίθεσιν. *Ητο φιλοζα^ος μέχρι μανίας, τρέμιον 
εις την ίδέαν του θανάτου και λαμβάνων τάς κωμικωτάτας 
των προφυλάξεων υπέρ της υγείας του. 'Ολίγον έλειψε ν 8 
έποθάντ) πραγματικώς εκ της σφοδράς συγκινήσεως, οτε 
κάποιος φίλος του και συγγενής του, γνωρίζων τον χαρα- 
κτήρα και τους φόβους του, εμηχανεΰθη εις βάρος του 
μίαν παρακεκινδυνευμένην φάρσα ν, νά τύπωση δηλαδή νε- 
κρώσιμα μέ χ 3 δνομά του και νά τα τοιχοκόλληση εις την 
πόλιν άφ' εσπέρας, νά στείλη δε και τους νεκροπομπΓ*ύς 
δια νά παραλάβουν τον ύποτιθέμενον τεθνεώτα εκ της κα- 
τοικίας του, δπου ήρχιζον ήδη νά συρρέουν, άπατηθέντες 
εκ της αγγελίας, διάφοροι φίλοι και γνώριμοι. Και όμως δ 
άνθρωπος αυτός, δ πάσχων εκ θανατοφοβίας, ενήργησε και 
διωρίσθη έφορος του Νεκροταφείου, εσΰχναζε τακτικά εις 
τήν πόλιν των νεκρών, περιεποιεΐτο τους τάφους και, το 
περιεργότερον, έφρόντιζε και περί της ιδικής του εις τόν 
χώρον εκείνον μελλούσης κατοικίας, παρακολουθήσας μετ* 
επιμελείας τήν κατασκευήν του μνημείου του στωϊκώτατα 
ώς Ρωμαίος τών χρόνων της Αυτοκρατορίας. "Ας εξηγή- 
σουν οι φιλόσοφοι αυτά τά μυστήρια της ανθρωπινής 

ψυχής! 



'Αλλά το περιεργότερον συμβάν, εκ τών σχετικών μέ 
τάς τοιαύτας ψυχικάς ανωμαλίας, εΐνε το άναφερόμενον εις 
παλαιόν τι βιβλίον της γαλλίδος κυρίας '<Μπανοαβιλ π&ρι 
τών σαλονιών τής παρελθούσης εποχής. "Ήρως τής άλλο-- 



.256 

κότου ιστορίας ύπήρξεν ό γάλλος Μπουγΰ, δραματικός συγ- 
γραφεύς και ήθολόγος, άκμάσας κατά το πρώτον ήμισυ 
του παρελθόντος αιώνος, γνωστός δια τα ιστορικής υπο- 
θέσεως δραματικά έργα του και προ πάντων δια το πολΰκρο- 
τον βιβλίο ν του «ΈπιστολαΙ προς την -θυγατέρα μου» Ό 
Μπονγύ ήτο κράσεως ύποχονδριακής και φιλάσθενου, ό 
Ιατρός του δε το ι* συνέστησε ν ως μέσον συντελεστικό ν εις 
«ποκατά^τασιν της υγείας του συχνούς περιτάτους εφ* α- 
μάξης. Άλλα δια την έκτέλεσιν της ιατρικής συμβουλής 
υπήρχε σοβαρό ν κώλυμα. ν Οχημα ιδικόν του δεν εΐχεν ό 
πάσχων, τάδε αγώγια τών αμαξών κατ 3 εκείνους τους 
χρόνους ήσαν λίαν ακριβά, και αυτός ήτο αρκετά φιλάργυ- 
γος. Έν τή αμηχανία του επενόησεν 2να άλλόκοτον τρό- 
πον ανέξοδου θεραπείας. Περιήρχετο τα ληξιαρχικά γρα- 
φεία τών δημαρχείων τών Παρισίων και έπληροφορεΐτο 
ποΐαι κηδεΐαι εμελλον νά γεί'νουν την έπιουσαν* κατά την 
ώραν δέ της εκφοράς έπορεύετο είς την οΐκίαν του νεκρού 
ιόν όποιον έξέλεγεν, άνεμιγνΰετο μετά τών άλλων, ανήρχε- 
το έπι μιας τών αμαξών, μετέβαινε πότε εις το εν, πότε εις 
$λλο νεκροταφεΐον και επέστρεφε πάλιν εποχούμενος, έξα- 
ίίφαλίζων τοιουτοτρόπως τον καθημερινόν του περίπατον 
και την ύγιεινήν του διασκέδασιν. 

*Αλλ 9 ή Νέμεσις έπήλθεν υπό μορφήν απροσδόκητου 
συμπτώσεως. Μια τών ημερών συνέπεσε νά γίνονται δυο 
κηδεΐαι κατά την αυτήν ωραν και εις την αυτήν όδόν. 

"Η μία ήτο νεαράς γυναικός έγγαμου, ή άλλη δέ 
πλουσίου γέροντος άγαμου, φρικτοί} τοκογλύφου και μισαν- 
θρώπου. 

Ό Μπουγύ κατά λάθος, άντι ν 3 άκολουθήση την πρώ- 
την κηδείαν, ήκολοΰθησε τήν δευτέραν, ήτις διηυθΰνθη 
είς το κοιμητήριον του Περ — Λασαίζ. Έκεΐ κατά τήν 
(ΓΠγμήν *ου ενταφιασμού οι κληρονόμοι του αποθανόντος 



257 

έκλαμβάνοντες τον Μπουγΰ — τον οποίον έγνώριζον εϊτε 
εξ δψεως εΐτε εξ ονόματος ώς φίλον του μακαρίτου παρε- 
κάλεσαν αυτό ν' αποχαιρετήση τον νεκρόν. Ό Μπουγΰ, υ- 
ποχρεωμένος να διατήρηση εως τέλους τον ρόλον πενθοΰν- 
τος φίλ,ου, έδέη τε να δεχθή, άλλα κατεχόμενος πάντοτε υπό 
της πλάνης του ήρχισε προ του κλειστοί) φέρετρου να όμι- 
λή μετά κατά νύξεως περί της νεκράς και πολυθελγήτρου γυ- 
ναικός, της άφαρπαγείσης τόσον άώρως από της στοργής 
της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων της. Οι παρεστώ- 
τες εν αρχή εξεπλάγησαν* έπειτα ήρχισαν να ψιθυρίζουν, 
•κατόπιν να γελούν, οι δε κληρονόμοι έξηγριώθησαν νομί- 
ζοντες ότι πρόκειται περί ιερόσυλου εμπαιγμού. Επήλθε 
χασμωδία και σΰγχυσις καΐ ή πένθιμος σκηνή ελάμβανε 
τον χαρακτήρα κωμωδίας. Έπηκολοΰθησαν όμως εξηγή- 
σεις και ό επιτάφιος ρήτωρ έζήτησε συ^γνώμην διάτό σφάλ- 
μα του* αλλά το πάθημα του αυτό έθεσε τέρμα εις την πα- 
ράδοξο ν ύγιεινήν θεραπείαν του. 



η 



258 



ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΜΑΜΜΩΝΑΣ 



Εις ένα τέταρτον της ώρας δύνανται να συμβούν πολλ<*\ 
πράγματα. Δύναται, φερ' ειπείν, να κριθή ή τΰχη της Κυ- 
βερνήσεως δια μιας ψηφοφορίας εν τη Βουλή* δύναται νά: 
χαθή μία περιουσία εις το Χρηματιστήριον, νάποτεφρωθΐ] 
ενα σπίτι από πυρκαϊάν, νά συναφθή ενα συνοικέσιον, η 
νά λάβη χώραν κανέν άλλο παραπλήσιον δυστύχημα* δύ- 
ναται νά μεταβή κάνεις με το τραμ από την πλατεΐαν του 
Συντάγματος εις την πλατεΐαν * της Όμονοίας, εάν δεν 
συμβή κανέν άπευκταΐον καθ" όδόν. Άλλα δεν δύναται 
νά εξετασθή εις εΰρος και ε?ς μήκος εν άνθρώπινον ελάτ- 
τωμα, περί του όποιου έλάλησαν διά μακρών οι ποιηταί, 
οι φιλόσοφοι, οι ήθογράφοι δλων των λαών και δλων των 
αιώνων, ή φιλαργυρία. 

Παρακαλώ δμως το άκροατήριόν μου νά μη τρομάξη. 
Μολονότι επέστη ή άγια και μεγάλη Τεσσαρακοστή και ή 
"Εκκλησία καλεί κατά τάς ημέρας ταύτας τους πιστούς εις 
κατάνυξιν και τήν^μετάνοιαν, δεν ήλθα νά κάμω παραινε- 
τικήν όμιλίαν άπο του βήματος τούτου. Οΰτε το σχήμα 
εχω, οΰτε τον χαρακτήρα, οΰτε τά προσόντα του ίεροκή- 
ρυκος. Όμολογώ ταπεινώς δτι ή αρετή μου δεν φθάνει 
μέχρι τοΰ σημείου νά αίσθάνωμαι, ΐεράν περιφρόνησιν 
προς το χρήμα, πιστεύω δε άδιστάκτως δτι διά νά εισέλθω 
τις εις τον Παράδεισο ν δεν εινε ανάγκη νά είνε παντελώς 
απένταρος* ημπορεί νά εΐσέλθη εξαίρετα και με καλώς 



259 

έφωδιασμένον βαλάντιον, το όποιον μάλιστα εις πολλάς πε- 
ριστάσεις και διευκολύνει την εΐσοδον, συμφώνως προς 
τον γνωστόν στίχον του σατυρικού ποιητοΰ : II 651: ανεο 
1ε οίβΐ άεδ αοοοηιηιοοΙθίτίΘηίδ. 

"Αλλως τε, άναμεταξΰ μας, είμαι βέβαιος δτι, και την 
εύφράδειαν του Χρυσοστόμου αν είχα, δεν θα κατώρθοο- 
να με τάς διδαχάς μου νάπελευθερώσω οΰτε μίαν καν από 
τάς τόσας δυστυχισμένας δραχμάς, όπου ευρίσκονται φυ- 
λακισμεναι εντός τών σφιχτοδεμένων βαλαντίων. "Επειτα 
δεν θέλο> νάναξέσω πληγάς μόλις επουλωθείσας* διότι ϊίτως 
δεν έλησμονήσατε, ΰμεΐς οι άρρενες προ πάντων και δ'χι αΐ 
κυρίαι, οτι μόλις κατ 5 αυτός συνέπεσεν ή πρώτη επέτειος 
της αξιομνημόνευτου ημέρας, κατά την οποίαν αντήχησαν 
εις δλα τά κέντρα τών "Αθηνών γόοι καΐ κοπετοί σπαρα- 
κτικοί, ώς να ΰπήρχον τοποθετημένοι εις πάσαν γωνίαν 
δδοντοϊατροί έκριζώνοντες διά της βίας τους οδόντας τών 
διαβατών, ενώ εύρίσκοντο απεναντίας άβραι και εΰσπλα- 
χνοι κυρίαι με τά κουτάκια των, άποσπώσαι χάριν φιλαν- 
θρωπικού σκοπού ολίγα χρήματα από την τσέπην τών δι- 
ερχομένων. 

Τάς ολίγας σκέψεις και αναμνήσεις, τάς οποίας σχετι- 
κώς προς το θέμα τούτο θά λάβω τήν τιμήν νά εκθέσω 
προς το ευγενές μου άκροατήριον, ενεπνεΰσθην εκ προσφά- 
του διηγήσεως φίλου μου, δ'στις κατ* αΰτάς μετέβη προς 
παραλαβήν ποσού τίνος ες εργασίας του εις τον οίκον 
συμπολίτου μας, πλουσιωτάτου μέν, αλλά διατελούντος εις 
πλήρη διάστασιν με την ελευθεριότητα. 

Προκειμένου νά ΰπογράψη την άπόδειξιν ό φίλος μου, 
έλαβε την πένναν και την έβοΰτηξεν εις το μελανοδοχεΐον 
ολίγον τι βαθέως, ό'τε ή χειρ του οίκοδεσπότου επέπεσ'εν ως 
Ιέραξ καΐ του ήρπασε την ίδικήν του. 

— Τι κάνεις εκεί! του είπε με αύστηρόν ΰφος' έτσι 



360 

σπαταλούν το μελάνι γΐά μία υπογραφή; 

Ό φίλος μου εμεινεν εμβρόντητος, ήλθε δε και μου δι- 
ηγήθη θαυμάζουν το γεγονός, το όποιον εινε ομολογουμέ- 
νως άξιοθαύμάστον. Ό Βίκτωρ Ουγκώ με εν φιαλίδιον 
μελάνης εγγραψεν εν όλόκληρον μυθιστόρημα, νομίζω την 
«Παναγίαν των Παρισίων >* και μάλιστα εξ αυτής της αφορ- 
μής ηθέλησε κατ αΰτάς να έπιγράψη το βιβλίον του: «"Ο, τι 
περιέχεται εντός φιάλης μελάνης». Έάν λοιπόν με ένα φι- 
αλίδιον μελάνης, το όποιον στοιχίζει ολίγα λεπτά, δύνα- 
ται να γραφή ογκώδες βιβλίον, υπολογίσατε ποία δαπάνη 
αναλογεί εις μίαν ύπογραφήν, έστω και αν ο υπογράφων 
ονομάζεται Παπαχριστοθεοφιλόπουλος !. Έάν εξηρτάτο 
από τον εν λόγφ κΰριον, βεβαίως κανέν επιστημονικόν σύ- 
γραμμα, ή φιλολογικόν μνημειον, ή άλλο οιονδήποτε ωφέ- 
λιμον βιβλίον δεν θά έγράφετο εις τον κόσμον, και ή με- 
λάνη Θα εχρησίμευε το πολύ διάνα ύπογράφωνται τα χρε- 
ωστικά ομόλογα. Φαντασθήτε δε τι θά εκαμνεν ό φοβερός 
Έξηνταβελόνης, έάν άντι μελάνης επρόκειτο περί ραδίου, 
του οποίου εν μικρόν ποσοστόν του γραμμαρίου αντιπρο- 
σωπεύει, καθώς γνωρίζετε, την άξίαν πολλών χιλιάδων 
δραχμών. Βεβαίως ό προσερχόμενος προς αυτόν νά λάβη 
μικροσκοπικήν μερίδα ραδίου, θα έλάμβανεν απ 3 αυτής 
γενναίαν δόσιν... ραβδίου. 

Και το ραβδίον μου υπενθυμίζει αυτήν την στιγμήν 
εν άλλο περιστατικός φανερώνον σχέσεις περιέργους και 
απροόπτους μεταξύ των ραβδίων και της φιλοχρηματίας. 
*Έζων προ καιρού εις κάποιαν επαρχία ν τρεις αδελφοί 
πλουσιώτατοι, αλλά διαβόητοι διά τήν φρικώδη αυτών φι- 
λαργυρίαν: απεβίωσαν και οι τρεις άγαμοι, ό τελευταίος 
δε προ μικρού αποθανών κατέλιπε κολοσσιαίαν χρηματι- 
κή ν περιουσία ν. Εις τον ερημον οικόν των δεν εσύχναζον 
πολλοί, άπετόλμων όμως νά κρούουν ενίοτε τήν πάντοτε 



261 

κλειστήν θυραν των μερικοί επαΐται. 'Υπηρέτην δεν εΐχον^ 
εΐχον όμως ένα σκΰλλον, άγριον φύλακα, με τον όποιον κα- 
τήρχετο και ήνοιγε την θυραν ό εις των αδελφών. Οι επαΐ- 
ται, συνήθως ανάπηροι ή πρεσβΰται, κρατούν εις την χεί- 
ρα των βακτηρίαν' ο σκΰλλος επί τη θέα των έγαΰγιζεν 
απειλητικώς' τότε δε δ οικοδεσπότης προστατευτικώς τάχα 
έλεγε προς τον έπαίτην:« — Δός μου το μπαστούνι σου γρή- 
γορα, μην άγριεΰση ό σκύλος και σε φάη!* 

Και άφοΰ με αυτό το τέχνασμα του έπαιρνε το ραβδί, 
τον έσπρωχνε και τον εκλειεν εξω, σφετεριζόμενος αυτό. Ή 
κοκόγλωσσος φήμη τοΰ τόπου ΐσχυρίζετο δτι αυτά τα ρα- 
βδία τα έσΰναζαν οι φιλάργυροι αδελφοί και τα εχρησιμο- 
ποίουν εις το μαγειρεΐόν των, ώς καύσιμον ΰλην. "Ομολο- 
γήσατε δτι εΐνε αρκετά πρωτότυπος ή μέθοδος τοΰ να μα- 
γειρεΰη κάνεις άνεξόδως χρησιμοποιών τά ραβδία τον ζη- 
τιάνων!. 

Δια νά είμεθα δμως ειλικρινείς, όφείλομεν, άναγνω- 
ρίζοντες, και του στραβού το δίκηο, κατά το δη λεγόαενον, 
νά όμολογήσοομεν δτι ή επαιτεία εΐνε όχληρόν και αηδές 
πράγμα, διαθέτουσα κακώς δχι μόνον τοΰ φιλάργυρου, άλ- 
λα και του ελεήμονος πολλάκις την ψυχήν. Και ναι μεν εις 
τον τόπον μας δεν έ'χομεν έπαίτας δπως ήσαν άλλοτε εις 
την 'Ισπανίαν, δπου, κατά την περιγραφή ν τίνων συγγρα- 
φέων, ΐδα?^γοι ρακενδΰται, αλλ* ακμαίοι, ενέδρευα ντες εις 
απόκεντρα μέρη, εσταμάτων τους διάβατα;, και ενώ με την 
μίαν χείρα έτειναν προς αυτούς τον πΐλόν των εξαιτοΰμενοι 
Φρηνωδώς το ί-λεός των, δια της άλλης τους έσημάδευαν 
με το πλατΰστομον τρομπόνι των,έπιχείρημα το ό ποιον πάν- 
τοτε ϊσχυε νά προκαλή γενναιόδωρον βοήθημα. Δεν εχο- 
μεν επίσης την μεγαλοπρεπή μορφήν της επαιτείας, όποια 
επαρουσιάζετο, δπως λέγουν μερικοί περιηγηταί, εις τινας 
πορτογαλικάς κτήσεις, δπου κυρίαι καΐ δεσποινίδες εύγε- 



262 

νεΐς, αλλ 3 άποροι, μεταβαίνουν έντό; φορείων εις την κα- 
τοικίαν των διερχομένων εκ της χώρας των ξένων σταθμεΰ- 
ουσαι παρά την εΐσοδον και αποστέλλουν επάνω τοις ΰπη- 
ρέτας των να ζητήσουν δια λογαριασμόν των έλεημοσΰνην. 

"Εχει δμως πάντοτε τι το άποκρουστικόν ή επαιτεία 
με την ελεεινότητά της δσον «αϊ με την αΰθάδειάν της, και 
χρειάζεται μεγάλη δόσις χριστιανικής πραότητος διάνα πα- 
ράβλεψη κάνεις το γεννώμενον εϊς την ψυχήν του αίσθημα 
της αηδίας. Ό Άχιλλεύς Παράσχο; μου διηγεΐτό ποτέ δτι 
κάποιος επαίτης συχνά ενοχλώ ν αυτόν του ητο τόσον αντι- 
παθητικός, ώστε ένφ, άνοικτόκαρδος ώ; ποιητής, εδιδενεις 
δλουςτόν όβολόν του, εις εκείνον τον ήρνεΐτο. 

Άλλ* είς φίλος του παρετήρητεν εις αυτόν δτι ή πρά- 
ξίς του ήτο αντιχριστιανική, διότι δίδουν εις άλλους, τους 
συμπαθείς είς αυτόν, επραττεν δχι αγαθοεργία ν άλλ' 
εύχαρίστησιν εις τον εαυτόν του. ενώ δίδων είς τον απε- 
χθή εκείνον χάρ«ν της ιδέας τη; έλεημονΰνη; και δχι χάριν 
του προσώπου του, θα έφέρετο θε-χρέσιτως. Και δ ποιητής 
Ιπείσθη εκ τής παρατηρήσεοος και ήλέει είς το εξής τον 
δχληρόν. 

3 Αφίνω δέκατα μέρος την ευ/νωμοσΰνην, \\χις ώς έπι 
το πλείστον διατελεί είς σχέσεις σχεδόν εχθρικάς προς την 
άγα"θοεργίαν. Υπάρχει περί τούτου ευφυέστατος μΰθος του 
διασήμου Ρώσου συγγραφέως Τουργκένιεφ. Ό "Υψιστος, 
λέγει, συνεκάλεσέ ποτέ εν τφ Παράδεισο) είς έορτάσιμον 
δμήγυριν πάσας τάς άρετάς, παρετήρησε δε δτι, ενώ δλαι αί 
άλλαι εγνωρίζοντο μεταςΰ των και συμπεριεφέροντο οικεί - 
ως προς άλλήλας, δυο μόνον έστεκαν παράμερα και έφαί- 
νοντο δλως ξέναι και άγνωστοι άνάμεσόν των. 

— Πώς! δεν γνωρίζεσθε ; είπε προς αύτάς με άπορίαν 
ό επουράνιος οικοδεσπότης. Τότε νά σας κάμω να γνωρι- 
σθήτε. 



26& 

Και λαβών την χείρα έκατέρας έπαρουσίασε την μεν 
τιρός την δε λέγων : 

— Άπ' εδώ εΐναι ή κυρία Αγαθοεργία, και απ* εδώ ή 
κυρία Ευγνωμοσύνη. 

*Αλλά την εύφυεστέραν δικαιολογίαν της άσπλαγχνίας 
επενόησε κάποιος πλούσιος φιλάργυρος, όστις ελεγχόμενος 
υπό γνωρίμου του κυρίας διότι απέφευγε νά δώση και την 
παραμικράν βοήθειαν εις τους πένητας, ώχυρώθη όπισθεν 
της χριστιανικωτάτης των ρήσεων του Ευαγγελίου. 

— Κυρία μου, ειπεν, εγώ ακολουθώ πιστώς το παράγ- 
γελμα του Χρίστου ειπόντος : δ συ μισεί; ετέρψ μή ποιή- 
σεις. Έγώ δεν επιθυμώ νά μου δώση κάνεις ελεημοσύνην" 
άρα δεν δίδω και έγώ εις κανένα. 

Άπό της εποχής καθ' ην έφευρέΟη το χρήμα προς εΰ- 
χολίαν τής μεταξύ τών ανθρώπων συναλλαγής, και προγε- 
νέστερον ακόμη, αφ 3 δτου ίσως εσχηματίσθη ή πρώτη ιδι- 
ωτική περιουσία, δ ίξάψαλμος κατά τής φιλαργυρίας ετο- 
νίσθη και εξακολουθεί άντηχών δια τών αιώνων. "Ολοι οι 
νομοθέται τών λαών έθέσπισαν μέτρα προς περιστολήν τής 
ολέθριου ταύτης τάσεως* δλοι οι φιλόσοφοι εστιγμάτισαν 
την μυσαρότητα της κακίας ταύτης, τής αποκλειστικώς αν- 
θρωπινής* δλοι οι ποιηταΐ έρριψαν κατ 3 αυτής τον λίθον 
του αναθέματος. Γ Σοφοκλής εις τους ωραίους στίχους 
του Οιδίποδος έπι Κολών ω κατάρα ται τον άργυρον, δστις 
άδικίαν εδειξεν ανθρώπους εχειν 
και παντός έργου δυσσέβειαν είδέναι. 

Ό Λαφονταιν θεωρεί τον φιλάργυρον δχι ως κατέχον- 
τα, άλλα ώς κατεχόμενον υπό του χρυσίου. Ό Βοαλώ λέ- 
γει δτι πα ία του φιλάργυρου ή δόξα και ή επιτυχία συνί- 
σταται £Ϊς το νά έπαυξάνη διαρκώς"'θησαυρόν, δστις εις ου- 
δέν του χρησιμεύει. 

Μία δε λαϊκή παροιμία προσφυέστατα εξομοιώνει τον 



φιλάργυρον με τον χοΐρον, διότι αμφότεροι μόνον μετά. 
θάνατον εΐνε χρήσιμοι. Έν τούτοις το ελάττωμα εξακο- 
λουθεί να δεσπόζτ] κραταιόν έπι της ανθρωπινής φΰσεως.. 
*0 βωμός του Χρυσού Μόσχου εξακολουθεί να εγείρεται 
αγέρωχος εν τω μέσω των κοινωνιών, και το χρήμα, όσον- 
δήποτε ταπεινή, ρυπαρά ή έπονείδιστος και αν εΐνε ή. 
προέλευσίς του, εξακολουθεί πάντοτε να τιμάται και νά 
προσκυνήται. Αυτής της γνώμης ήτο και ο Βεσπασιανός^ 
αγαθός μεν κατά τάλλα ρωμαίος αυτοκράτωρ άλλα τό- 
σον πολύ κατεχόμενος υπό του πάθους της φιλαργυρίας 
ώστε δεν ώκνησε να θέση φορον και εις αυτά ακόμη τα 
δυσώνυμα μέρη, δπου καταφεύγουν οι άνθρωποι ένεκα ... 
φυσικής ανάγκης — και αναφέρω το παράδειγμα τούτο μέ 
κάποιον δισταγμόν εκ φόβου μήπως όρεχθή και έφαρμόση 
το φορολογικόν μέτρον κάνεις υπουργός των Οικονομικών. 
"Ότε δε ό υιός αύτοΰ Τίτος του ρ'καμε παρατηρήσεις δια. 
την ποταπότητα και την άγένειαν του φόρου, άρπάσας 
εκείνος εν των κομιτθέντων αύτώ εκ της εισπράξεως δη- 
ναρίων, το έπλησίασεν εις την μΰτην του υιού του λέγων : 

— Μύρισε νά ιδή αν εχη καμμίαν δσμήν ! 

Ή εΐκών του φιλάργυρου, του άρπαγος και πλεουνέ- 
κτου μέ τα αδρά του χαρακτηριστικά περιλαμβάνεται είς; 
την φιλολογικήν πινακοθήκην πάντων των λαών, γραφεί- 
σα υπό έξοχων ήθογράφων και σατυρικών κυρίως ποιη- 
τών. Περιττόν νάναφέρω τον Θεόφραστον, τον Πλοΰταρ- 
χον, τον Λαβρυγέρ καΐ άλλους, Ό Στρεψιάδης του Αρι- 
στοφάνους εΐνε άπλοΰν σχεδίασμα, διότι ή φιλαργυρία 
διαδραματίζει άνακείμενον δευτερεύον εις τύ σατυρικό ν 
δράμα. Ό αριστοτεχνικός τΰπος εΐνε ό ΑΓρα§ΌΠ του Μο- 
λιέρου, μιμηθέντος μεν τον Πλαυτον, αλλ* ΰπερτηρήσαντος 
κατά πολύ το πρωτό τύπον, υ φοβερός ΗαΓρα§*οη — ό Έ- 
ξηνταβελόνης, κατά την έλληνικην εμμετρον μετάφρασιν 



265•, 

Οικονόμου του εξ Οικονόμου — δστις, κατά την εκφρασιν- 
ενός των προσώπων ταυ δράματος, δεν σου δίδει, αλλά. ~^ 
βοΰ δανείζει την καλημέραν. Και αν από την καλημέραν 
του περιμένη τόκον, φαντάσθητε τί κέρ5ος έχει την άξίω- 
σιν να ώφεληθή δανείζων τα χρήματα του ! Ή τοκογλυ- 
φία εινε το ευρύ στάδιον, εις το όποιον ή φιλαργυρία αρέ- 
σκεται κατά προτίμησιν νά έξασκήται και νά εύρωστη, και 
•που ή απληστία της λαμβάνει τοιαύτας διαστάσειις, ώστε 
ή αριθμητική δεν έχει σχεδόν ψηφία επαρκή προς παρά-, 
στασίν της. Εις τά παγκόσμια χρονικά της τοκογλυφίας 
μνημονεύονται πλεονέκται, απέναντι των οποίων ό Σάϋ- 
λωκ, το θαυμάσιον υπόδειγμα του είδους καταντά νά Ικ- 
ληφθή ως ευσυνείδητος και ολιγαρκής* μεταξύ δε τών- 
απειραρίθμων παραδειγμάτων θά εκλέξω νά σας ανάφερα*, 
εν Άθηναϊκόν, του οποίου αξιόπιστοι μάρτυρες μου εγγυ- 
ήθησαν την ίστορικήν άκρίβειαν. Προς ενα τοιούτον άκό- 
φεστον τοκογλΰφον κατέφυγε ποτέ εν ώρα ανάγκης ό μα- 
καρίτης Σκαλίδης, λόγιος άνήρ και πνευματώδης, γνωστός 
εις πολλούς εκ των της παρελθούσης γενεάς, αλλά διάγων 
βίον άσωτον και άκατάστατον, αυτόχρημα βοημικόν. Έζή- 
τει δάνειον τριακοσίων δραχμών, και ο τοκογλύφος εστερ- 
ξε μετά πολλά νά του το παραχώρηση αντί συναλλάγμα- 
τος, υπό τον δρον δμως δπως εκ των 300 δραχμών κρά- 
τηση τάς 150 ως τόκον τριών μηνών. ε Ο Σκαλίδης τότε,: 
με την άστείαν έκείνην μορφήν του, αλλά με εκφρασιν σο- 
βαρότητος, άπήντητεν εις τον τοκογλΰφον: 

— Κρατήστε, σας παρακαλώ, και τάς άλλας 150 και 
κάματε το συνάλλαγμα δι 5 εξ μήνας. 

'Αλλ' εύστοχώτερον παντός ποιητοΰ και παντός ζωγρά- 
φου τών ηθών και τών χαρακτήρων απεικόνισε τον φιλάρ- 
γυρον ή θυμόσοφος του λαού ευφυΐα, εγκατασπείρασα 
τάς διαφόρους παρατηρήσεις αυτής εις παντοίους μύθους 



%66 

και ανέκδοτα. Θ'άναφέρω μερικά εξ αυτών, άτινα νομίζω 
μάλλον χαρακτηριστικά και πρωτότυπα. 

Φιλάργυρος τις εξέρχεται εις περίπατον κρατών τήν 
καινοΰργιαν του δμβρέλλαν, δτε αρχίζει να βρέχη. Ό φι- 
λάργυρος την κλειεί με άδημονίαν άναφωνών : 

— Είδες εκεί τί ατυχία ! να πιάση το νερό για να μο5 
Ρραχη ή καινούργια μου δμβρέλλα ; 

"Αλλος έσυνήθιζεν όταν του έπαιρναν μέτρον διά φόρε- 
μα, να κράτη την αναπνοήν του, δια να μη χρειασθη δ ρά- 
πτης διά την κατασκευήν του πολύ ύφασμα. 

"Αλλος πλούσιος φιλάργυρος, ζών μόνος^και πανέρημος, 
είχε το ατύχημα να χάση τον σκύλλον του, τον μόνον φύ- 
λακα της οικίας του. Διά να μη τον αντικατάσταση δε, 
Ιξήρχετο την νύκτα εις τον κήπον και έγαΰγιζεν δ ίδιος 
Ιπί τίνα ώραν, προσποιούμενος την φωνήν του σκΰλλου, 
δπως άπομακρΰνη τους κλέπτας, και έπειτα κατεκλίνετο. 

Περί ετέρου φιλάργυρου λέγουν δτι είς το άλογον, το 
όποιον ετρεφεν εξ ανάγκης εις τον στάβλον του, έδιδε μό- 
νον αχυρον χάριν οικονομίας, του έβαζε δε εις τα μάτια 
πράσινα δμματοϋάλια, δ'ταν έτρωγε, διά να πλανάται τβ 
ξφον και να νομίζη δτι τρώγει χλωρόν χόρτον. 

Κάποιος άλλος εν στιγμή απελπισίας ηθέλησε νά κρε- 
μασθη' ένας γείτων του τον είδε και τρέξας έκοψε το σχοι- 
νί καΐ τον έσωσε. 'Αλλ' δ φιλάργυρος άντι νά τον ευχαρί- 
στηση άπήτησε νά του πλήρωση 50 λεπτά δίά το σχοινί 
όπου τα έφθειρε. 

Λέγουν περί άλλου τινός δτι τυφλωθείς ολοσχερώς έκ 
καταρράκτου, απεφάσισε μετά πολλά νά υπέστη έγχείρησιν 
δπως άναβλέψη. 'Αλλ' άφοΰ δ ιατρός έκαμε επιτυχή την 
■έγχείρησιν εις τον ένα όφθαλμόν, δ πάσχων τον έσταμά- 
τησε και δεν τον άφήκε νά προβη εις την έγχείρησιν και 
του άλλου, δηλοοσας δτι χάριν οικονομίας ήρκεΐτο νά βλέ- 



3β7 

πη με το ενα μάτι. 

Κατά τίνα λαϊκγν παράδοσιν, εις φιλάργυρος άκουσας 
την φήμην ετέρου ομοίου του έπορεΰθη προς έπίσκεψίν 
του επί τη ελπίδι ν'άκοΰση παρ' αύτοΰ καμμίαν συμβου- 
λήν. Ό οικοδεσπότης εδέχθη ευγενώς τον συνάδελφον 
και μετά τίνων στιγμών συνομιλίαν εφΰσησε καΐ εσβυσε 
τον μόνον φωτίζοντατό δωμάτιον λΰχνον, λέγων οτι, άφοΰ 
έγνωρίσθησαν και είδαν αλλήλους, ήτο περιττόν πλέον να 
έχουν το φως αναμμένο ν. Ό επισκέπτης εύρεν δρθην την 
παρατήρησιν, αλλ 5 ό'τε ήλθεν ή ώρα του χωρισμού και άνή- 
φθη πάλιν ο λύχνος, εξεπλάγη ϊδα>ν τον ξενίζοντα αυτόν 
με γυμνά τά σκέλη, διότι, δπως του είπε, διαρκούσης της 
συνομιλίας εΐχεν αφαιρέσει το πανταλόνι του, άφου ένεκα 
του σκότους δεν έφαίνετο ή γυμνότης του διά να μη κατά- 
τρίβεται με το κάθισμα. 

"Έτερος διάσημος φιλάργυρος, ευρεθείς εν τφ ναώ κα- 
τά την ώραν φιλανθρωπικοί) εράνου, ήναγκάσθη να ρίψ^ 
εις τον δίσκον εν νόμισμα. € επίτροπος κατά λάθος επα- 
νήλθε πάλιν μετ' ολίγον εις αυτόν και του έτεινε τον 
δίσκον. 

— "Εδωκα, κΰριε, προ ολίγου, του είπε δυσανασχετών 
ό φιλάργυρος. — Το πιστεύω αλλά δεν το είδα, απήντησε & 
επίτροπος. — Και εγώ, παρετήρησεν κάποιος εγγύς ιστάμενος 
και γνωρίζων, καλά την φιλαργυρίαν του, το είδα αλλά δεν 
το πιστεύω. 

Και αυτοί οι Κινέζοι, παρ 3 οις ή φιλαργυρία εΐνε ελάτ- 
τωμα φυλετικόν, έχουν πάμπολλα ανέκδοτα περί φιλάργυ- 
ρων. *Εν τών αστειότερων εινε το έξής' Ρυπαρός φιλαργυ- 
ρος δπως εξοικονομή το προσφάγι του, μετέβαινεν εις την 
άγοράν, δπου πωλούνται ψητά πουλερικά, και έμάζευε με 
το χέρι του παχεΐαν χήνα, διαπραγματευόμενος τάχα την 
αγοράν της. 'Έπειτα επιστρέφων εις την οΐκίαν του, έχωνε 



268 

τα δάκτυλα του αλειμμένα με το πάχος της χήνας εις το• 
ψωμί του και το έτρωγε τοιουτοτρόπως ήρτυμένον. — Με 
συγχωρείτε δια την άηδίαν,'άλλ 3 αυτά εινε, βλέπετε, τα κι- 
νεζικά έθιμα. Έπρόσεχεν δμως νά χώνη μόνον τά τέσσα- 
ρα δάκτυλα. Και το πέμπτον; θ 3 μ 3 ερωτήσετε. Το πέμ- 
πτον το εφΰλαττε διά το πρόγευμα της επομένης. 

Τοιούτον ταλαιπωρημένον βίον στερήσεων διάγουν συ- 
νήθως οι ψυχή τε και σώματι προσηλωμένοι εις το χρη- 
~μα. "Ωστε λίαν προσφυώς ό άσωτος κόμης Βώκιγχαμ προς, 
τον φίλον του φιλάργυρον Κώττλερ, παρακινοΰντα αυτόν 
νά ζήση δπως εζη και εκείνος, απήντησε: 

— Νά ζήσω δπως ζήτε καΐ σεις!... 'Αλλ" εχω καιρόν 
πάντοτε νά το κάμω αυτό, δταν μου λείψη και δ τελευταί- 
ος μου δβολός. 

Ή φιλαργυρία τιμωρείται μετά θάνατον; Αυτή τουλά- 
χιστον εινε ή γνώμη πάντων των Πατέρων της Εκκλησί- 
ας, πάσα δε θρησκεία πρεσβεύουσα την υπό της Θείας δι- 
καιοσύνης άνταπόδοσιν των άνθροοπίνων πράξεων κατά 
το μέλλοντα βίον, καταλέγει τους φιλάργυρους μεταξύ των 
κολαζομένων. 

Εινε περίεργον εν τούτοις δτι δ Δάντης, δ φαντασθείς 
τοιαύτα φρικκοδη βασανιστήρια διά τους άλλους αμαρτω- 
λούς, κατατάσσει τους φιλάργυρους δχι εις την Κόλασιν,„ 
αλλ 5 εις το Καθαρτήριον. Περιγράφει αυτούς εις το ΙΘ\. 
άσμα του Καθαρτηρίου έξηπλωμένους πρηνεΐς κατά γης, 
μή δυναμένους νά άναστραφώσι και άναφωνουντας γοε- 
ρώς την ρήσιν του ψαλμού: «εκολλήθη τή γη ή ψυχή μου» 
Μεταξύ αυτών δποιητής συνήντησε τον διαβόητον επί φι- 
λαργυρία πάπαν Άδριανόν τον Ε'., δστις έξήγησεν αυτφ^ 
το είδος και την αϊτίαν της βασάνου. 'Αλλά τιμωρία πολύ 
βαρύτερα θά ί)χο αν οι φιλάργυροι ήδύναντο μετά Θάνα- 
τον νά επανέρχονται εις τον κόσμον, και νά βλέπουν ποί- 



269 

•αν χρήσιν ποιούνται του πλούτου, τον όποιον εκείνοι συ- 
νέλεξαν με τόιτας στερήσεις*και θυσίας, οι άσωτοι ως έπι το 
πολύ κληρονόμοι των. Την σκληράν ταΰτην βάσανον υφί- 
στανται ενίοτε και εν τη ζωή, βλέποντες τους υιούς αυτών 
να δεικνύουν τόσον ασεβή περιφρόνησιν προς το λ,ατρευο- 
μενον παρ 3 αυτών χρήμα, 

Γνωστόν δε εινε το άνέκδοτον τοΰ υιού του πλουσίου 
Ικείνου και φιλάργυρου τρσπεζίτου, όστις φωραθεις υπό 
τοΰ πατρός του καπνίζων σιγάρον πέντε φράγκων, ενώ 
δι* οΐκονομίαν εκείνος έκάπνιζε σιγάρα τών πέντε λεπτών, 
απήντησεν εις τάς πατρικάς παρατηρήσεις* « — Μα του λό- 
γου δέν έχεις όπως εγώ πλούσιον πατέρα ! 

Το αληθές εινε ότι ότι ή φιλαργυρία, όταν κορυφωθ^ 
καταλαμβάνει την ψυχήν όλόκληρον, και δέν επιτρέπει 
νά εισχώρηση εϊς αυτήν καμμίαν αρετή. Την ιδίαν ταύτην 
διετύπωσε και ο Σωτήρ ημών εις το γνωστόν εύαγγελικόν 
ρητόν: Ου δύναται τις δυσιν κύριοι δουλεύειν, Θεώτε και 
Μαμμωνα. Ή λέξις Μαμμωνάς είναι συριακή, σημαίνουσα 
■θησαυρόν, αλλ 3 ό Μίλτων εις το ποίημα του «Ό απολε- 
σθείς Παράδεισος» ώνόμασε δι 3 αυτής ιόν δαίμονα, τον 
διδάξαντα τους ανθρώπους νά έξορύττωσι τους εις τα έγ- 
κατα τής γής κρυπτομένους θησαυρούς, προστάτην δε τών 
φιλάργυρων και τών τοκογλύφων. Κατά δε τους δαιμονο- 
λόγους, οι έφορεύοντες έπι τών θησαυρών δαίμονες εινε 
ο Άναραζήλ μετά τών συντρόφων του Γαζιήλ και Φεδώρ, 
μεταφέροντες τον κεχωσμένον εν τη γη πλοΰτον από τοΰ 
Ινός εις άλλο ση μείον, διά νά μή άνευρίσκωνται 
νπο τών ανθρώπων, ό Μαρκοηνίας όστις τιτλοφορείται 
και μέγας μαρκήσιος τοΰ 'Άδου, και εμφανίζεται εις τους 
επικαλούμενους αυτόν υπό μορφήν λυκαίνης με πτέρυγας 
γρυπός και οΰράν ό'φεως, και ό Σκώξ, μέγας δούξ και αν- 
τός τών καταχθόνιων, αρχηγός τριάκοντα λεγεωνών διά- 



2?0 

βολών εμφανιζόμενος υπό μορφήν πελαργοί. Ό τελευ- 
ταίος οΰτος έχει την ϊδιοτροπίαν να ΰπεξαιρη τα χρήματα 
των ανθρώπων και να μη τάποδίδη ειμή μετά παρέ- 
λευσιν 1200 ετών. Και με συμπαθάτε αν ή προθεσμία είνε 
δλίγη Ι.,.Δέν γνωρίζομεν μόνον αν τά άποδίδη με τον τό- 
κον, διότι τότε άλλοίμονόν του ! 



27 1. 



ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ 



— Ποιος εινε αυτός ; ήρώτησα τον φίλον μου περί 
ανθρώπου αγνώστου μου, από του όποιου μόλις ειχεν 
αποχωριστή, άφοΰ συνοομίλησε μαζί του επί άρκετήν ώραν 
και μάλιστα, κατά το φαινόμενον, μέ πολλήν οικειότητα. 

— Δεν ξεΰρω, μου άπήντησεν αφελώς. 

— Πώς ! είπα άπορων" συνομιλείς τόσην ώραν μαζί του 
φιλικώτατα, και δεν γνωρίζεις οΰτε κατ' όνομα αυτόν τον 
άνθρωπο ν ; 

— Μα... κάποιος Νικολάκης θα εΐνε και αυτός, νομίζω» 

Και επειδή τον έβλεπα μέ περιέργειαν, μη έννοών τήν 
άπάντησίν του, ό φίλος μου έπανέλαβεν επεξηγηματικώς: 

— Ναί, κάποιος Νικολάκης χωρίς άλλο... Άλλα το Νι- 
κολάκης δεν εΐνε όνομα* εινε τΰπος, εΐνε κατηγορία. Τους 
ονομάζω έτσι άπό μίαν φοράν προ ετών, πού μας έτυχε 
μία νόστιμη ?στορία μ* ενα τέτοιου είδους άνθρωπον. θέ- 
λεις να την ακούσης; 

* 

*Ητον ή παληά καλή εποχή, ήρχισε λέγων ό φίλος, 
μου, χωρίς να περιμένη τήν συγκατάθεσίν μου. Αρκετά 
χρόνια έπέρασαν άπό τότε! Τήν συντροφιά μας τήν εν^υ- 
μεϊσαι, γιατί ήσουν και συ μέλος, πριν μας φΰγΤ)ς άπό τάς 
Αθήνας: φοιτηταί και τελειόφοιτοι, ένας — δυο έπιστήμο- 



272 

νες πρωτόβγαλτοι, υπάλληλοι νεοδιορισμένοι, νέοι δημοσι- 
ογράφοι, δλοι καλά παιδιά. Έσμίγαμε κυρίως προς το βρά- 
δυ εις το καφενείο ν και οι περισσότεροι έδειπνοΰσαμεν 
®τό ίδιο ξενοδοχεΐον έπειτα έμέναμεν αργά την νΰκτα, 
πότε στο θέατρον, πότε άλλου. 

«Μια βραδυά είχαμε γλέντι Έπανηγυρίζετο το δίπλω- 
μα της Νομικής, δπου είχε πάρει με λίαν καλώς ένας απ® 
χήν παρέα, ό Αλέκος. 

Το σχετικον φαγοπότι είχε παραγγελ^ή εις το ξενοδο- 
χεΐον μας, τη Λεύκα, Έγώ ηργησα νά ύππάγω εκείνο το 
βράδυ ένεκα απρόοπτου εμποδίου. 'Όταν εφ-θασα, τους εΰ- 
ρηκα στρωμένους εις το τραπέζι καΐ η σιαγόνες εδοΰλευαν 
γερά. Τ Ησαν δλοι οι γνωστοί μου* ένας μόνον μου εφάνηκε 
ξένος, αλλά δεν έδωκα προσοχή* ενόμισα πώς θά ήτο κα- 
νένας προσκεκλημένος. 

«Άλλα δταν ήρχισε το γλέντι νά ζωντανεΰη, αυτή ή 
περιφρονημένη μονάς— διότι κανείς εκ τών συνδαιτυμό- 
νων δεν εφαίνετο νά έχη μαζί του μεγάλην οικειότητα — 
ήρχισε ν' αποκτά έξαιρετικήν σημασίαν. ε Ωμίλει διαρκώς, 
εγνωμάτευε περί δλων, άπεφάσιζε, διέττασε. Σιγά σιγά έφά- 
νη κατακτήσας την πρωτοκαθεδρίαν και κυρίαρχων εις τ• 
τραπέζι. 

«Αυτός ανέλαβε τον έντεχνον διαμελισμόν του ψητοΰ* 
αυτός έδιδεν οδηγίας εις τήν σαλάταν' αυτός έμάλωσε τον 
•δπηρέτην διά το κρασί: 

«—Τι είν 9 αυτό που μας έφερες; 

« — Γιοματάρι. 

« — Πάρ' τα άπ' εκεί, βρέ! σώσμα νά φέρης. 

«— Μά... 

« — Δεν έχει μά... αυτό πού σου λέει δ Νικολάκης! 

Αυτός έκαμε τήν έκλογήν και τή\ παραγγελείαν διά τά 
οπωρικά Ήτο πλέον δ ανεγνωρισμένος συμποσίαρχος. 



273 

'Όταν ήλθε δε ή ώρα των ευχών και των προπόσεων, αυ- 
τός είπε την πρώτην και στερεότυπον έκείνην, ήτις εκφέ- 
ρεται εις κάθε συμπόσιον αναλλοίωτος από της μειόκαινου 
αποχής: 

Αυτό το ποτηράκι 
τό πίνω στην υγεία τον Άλεχ... 

Έκεΐ έκόμπιασεν ολίγον. Ό στίχος, δσον άπλοΰς και 
αν έφαίνετο, δεν έταίριαζεν' αλλ* ευθύς άναθαρρήσας τον 
συνεπλήρωσε λέγων: 

Τό πίνω στην υγειά του Άλεχάχη... 

«Κα! μετά τό ποιητικόν αυτό κατόρθωμα έκάθισε και 
έ'ρριψε βλέμμα θριαμβεύοντος ηρωισμού εις την όμηγύριν, 
ιος να είχε τελειώσει ενα σονέττον του Έρεδιά, ή τό ναδα 
1>Γ186 του Συλλύ — Πρυδώμ. 

«Μετ' ολίγον, δτε ήγέρθη δειλά δειλά κά'ποια συζήτη- 
φιλολογική και καλλιτεχνική, αυτός έπέβαλεν αύστηράν 
■σιγήν με ΰφος αύταρχικόν. 

« — "Ωχ αδελφέ! .για φιλολογίες θα κουβεντιάζουμε τώ- 
ρα; Εμπρός, νά πούμε κανένα τραγουδάκι! 

«Και έδωκε πρώτος τό σύνθημα τών ασμάτων, τραγου- 
δήσας κάποιον άσμα πολύ άρχαΐον, πολύ χυδαιον και πολύ 
σαχλόν. Κατόπιν έπεστάτησεν εις τον λογαριασμόν, τον εξή- 
λεγξε, τον διωνΰχισε, διεφιλονείκησε μερικά κονδύλια, και 
έδωκε τό πρόσταγμα της εξόδου, συμφώνως μέ τό πρό- 
γραμμα, τό όποιον μόνος του είχε καταρτίσει καΐ επικυρο}- 
σει, μη δεχόμενος καμμίαν επ' αυτού άντίρρησιν. 

« — Τι! καφέ μας γυρεύεις τώρα! είπε μέ άπότομον ύ- 
φος έπιπ?.ήξεως προς ενα τών συνδαιτυμόνων, εκφράσαντα 

18 



274 

επιφυλακτικώς την έπιθυμίαν να πίη ενα βαρύν και γλυκοί 
μετά την εΰωχίαν. "Υστερα από το κρασί πάει μπίρρα. Ό 
καφές αργότερα. 

«Αυτός εφα!^> ουδεμία άντίρρησις. 
«Ή παρέα τον ήκολοΰθησεν απαθής ώς ποίμνιον εις 
το ζυθοπωλεΐον, δπου αί σπονδαΐ προς τον Γαμβρΐνον δι- 
' εδέχθησαν άφειδέστεραι τάς εις τον Βάκχον προσφερθείσας* 
«Εις μερικά διαλείμματα δλων των σκηνών αυτών μου 
ήλθεν ή επιθυμία νά πληροφορηθώ περί της ιδιότητος αυ- 
τού του αγνώστου, δστις τόσον έξαφνα και ραγδαία μας 
είχε καθυποτάξει δλους. Άλλ' ό παρακαθήμενος φίλος, εις 
τον όποιον άπετάθην, διετέλει επίσης εις ά'γνοιαν, υπέθετε 
δε ως εγώ δτι θά ητο κάποιος φίλος του Αλέκου. Συστά- 
σεις δεν εγειναν, διά νά γνωρισθώμεν. Ή εθιμοτυπία εις 
αυτήν την ήλικίαν καΐ εις αύτάς τάς περιστάσεις απουσι- 
άζει* εκεί δπου βράζει ό διπλούς μούστος του κρασιού και 
της νεότητος αυτή δεν τολμά νά έμφαν»σθη, διότι αποπέ- 
μπεται με γιουχαίσματα και με καρπαζιές. 

Μετά τον ζΰθον έρροφήθη τέλος πάντων και ό καφές* 
επειδή δέη νΰκτα ητο ωραία, γλυκεία και σεληνοφαπιστος>, 
ερρίφθη ή ιδέα ενός ρωμαντικοΰ περιπάτου. 

« — Ναί, αλλά μέ αμάξια, απεφάνθη ό Νικολάκης. 
«Και άφοΰ υιοθέτησε και έτροποποίησεν οΰτω την προ- 
τασιν, την οποίαν και επέβαλε καισαρικώς κατά το σύστη- 
μα του, τήν έ'θεσεν αμέσως εις ενέργειαν, 

« Ή άμαξοδρομία έγεινεν, άλλ' εΐχεν έπίλογον κάπως 
τραγικόν. Διότι, δταν ήλθεν ή στιγμή της πληρωμής, άνα- 
ψε καυγάς τρικούβερτος μέ τους αμαξάδες. °0 Νικολάκης 
εΰρήκεν ύπερβολικάς τάς απαιτήσεις των διεμαρτυρήθη. 
άγρίως, έβρυχήθη, ήπείλησεν* οι αμαξάδες απήντησαν μέ 
τραχύτητα και ιταμότητα* παρενέβησαν εις τήν έριδα οι 
ζωηοότεροι της συντροφιάς μας* ΰψώθησαν εις τον αέρα 



275 

ράβδοι και μάστιγες, ήστραψαν δε και ενα δλ'Ο περίστρο- 
φα. "Ετρεξαν τα αστυνομικά όργανα, διέλυσαν την συμ- 
πλοκήν, και μας έκουβάλησαν όλους εις το τμήμα. 

« Κατά καλήν τΰχην εΰρί σκέτο εκεί ό αστυνόμος, νέος 
επιστήμων, φίλος του 3 Αλέκου, γνωστός δε και εις τους 
περισσοτέρους εξ ημών καΐ γνωρίζων τάς ειρηνικός μας 
έξεις. 'Ήκουσε την άναφοράν των οργάνων του, έζήτησε 
καΐ από ημάς μερικάς συμπληρωματικός πληροφορίας πε- 
ρί των διατρεξάντων, και μετά τινας φιλικός επιπλήξεις 
και νουθεσίας μας απέλυσε. 

« Ίο περίεργον δμως εΐνε δτι ο ήρως της εσπέρας, 6 
δημιουργός και πρωταγωνιστής των έκτακτων σκηνών και 
επεισοδίων, έλειπε κατά την τελευταίαν στιγμήν. Μέσα εις 
τον θόρυβον και την ζάλην της συμπλοκής και της αστυνο- 
μικής επεμβάσεως, 6 ατρόμητος Νικολάκης έξηφανίσθη και 
εις το άστυνομικόν τμήμα έσΰρθημεν δλοι, πλην αΰτοΰ ! 



Την έπομένην κατά την πρώτη ν μας συνάντησιν εγει- 
νεν εις τον φιλικόν μας κΰκλον ή ιστορική άνακεφαλαίω- 
οις τών σκηνών μετά πολλών συζητήσεων και σχολίων. 
Φυσικά ή πρώτη έγερθεΐσα απορία ήτο : 

« — Μά ποιος εΐνε αυτός ό Νικολάκης ; 

« Και έπηκολούθησεν ή στερεότυπος έξήγησις : 

« — Κάποιος φίλος του Αλέκου θά εΤνε. 

« Άλλ 3 ό Αλέκος έλθω ν και ερωτηθείς, έδήλωσεν οτι 
δεν τον έγνώριζεν. 

« — "Ισως εΐνε φίλος του Κώστα, εΐπε. 

« ε Ο Κώοχας παρέπεμψεν εις τον Ήλίαν, ό Ηλίας ει; 
τον Νΐκον, ό Νϊκος εις τον Παΰλον καΐ οΰτω καθεξής. Ή 
ερώτησις έκαμε τον γΰρον τής συντροφιάς και έξηκριβοοθη 



276 

δτι κάνεις από αυτήν δεν έγνώριζε τον Νικολάκην. 

« Έγνώσθη μόνον μετά καιρόν και κατά τΰχην δτι ά 
χαριτόβρυτος αυτός κύριος ήτο γραμματεύς ειρηνοδικείου 
εις κάποιαν έπαρχίαν, μετατεθείς άλλαχοΰ καΐ παρεπίδη- 
μων κατ* εκείνας τάς ημέρας εις την πρωτεύουσαν. Πώς 
Ικόλλησεν έκείνην την έσπέραν εις την συντροφιών μας, 
πώς έλαβε τόσον ένεργόν μέρος καΐ πώς έξηφανίσθη, εμει- 
νεν άνεξήγητον. 

'Ένα σημειον ακόμη έμεινε σκοτεινόν, αν επλήρωσεν ή 
το αναλογούν εις αυτόν μερίδιον εκ του κοινού λογαρια- 
σμοί), πριν έξαφανισθή. 'Αλλ 3 εΐνε πολύ πιθανόν, εάν ή 
κριτική ιστορία άσχοληθή ποτέ να εξακρίβωση το πράγμα» 
δτι ή άπάντησις θά εΐνε αρνητική. 



277 



Ι- 
ΤΑ ΚΕΡΑΣΙΑ 



— Τί σκέπτεσαι δι 9 αυτοί ; με ήρώτησεν δ φίλος μου 
Έπιμενίδης, δεικνύων το έπι της τραπέζης τόΰ γεύματος 
μας απομένον ακόμη πινάκιον, γεμάτον από κεράσια ρο- 
δοκόκκινα, δροσερά, προκλητικά ως παρθενικά χείλη. 

Ό φίλος μου εΐχε την κακήν συνήθειαν, ίσως προς δι- 
καιολόγησιν του φιλοσοφικού του ονόματος, *άντ! να παρα- 
δίδεται μετά το γεύμα εις την μακαρίαν νάρκην του σώ- 
ματος και του πνεύματος, της οποίας νά παραγγέλματα της 
αρχαίας και νεωτέρας διαιτητικής — ροδί ρΓαικϋιιηι δΐ&Ιήδ 
— συνιστούν ώς εξόχως βοηθητικήν εις την μυστηριώδη 
λειτουργίαν της πέψεοος, νά προκαλή συζητήσεις επι δια- 
φόρων σοβαρών θεμάτων και νά προσπαθή νά λΰη τά με- 
γάλα φιλοσοφικά ζητήματα και τά σκοτεινά προβλήματα 
της ζωής. . 

— Σκέπτομαι, απήντησα επίτηδες δια νά καταβιβάσω 
τους συλλογισμούς του εις χθαμαλόν και άκίνδυνον επίπε- 
δον, δτι στοιχίζουν εις την 'Αγοράν δραχμάς 1,60 την 
δκάν, ένφ εις την χώραν μας τήν εΰφορον, την προικισμέ- 
Ύην με τόσον θαυμάσιον κλίμα, άπρεπε νά πωλούνται ί•υ- 
θηνότερα. 

— Σκέπτεσαι ώς μανάβης, μου εΐπε με μορφασμόν πε- 
ριφρονήσεως. Έγώ σ'ερωτώ διά τον σκοπον τον οποίον 
ημπορεί νά έχουν αυτά τά προϊόντα εις ττν οίκονομίαν 
της φύσεως καΐ διά τον προορισμόν τον όποιον Ικπληροΰν 



278 

εις τον πολυσύνθετον μηχανισμόν της ζοοής και τσς παν- 
τοίας μεταξύ των δντων σχέσεις. 

Ένόησα δτι έματαιοπόνουν επιχειρών να συγκρατήσω 
την άκράτητον όρμήν τών θεωριών του καΐ άφέθην αμα- 
χητί εις την φλυαρίαν του με την έγκαρτέρησιν με την 
οποίαν παραδίδεται δ κατάδικος εις χείρας του δημίου επί 
του ικριώματος. 

— Διότι δεν πιστεύοο να νομίζης, εξηκολούθησεν, δτι 
κάθε πράγμα εις τον κόσμο ν, και αυτό το ταπεινότατον, 
δεν έχει τον προορισμό ν του. Προορισμόν έχει και ο μέγας 
εφευρέτης και το κουνούπι πού με αύθάδειαν σαλπίζει πε- 
ρί τα ώτα του, καθ* ην στιγμήν εκείνος έγκΰπτει εις τάς 
μελετάς του. Προορισμόν έχει και δ Παρθενών, δποΰ βλέ- 
πεις και θαυμάζεις έκει επάνω, εις την Άκρόπολιν, και το 
αύτοτε?^ές κάρφος δπού καταπατάς χωρίς να προσέξης εις 
τον δρόμον. Εις τήν πλάστιγγα δπου δοκιμάζει το ύλικόν 
τών απόκρυφων σχεδίων και συνδυασμών της ή πολύμορ- 
φος φύσις, ένας κόκκος άμμου βαρύνει περισσότερο ν ενίο- 
τε από μίαν πυραμίδα επιστημονικών συγγραμμάτων και 
ενα πτάρνισμα περισσότερον από ένα ενδοξον πολεμικόν 
κατόρθωμα. Κάθε πράγμα εις τον κόσμον εινε αιτιατόν 
αμα και αίτιον* κάτι το εδημιούργησε και κάτι δημιουργεί 
και αυτό το ίδιον. 'Όλα τα οντά σχετίζονται άνάμεσόν 
των* τα συνδέει μία άλυσις άναρχος και ατέρμων, ήτις 
εξέρχεται από την άβυσσον του παρελθόντος και εισχωρεί 
εις το χάσμα του μέλλοντος. Βλέπομεν ενίοτε μερικούς 
κρίκους εξ αυτής, άλλα δεν ήμποροΰμεν ποτέ σχεδόν να 
παρακολουθήσωμεν την άλληλουχίαν των. € Η ενέργεια 
τήν δποίαν βλέπομεν, σήμερον και τήν δποίαν λογικευ- 
όμενοι άποδίδομεν εις κάποιον πρόσφατον αίτιον, εινε 
απότοκος πράγματι αφορμής απομεμακρυσμένης πολ- 
λάκις, και το σημερινόν συμβάν, το οποίον παρορώμεν* 



279 

Ύ| τό όποιον θεωροΰμεν λήξαν άνευ συνεπειών, θα 
έχη πιθανώς τον αντίκτυπο ν του εις γεγονότα τοΰ 
απωτέρου μέλλοντος. Γνωρίζεις τό περίφημον ρητόν τοί5 
Πασκάλ περί της μΰτης της Κλεοπάτρας" δεν εΐνε πραγμα- 
τικούς ορθότατη ή σκέψις δτι, αν ήτο κατά τινας γραμμάς 
μεγαλειτέρα ή ρις της εστεμμένης εκείνης εταίρας, ή τΰχη 
του κόσμου ίσως θα ΐ\χο σήμερον άλλοία ; 

Έσιώπησε προς στιγμήν, ώς να ήθελε να ΐδη την έν- 
τύπωσιν την οποίαν μου έπροξένει ή παράδοξος αΰτη δια- 
τύπωσις της Θεωρίας τοΰ νζεζερμινισμοϋ. "Επειτα έξηκο- 
νλοΰθησεν : 

— Ό Δάρβιν αναφέρει ενα περίεργον παράδειγμα περί 
των ύπαρχουσών απόκρυφων σχέσεων μεταξύ τών δντων 
και περί της λεληθυίας άλληλεπιδράσεως εις την γενικήν 
λειτουργίαν της ζωής. "Οπου υπάρχουν, λέγει, πολλοί 
γάτοι, έχει σπανίζει είδος τις τριφυλλιού. Τό απόφθεγμα 
φαίνεται εκ πρώτης όψεως όξΰμωρον. διότι οι γάτοι, ώς 
γνωστόν, δεν εΐνε ζφα φυτοφάγα* άλλ' ιδού ή έξήγησις : 
οι γάτοι αρέσκονται νά εξολοθρεύουν τους ποντικούς, τους 
τε οΐκοδιαίτους και τους αρουραίους* οι ποντικοί αρέ- 
σκονται τά τρώγουν εν είδος βρούχων, οΐτινες πάλιν αρέ- 
σκονται ν 3 άναφανίζουν τό τριφΰλλιον' αρα όπου πολλοί 
γάτοι, εκεί και ολίγοι ποντικοί, επομένως δε πολλοί βροΰ- 
χοι, και συνεπώς ολίγον τριφΰλλιον. 

«Άνάλογόν τι μου ενθύμισαν προ ολίγου τά κεράσια, 
περί τών όποιων σε ήρώτησα. "Ετυχε κάποτε νά με πλη- 
σίαση καθ 3 όδόν και νά με χαιρετήση άνθρωπος τις, εξ 
εκείνων τους οποίους γνωρίζομεν επί μίαν στιγμήν και λη- 
σμονοΰμεν κατόπιν επί πολλά ετη, εως ότου καμμία άλλη 
σΰμπτωσις τους φέρη πάλιν εμπρός μας εϊς^τόν δρόμον μας. 
Ένθυμούμην άμυδρώς δτι τοΰ είχα προσφέρει κάποιαν 
Ικδοΰλευσιν, αλλά δεν ένθυμοΰμην ού'τε τό όνομα ούτε τα 



280 

επάγγελμα του. Ή άγνοια του τελευταίου τούτου εινέ τν 
συνηθέστατον. Όλίγοι εΐνε οι προνομιούχοι, οι όποιοι 
φέρουν την μάρκαν του Ιδιαιτέρου των επαγγέλματος εϊς 
το έξωτερικόν των* ως προς τους άλλους δέ, τους πολλοΰς ? 
οπού δεν φέρουν κανένα διακριτικόν γνώρισμα, εΐνε εύκο- 
λώτατον να υποπέσω τις εις κωμικά λάθη, όταν προσπαθη 
να μαντεΰση την ιδιότητα των. Μου ετυχέ ποτέ, αποβιβα- 
σθείς εις Χαλκίδα εν συνοδία φίλων εξ Αθηνών, να συν- 
αντήσω ενα γνώριμον. Λέγων δέ γνώριμον, εννοώ άνθρω- 
πον μετά του οποίου έτυχε νά επικοινωνήσω δυο — τρεις 
φοράς άλλοτε. Και είχε μεν αυτός την άγαθήν πρόνοιαν 
νά μου υπενθύμιση το δνομά του, αλλ 3 δχι και το επάγ- 
γελμα, το όποιον είχα επίσης λησμονήσει, ή πιθανώτερον 
δεν είχα μάθει ποτέ. 

»Δέν ήξεΰρω πώς μου ε*χε καρ-φωθή ή ιδέα δτι ό άν- 
θρωπος αυτός ήτο καθηγητής, και επειδή επρεπεν εξ αβρό* 
τητος νάνταλλάξω μαζί του μερικάς λέξεις, ήρχισα νά τον 
ερωτώ περί του εκεί Γυμνασίου, περί τών μαθημάτων 
και τών μαθητών, και τά τοιαύτα* οι δέ συνταξειδιώται,, 
παρασυρθέντες εκ τών λόγων μου εις την αυτήν πλάνην, 
ύπερεθεμάτιζον εις τάς ερωτήσεις. Είδα δτι ό άνθρωπος 
εστενοχωρεΐτο, και ήρχισα νά ΰποπτεΰω δτι είχα κάμει 
καμμίαν γκάφαν, δτε, ως από μηχανής θεός, ενεφανίσθη 
εις κλητήρ του δικαστηρίου, προσκαλέσας εκ μέρους του• 
προέδρου τον παρ' ημών εκλαμβανόμενον ως καθηγητήν 
νά σπεΰση νά μεταβή εις το δικαστήριον, διά νά λάβη μέ- 
ρος εις την συνεδρίασιν. Ό άνθρωπος ήτο πρωτοδίκης, και 
ημείς, διά νά έπανοορθώσωμεν το σφάλμα, τον έξεθεώσα- 
μεν κυριολεκτικώς προσαγορεΰοντες αυτόν με τον πράγμα- 
τικόν του τίτλον, ερωτώντες τάχα μετ' ενδιαφέροντος αυ- 
τόν περί τών εργασιών του Πρωτοδικείου και τών δικα- 
στών και τών αποφάσεων κλπ. 



281 
>*Αλλ 3 επι το προκείμενον. 

» Επειδή έπρεπε να εϊπώ δυο λόγια εις τον γνωστόν 
μου άγνωστο ν, του οποίου το πενιχρόν εξωτερικόν έμαρ- 
ϊύρει δτι άνήκεν εις την έργατικήν ταξιν, άλλα του οποίου 
ήγνόουν το είδικόν έργον, απηύθυνα προς αυτόν μίαν γε- 
νικήν και αόριστον έρίότησιν : 

« — Πώς τα περνάς ; 

» — Καλά, μου απήντησε. 

» Και () δουλειές πώς πηγαίνουν ; 

>Έμόρφασεν εκείνος και μου άπήντησεν : 

> — Κτσι κ έτσι. 
^ »— Μά καλά, επέμεινα εγώ, χωρίς νά ήξεΰρω τί ακρι- 
βώς εννοώ, τώρα το καλοκαίρι ;... 

>Ό άγνωστος έ'λαβεν ένα ΰφος επεξηγηματικόν, δν και 
κάπως μυστηριώδες. 

» —Βλέπετε, μοϋ είπε, τώρα εΐνε ακόμη το κεράσι και 
με αυτό δεν γίνεται πολλή δουλειά !... "Αν δεν βγι] το 
σταφύλι !... 

«Το σταφύλι!... το κεράσι!... Προς στιγμήν ένόμισα 
δτι ήτο δίκωροπώλης. Άλλ' έξαφνα μοϋ ήλθενείς ιόν 
νουν μία φωτεινή άνάμνησις. 

«ΈνθυμήΘην δτι προ τίνος χρόνου, τη παρακλήσει κά- 
ποιου φίλου μου συνετέλεσα δια της συστάσεως μου νά 
προσληφθή δ άνθρωπος εκείνος, στερούμενος τότε πάσης 
άλλης εργασίας, εις τήν ύπηρεσίαν ενός τών ιδρυμάτων, 
τών καταφυγίων, δια νά εϊπω καλλίτερα, της δημοσίας ανάγ- 
κης,^ ανεγερθέντων προσφάτως τότε υπό της δημοτικής 
α9/.ής— και φεΰ! μή πολλαπλασιασθέντων έκτοτε— εις δι- 
άφορα σημεία της πρωτευούσης, καταφυγίων τα «ποία ή 
σεμνοπρεπής αγγλική ευφημία αποκαλεί δια της λέξεως 
λν^ϋβΓ— οίοδείδ, ή δε συμβολική τών ξενοδοχείων σημει- 
ώνει μέ δυο ή τρία μηδενικά. 



282 

«Το μυστήριον έλύετο' το κεράσι, εκ της απόψεως εκ 
της όποιας το έξήταζεν ο δυστυχής εκείνος, απόψεως άφο- 
ρώσης εις τον πολύ στενόν ορίζοντα του επαγγέλμα- 
τος του, δεν ήτο καρπός ωφέλιμος εις αυτόν* ενφ το στα- 
φύλι, χάρις εις τάς μεγαλυτέρας ΰπακτικάς του ιδιότητας, 
συνετέλει εις... πώς να το ειπώ;... εις την αύξησιν της πε- 
λατείας, επομένως και εις την αΰξησιν τών κερδών των 
^ιακονούντων εις τα τεμένη εκείνα της ευμάρειας ! 

«Κα! ιδού αί όπώραι, τα ποιητικοοτατα αυτά της φΰ- 
<5εως προϊόντα, αί δπώραι αί εύφραίνουσαι τους οφθαλ- 
μούς κα! τον οϊσοφάγον, καθιστάμεναι δχι πλέον αντικεί- 
μενα ποιητικών περιγραφών ή ροοπογραφίας, αλλά βιολο- 
γικόν θέμα περιεργότατον ώς παρέχουσαι τροφήν δχι μό- 
.-μον εύάρεστον κα! άμεσονείς τους, ανθρώπους, αλλά καί... 
Ι'μμεσον ακόμη δια τών συνεπειών των... 

— Φθάνει ! φθάνει διά τον Θεόν ! είπα διακόπτων 
τον φίλον μου μετά γέλωτος. 

Το θέμα'τής ομιλίας δεν ήτο βέβαια το μάλλον άρμόζον, 
κατά την ώραν μάλιστα εκείνη ν, την μετά το γεύμα. 3 Αλλ* 
ομολογώ δτι την χυδαίαν αυτού άπρέπειαν έσκέπαζε το πε- 
ρίεργον φιλοσοφικόν πόρισμα, το έξαγόμενον εκ της διηγή- 
®εως του ιδιότροπου φίλου μου και διδάσκον δτι ή προ- 
νοητική φύσις, ή δωρήσασα τόσα κα! τόσα μέσα συνασπι- 
σμού κα! αλληλοβοήθειας εις τους ανθρώπους, εφρόντισε, 
0αφώς κα! περ! της αλληλεγγύης τών εντερικών σωλήνων. 



Η ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΙΣ 



« "Εχει τι το συμφέρον, ως εοικε, και το άντίζηλον εκ 
;>τοΰ βίου τα πράγματα και ου πάνυ τι αλυσιτελές τοις 
:> ορθώς επιστήσασι δοκιμάζεται, οίον άκόνη τών άνθρώ- 
»πων την φιλοτιμίαν εις ία εαυτών παραθήγον φιλοπονή- 
»ματα^>, γράφει δ Νεόφυτος Δούκας εις τάς κριτικάς αΰτου 
επιστασίας, τάς προτασσομένας του κειμένου εις την εκδο- 
σιν του Ήρωδιανοΰ. Πράγματι δε το άντίζηλον εΐνε δρος 
προόδου εις πάσαν δράσιν, δξΰνον μεν την τάσιν προς την 
τελειότητα, συνέχον δε την ύπερβολήν και κανονίζον την 
ΐσορροπίαν. Ή άντίδρασις εΐνέ τι άναπόσπαστον από της 
δράσεως, δπως ή σκιά από του φωτός. 

Δια τούτο ή άντιπολίτευσις συνυπάρχει φυσικώς ώς άν- 
τίδρασις εις πάσαν έξουσίαν. Εις πάσας τάς θεογονίας ανα- 
γνωρίζεται ώς δρος της ανωτέρας του σύμπαντος εποπτεί- 
ας, και προσωποποιείται και συμβολίζεται παντοιοτρόπως. 
Εις τάς συντεταγμένας δε πολιτείας υπάρχει ανέκαθεν, ότέ 
μεν αφανής και υποκύπτουσα υπό τον όγκο ν της τυραννί- 
ας και της αυθαιρεσίας, ότέ δε αγωνιζομένη και διαμαρ- 
τυρόμενη και έξανισταμένη. Τά νεώτερα μάλιστα και φι- 
λελεύθερα πολιτεύματα αναγνωρίζουν αυτήν επισήμως ώς 
θεσμόν, άπαραίτητον εις την εΰρυθμον αυτών λειτουργίαν 
και παρέχουν εις αυτήν την θέσιν την άρμόζουσαν εις τήν 
έκπροσώπησιν της μειονότητος της κοινής γνώμης. 

Ύφ 9 οιονδήποτε τύπον ή άντιπολίτευσις εινε δΰναμις 



284 

κολάζουσα την ύπέρμετρον ίσχύν και την έ'παρσιν και χα- 
λιναγωγούσα την προς το άδικον καΐ το αΰθαίρετον ροπήν 
του ισχυρού. Ή φωνή εκείνη του δούλου : «Φίλιππε, μέ- 
μνησο δτι άνθρωπος εί» εΐνε ή φωνή της αντιπολιτεύσεως, 
τήν οποίαν ό περίνους ήγεμών της Μακεδονίας εταξεν 
εκουσίως παρ 5 αύτώ. Οι δε Ρωμαίοι, ενόσω ήσαν ζηλω- 
ται της εαυτών ελευθερίας, έπέτρεπον κατ 9 άρχαΐον εθος 
εις τους παρακολουθουντας τους θριάμβους των νικηφό- 
ρων στρατηγών όπλίτας νά δνειδίζουν τον Θριαμβεΰοντα, 
ή νά υπενθυμίζουν εις αυτόν μετά σκωμμάτων επι?,ηψίμους 
πράξεις του βίου του. Ό Σουετώνιος αναφέρει και τους 
στίχους τους αδομένοΰς υπό τών στρατιωτών, κατά τον 
Γαλατικόν θρίαμβον του Καίσαρος, υπαινισσόμενους δε 
τάς κατά την νεότητα αΰτοϋ ανήθικους σχέσεις του μετά 
του βασιλέως της Βιθυνίας Νικομήδους, και έχοντας ώς 

ΟαβδαΓ ΟαΙΗαδ δΐιοθ^ΐί:, Νίοοηιεάεδ Οαεδατειτι. 
Εοοε Οαβδατ ηαηο ίχίιιιηρίιαί: φΐι δίΛε^ίί; ΟαΙΚαδ, 
Νίοοτηβάεδ ιηοη Ιτίιιιηρίιαί; (}ΐιί δίΛΒ^ιΐ ΟΐΘδ&ΓΘΐη. 

Τοιουτοτρόπως ή κραυγή της αντιπολιτεύσεως με το 
δικαίωμα του πικυοΰ και καυστικού έλεγχου, άνεμιγνΰετο* 
με τους ύμνους και με τους παιάνας του θριάμβου. 



Και αύτη ή παντοδυναμία του Πλαστού ανεγνώρισε 
τήν άντιπολίτευσιν, εκπροσωπουμένην υπό του Πονηρού^ 
εις τον όποιον ό Σαβαώθ επιτρέπει παρατηρήσεις και συ- 
ζητήσεις και επεροοτήσεις, ως εξάγεται εκ του βιβλίου του 
3 Ια)β. Τά δικαιώματα δε του Πονηρού άνεγνοόρισε και ή 



285 

Έχκλησία, και ή 'Αγία Έδρα σέβεται αυτά κατά τάς τελε- 
τάς ανακηρύξεως αγίων, επιτρέπουσα κατά την τυπικήν δι- 
αδικασίαν την παράστασιν του λεγομένου συνηγόρου του 
Διαβόλου. Εΐνε δε οΰτος δ δημόσιος κατήγορος, ούτως ει- 
πείν, ό προβάλλων τάς ενστάσεις και τάς αντιρρήσεις κατά 
της άγιότητος του υποψηφίου εν ονόματι του άρχοντος του 
σκότους. 

Ή περίεργος αΰτη τελετή εΐνε παλαιά, χρονολογουμένη 
από του Γ αιώνος. Κυρίως δμως από της εποχής του πά- 
πα Αλεξάνδρου του Γ", άνελθόντος εις τον θρόνον το 
1159, οί ποντίφικες άνέλαβον αποκλειστικώς το δικαίω- 
μα τής ανακηρύξεως, το όποιον πρότερον εξήσκουν και ο|^> 
κατά τόπους επίσκοποι. Ενώπιον του ίεροΰ Συλλόγου τών 
Καρδιναλίων, υπό την προεδρείαν του άκρου άρχιερέως 
εκδικάζεται ή ύπόθεσις, μετά περισσής δε λεπτολογίας εξε- 
τάζονται τα υπέρ καΐ τά κατά τής άγιότητος του υποψηφίου 
επιχειρήματα, τά μεν στηριζόμενα υπό του λεγομένου συ- 
νηγόρου του Θεοΰ, τά δε υπό του συνηγόρου του Διαβό- 
λου. Και τά μεν πρώτα βασίζονται εις τάς μαρτυρίας περί 
τών ενάρετων τάξεων, καΐ ιδίως περί τών θαυμάτων τών 
ποιηθέντων εν τή ζωή, ή μετά θάνατον υπό του υποψηφί- 
ου, τά δε δευτέρα απορρέουν εξ επικρίσεων του βίου και 
τής πολιτείας αΰτου. Πολλάκις ό συνήγορος του Διαβό- 
λου παρίσταται μόνον κατά τύπους, μη επιφέρων παρατη- 
ρήσεις εις τής προσκομιζομένας αποδείξεις. Ενίοτε δμως ό 
ζήλος ποραφέρει αυτόν, και ή συζήτησις αποβαίνει πεισμα- 
τώδης εις βάρος τής φήμης του υποψηφίου και τών ενδια- 
φερομένων απογόνων ή οπαδών αυτού, οϊτινες και κατα- 
βάλλουν, οιαδήποτε και αν εΐνε ή άπόφασις, τά έξοδα τής 
δίκης. Οΰτως ό αληθώς θεοσεβής και ελεήμων και ενάρε- 
τος αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων Κάρολος ό Βορρωμαΐος, 
-αποβιώσας το 1584, μολονότι εζησεν εν παραδειγματική 



286 

όσιότηπ, πωλήσας και αυτήν την κλίνην του χάριν των πτω- 
χών, εΰρε παραδόξως άντίδρασιν ΐσχυράν εις το Συνέδριον, 
ανεκηρΰχθη δε άγιος το 1610 δια πλειονοψηφίας ολίγων 
μόνον -ψήφων. "Ετερος δε δσιος, ό μακάριος Ροβέρτος Δ* 
3 Αρβρισέλ εκ Βρεττανίας, άκμάσας κατά τότ Γ αιώνα, και 
πολλάς παράσχων εις τήν^Έκκλησίαν έκδουλεύσεις, άνεγνω- 
ρίσθη ώς άγιος πολύ μετά τον θάνατον του, άφοΰ, επί αι- 
ώνας ολόκληρους αναβαλλόμενη, εμεινεν εκκρεμής ή περί 
της άγιότητος αυτού δίκη. 

€ ϋ θεσμός τών συνηγορούν παρά τω Συνεδρίωτών καρ- 
διναλίων υφίσταται από τών μέσων του ΙΒ' αιώνος. Τα μέ- 
λη του συλλόγου τών παρά τω συνεδρίφ συνηγόρων ήσαν 
επτά κατά τους τελευταίους χρόνους, κεκτημένα συν τώ 
ανωτέρω εκκλησιαστικά) άξιώματι και το δίπλωμα του δι- 
δάκτορος του δικαίου, και το προσόν του δτι εδίδαξαν επί 
μίαν τριετίαν τουλάχιστον εις μίαν οιανδήποτε Νομικήν 
Σχολήν. Δεν επιτρέπεται εις αυτούς νά περιβάλλωνται με 
έτερα επιπρόσθετα αξιώματα, ή απλή δε προαγωγή τίνος 
εξ αυτών εις επίσκοπον ίη ρατίίΐπΐδ αποκλείει αυτόν από 
του Συλλόγου, δστις εκλέγει δ ίδιος τά μέλη του καΐ συμ- 
πληροΐ τάς χηρεύουσας Θέσεις. Τά καθήκοντα των συνί- 
στανται εις το νά μετέχουν της προς άνακήρυξιν αγίων 
διαδικασίας, ν' άποφαίνωνται δε και έπι τών αιτήσεων τών 
καρδιναλίων τών προτιθεμένων νά παραιτηθούν του εκ- 
κλησιαστικού αυτών αξιώματος. Ή δικαιοδοσία των επε- 
ξετείνετο, ενόσω διήρκει ή κοσμική της ε Αγίας "Εδρας 
εξουσία, και έπι τοΰ εν Ρώμη Πανεπιστημίου, έδικαιούντο 
δε νά υποβάλλουν εις εξετάσεις τους τελειοφοίτους τοΰ 
αστικού καΐ κανονικού δικαίου και νά κρίνουν περί της 
επιτυχίας των. Περιβάλλονται κατά τάς επισήμους τελε- 
τάς την τήβεννον, κατά την περίοδον δε της χηρείας του 
παπικού θρόνου φέρουν πένθιμα ιμάτια. Κατ* άρχαΐον 



287 

προνόμιον, εις πάσας τάς επισήμους τελετάς δικαιούνται να 
καταλαμβάνουν θέσιν αντικρύ του Ποντίφικος, κατά δε. 
την ίερουργίαν να στέκουν εις την τελευταίαν βαθμίδα 
του θρόνου προς τα δεξιά. Θεωρούνται ώς ανήκοντες εις, 
τον ίδιαίτερον οΐκον του Πάπα και παρακολουθούν αυτόν 
παντού δπου μεταβαίνει. 



Τοιαύτη ή παρεχομένη εις τα δικαιώματα του Διαβό- 
λου ανθρωπινή προστασία, απορρέουσα εκ των άϊδίων αρ- 
χών της δικαιοσύνης. Διότι, αν ο Διάβολος πολλά έπιχειρη 
τά άδικα κατά των ανθρώπων, αλλά και οι άνθρωπο 1 
πολλάκις αδίκως φέρονται προς τον Διάβολον. Περί του-• 
του μαρτυρεί παλαιός μύθος, ό εξής : 

Είδε κάποτε ό Διάβολος γραΐαν προσπαθούσαν νάνα- 
βή επάνω εις ένα δένδρον, προβλέπων δε τά επακόλουθα, 
επροσκάλεσε παρατυχόντας διαβάτας και εΐπεν εις ούτοΰς : 

— Επικαλούμαι την μαρτυρίαν σας* βλέπετε οτι ή 
γραία εκείνη άναρριχάται εις το δένδρον. Κατά πάσαν 
πιθανότητα θα κρημνισθή, και έπειτα θά ισχυρισθη δη 
εγώ την παρεκίνησα νάναβή. 

Τώδντιτά πράγματα συνέβησαν δπως προεϊδεν δ Πο- 
νηρός. Ή γραία έπεσε καΐ εμωλωπίσθη. "Ετρεξαν τότε 
οι δισβάται και αφού την ανήγειραν, την ήρώτησαν διατί 
επεχείρησε νάναβη. 

— Ό τρισκατάρατος μ' εβαλεν, άπήντησεν εκείνη δικαι- 
ολογουμένη. 

— Βλέπετε ; άνεφώνησε θριαμβευτικώς ό Διάβολος εμ- 
φανιζόμενος* τί σας έλεγα ; 

Ό Διάβολος πράγματι έχει δίκαιον εις πολλάς περι- 
στάσεις, και συνηθέστατα άποδίδομεν εις αυτόν δ, τι δεν του 



288 

ανήκει. Και εις αυτά τα ζητήματα της αγιότητας αί αντιρ- 
ρήσεις του έχουν πολλάκις ύπόστασιν πολύ μεγαλειτέραν 
αφ 3 δ,τι νομίζομεν. "Ισως δε εκ τούτου οίστρηλατοΰμενος 
-ό Βολταιρος έγραψε τους περίφημους εκείνους στίχους 
■"•Τθυ εν τι) «Αυρηλιανη Παρθένω» : 

Οΐι ! φίζηά 'γ α\ιι*αίδ ιιπε Ιαη^αβ άβ ίζν 
Τοιι]ο\ΐΓδ ρατίαηί:, ]ζ πθ ροιιιταίδ δηίίΐΓβ, 
Μοοη 0ΐΐ6Γ ΙβΟίβΠΓ, 3. ί€ ηοηιΙ)Àà βί (1ΐΓ€ 
ΟοπΛίεη άβ δαίηίδ οη Γβηοοηίτε εη ΕηίβΓ. 



289 



ΑΜΛΕΤΟΣ Ν° 2 



Εΐς το μεσιτικόν γραφεΐον του φίλου μου, όπου είχα 
%Ύ\ν τιμήν κα! την ευχαρίστησιν να συνχνάζω προ τίνων 
ετών, ο φιλικός όμιλος, ο συνερχόμενος εκεί συνήθως κατά 
τάς προμεσημβρινάς ώρας, ήτο πλήρης και ή συνδιάλεξις 
εις την άκμήν της. 

Ή σκηνογραφία ήτο πάντοτε ή αυτή. Το παιδί του 
γραφείου εκάθητο παρά την εΐσοδον και εμελέτα μίαν έξηρ- 
θρωμένην μέθοδον του Όλλενδόρφου. Εντός του ΰελο- 
φράκτου διαχωρίσματος δ διευθυντής ήσχολεΐτο εις τήν 
τακτοποίησιν των λογαριασμών. Ό γέρων εισοδηματίας 
με το λευκόν του γιλέκον εκυριάρχει εις τήν συνδιάλεξιν, 
και ένας μεσόκοπος και αξύριστος μεσίτης πέμπτης τάξεως 
ήκροστο τους αποφθεγματικούς του λόγους με θρησκευτι- 
κήν εΰλάβειαν. 

"Ενας συβαρίτης, ερασιτέχνη; τών χρηματιστικών παι- 
γνιδιών, με τον παναμάν του και με το έκτραχηλισμένον 
μεταξωτό ν υποκάμισο ν εκαμνεν εργολαβίαν από τήν θΰραν 
με δυο τερατώδη μπαρμοΰνια, κρεμάμενα από της χειρός 
λούστρου, τον όποιον είχε τοποθετημένον εκεί ως κράχτην 
αφανής λοταρτζής, ενεδρεΰων με τήν σακκοΰλαν κρυμμέ- 
νην εντός του κόλπου του. 'Ένας — δυο έπισκέπται, άπροσ- 
διαρίστου επαγγέλματος, καθήμενοι ραθΰμως, άναμιγνυ- 
οντο εις τήν συζήτησιν διά μονοσυλλάβων, κΰριός τις δε 
ηλικιωμένος, σοβαρός, απαθής, με δψιν νεκ^ομάντεως, 

19 



290 

ακίνητος παρά την γωνίαν, έβύθιζετό βλέμμα τν~>ν οφθαλ- 
μών, ή μάλλον έβύθιζε τους δυο μυστηριώδεις φακούς τών 
μαύρων διόπτρων του εις το φύλλον της εφημερίδος, όπου 
εκράτει, προσηλωμένος εις την άνάγνωσιν μετ 3 άτενοΰς προ- 
σοχής, ως να περιειχεν ή σελις εκείνη δλους τους γρίφους 
τών ιερογλυφικών αιγυπτιακοί} τεμένους, τους οποίους 
επρόκειτο να εξιχνίαση. Και από το βάθος του απέναντι 
χρηματιστηρίου προήρχετο αδιάκοπος ό βόμβος της λα- 
τρείας του Χρυσού Μόσχου, βοή συγκεχυμένη ωσεί ώρυ- 
γών λΰκων και Θώων συμπλεκομένων. 

Ό λόγος ήτο περί αξιών, περί χρεογράφων, περί ρε- 
3ΐάρ 9 περί τόκων, περί χρυσού και συναλλάγματος, περί 
περιουσιών, περί πλούτου. Τα Ήνοποιημένα, αϊ Έθνικαί Κ 
αί Έργοληψίαι, οι Σιδηρόδρομοι παρήλαυνον εις την συν- 
ομιλίαν εν άτελευτήτφ λιτανεία. Μίαν στιγμήν ήκοΰσθη 
δ εισοδηματίας έξαγγέλλων με ΰφος περίλυπον όδυνηρας 
ϋυμφορσς : 

— Πάει πλέον ! το εισόδημα εγεινε τιποτένιον εις τον 
τόπον μας ! δεν ημπορεί να 2χτ) κάνεις έμπιστοσύνην εις 
αυτά τά παληόχαρτα. 

— Πάρε σπίτια νά προκόψης ! είπε με τήν αυτήν πι- 
κρίαν έτερος τών συνδιαλεγομένων* νά βγαίνη ή πίσπς 
σου ως πού νά είσπραξης τά νοίκια και νά σέ σπάζουν 
οι φόροι ! 

— 3 Αμ' εγώ πού εμπλέχθηκα εις ενυπόθηκα δάνεια ;... 
ειπεν ό τρίτος, έξασκών τήν τοκογλυφίαν με δλην τήν με- 
λίρρωτον ήθικήν και με δλας τάς διατάξεις της Πολιτικής 
Δικονομίας. Φούρνους με καρβέλλια ακούς περί του κέρ- 
δους σου, και στο ύστερα καταντούν νά μήν έχουν ούτε δώ- 
δεκα τοις εκατόν τόκο ν τά χρήματα σου ! 

Ή συνδιάλεξις διεκόπη υπό της άφίξεως χρηματιστοΰ, 
εισελάσαντος μετά σπουδής εις το γραφεΐον. 



291 

— Στα 63 έκλεισαν αϊ Άθηναϊκαί ! ανήγγειλε με φω- 
νή ν έπίσημον. 

— Τι λες, αδελφέ; 

— Πώς; 

ι εγεινε ; 

Οι εν τω γραφείω μετ' εκπλήξεως και ενδιαφέροντος 
απηύθυναν ταυτοχρόνως τα ερωτήματα ταΰτα, και ό μεσί- 
της ήναγκάσθη να δώση τάς δέουσας εξηγήσεις με δλας τάς 
λεπτομέρειας και με την φρασεολογίαν του επαγγέλματος. 

ΈπηκολούΘησαν νέα επιφωνήματα σχετλιαστικά και 
θαυμαστικά. 

— Ακούς να πάω να πωλήσω προχθές τις δικές μου ! 
είπε με ύπόκωφον δργήν δ τοκογλύφος. 

— Μωρέ μπάζα πού σου την έκαμε ό Αντώνης ! άνε- 
βόησεν δ εισοδηματίας* δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές θα κερ- 
δίζη μέσ* στο νερό με αυτό το κόλπο. 

Και ηρχισε πλέον δ λόγος περί επικερδών χρηματιστι- 
κών επιχειρήσεων, αί μέτοχα! δε καΐ αί όμολογίαι, δορυ- 
φοροΰμεναι υπό επιβλητικών ποσών χιλιάδων δραχμών, 
έπανέλαβον την πομπώδη αυτών παρέλασιν. 

Έκείνηντή ν στιγμήν ενεφανίσθη εις την θΰραν ένας 
επαίτης. Είδεχθέστερον δν δεν έμίανε ποτέ τάς οδούς τών 
* Αθηνών, ουδέ παρήχθη ποτέ από κανέν κραββαρίτικον έρ- 
γοστάσιον. Βέβαια οι τρουάνδοι του Περιβόλου τών Θαυ- 
μάτων τών αρχαίων Παρισίων θα ήσαν απέναντι του λι- 
μοκοντόροι κομψευόμενοι. Άπετέλει ένα δγκον από ράκη, 
από δυσωδίαν, από έλεεινότητα. Έστηρίζετο εις μίαν βα- 
κτηρίαν τρομαλέος' δεν ήτο ϊσως πολύ γέρων τήν ήλικίαν, 
αλλ 3 ήτο Μαθουσάλας εκ Γης συμφοράς και της κακουχίας. 
Το τριχωτόν ήλιοκαές δέρμα του έφαίνετο γυμνόν, ρυπα- 
ρόν εκ τού ίδρώτος, από του στήθους και ανω. Ό σίελος 
ετρεχεν από το στόμα του, ή λΰμη από τους οφθαλμούς 



292 

του. Ήτγο σχεδόν ορατή ή άπόπνοια της μέθης, ή έξερχο- 
μέ /η από δλους αΰτοΰ τους πόρους. "Εστεκε /αίνων με 
βλέμματα απλανή και ηλίθια, προσβλέπω^ δια της θΰρας 
το έσωτερικόν του γραφείου. ^Ητο αποτρόπαιος. 

Οι συνδιαλεγόμενοι τον παρετήρησαν μετά φρίκης. Ό 
εισοδηματίας άπέστρεψε το πρόσωπον και εκίνησε την χεί- 
ρα, νεΰων εις αυτόν ν'άπομακρυνθή' οι άλλοι έμόρφασαν 
με γ; 3 αηδίας και διέταξαν τον ύπηρέτην να τον άποπέμψη. 
"Αλλ 9 δ μικρός, εύσπλαγχικώτερος, ελαβεν εκ του γραφείου 
του προϊσταμένου του μίαν πεντάραν και του την εδωκεν. 

Ό επαίτης εδέχθη το νόμισμα, το εκρυψεν εις τον πί- 
ναρόν του κόλπο ν, και έξηκολοΰθησεν επί τινας ακόμη 
στιγμάς να κυττάζη ένεός και άποκτηνωμένος. 

Ή πενία υπό την άθλιωτάτην αυΓης μορφήν, ή πενία, 
ήτις μαζί με την έξαχρείωσιν των παθών αφαιρεί και αυ- 
τήν του ανθρωπισμού την σφραγίδα από του λογικού δν- 
τος και το περιάγει εις ζωώδη κατάστασιν, ή πενία ή αναι- 
δής και ή ανάλγητος, ηρχετο ν αντιμετώπιση τον θρασύν 
και έγωϊστήν πλοΰτον' ηρχετο άσυνειδήτως ίσως, άλλα με 
την τραχύτητα του μοιραίου, ως πρόκλησις, ως εμπαιγμός, 
ως άντιπαράθεσις τραγική. 

^Ητο θέμα από εκείνα οπού γαργαλίζουν τήν σκέψιν 
και κάμνουν ν αναπηδά από τον νουν και να κατέρχεται 
ακράτητος εις τα χείλη ή φιλοσοφική παρατήρησις, ήτις, 
δσον χυδαία και τετριμμένη καΐ αν εΐνε, πάντοτε κυριαρ- 
χεί εις τάς σφοδράς εντυπώσεις της ζωής. 

'Όποος εις τα παλαιά μελοδράματα ειδικά τίνα προανα- 
κρούσματα τήςυρχήστρας'άναγγέλουν τήν έπικειμένην έμφά- 
νισιν του τενόρου, ή της ύψιφώνου, οΰτω και εις παρόμοιας 
τραγικάς περιστάσεις αναμένεται πάντοτε κατά συμπτωσιν 
ή παρέμβασις του Άμλέτου. Και ό °Αμλέτος τω δ'ντι δεν 
έβράδυνε να έμφανισθή εις τήν σκηνή ν. 



293 

Δεν ήτο δμως ό ξανθό κ ομος υιός της ομιχλώδους Δα- 
νίας, με την νεαράν άλλα σκυθρωπήν δψιν και με την κομ- 
ψήν θεατρικήν ενδυμασίαν, δπως συνηϋίζομεν να τον βλέ- 
πωμεν εις τα θέατρα. Τον άντιπροσώπευεν αυτήν την φοράν 
θ γριφώδης νεκρόμαντις, ό σιγηλός αναγνώστης της εφημερί- 
δος, δστις άποθέσας το φΰλλον έβλεπε την σκηνήν με την ά- 
παίσιον άκινησιαν των μαύρων διόπτρων του και με εν σε- 
<*ΐ]90ς μειδίαμα καρφωμένον εις τα λεπτά του χείλη. 

— Τί διάβολο θέλουν να ζουν εις τον κόσμον τέτοιοι 
«νθρωποι ! είπε δυσανασχετών ό προγάστωρ εΐσοδηματί- 
τίας* εις τί τάχα εΐνε χρήσιμα πλάσματα τόσον ελεεινά 
ωσάν αυτόν; 

— Με συγχωρείτε, εΐπεν απαντών εις τους λόγους του 
το μυστηριώδες ύποκείμενον. Χρησιμεύουν δια να διδά- 
ακούν* Αυτοί εΐνΓ δ, τι εΐνε ή σκιά δια το φως, δ, τι εΐνε ή 
«ψινθος δια το μέλι. Άν ό κόσμος άπετελεϊτο δλος από 
ευτυχείς και καλοκαρδισμένους και ^βουτηγμένους εις τα 
πλούτη και την τρυφήν, θά ήτο ανούσιος με τήν μονοτο- 
νίαν του. Αυτοί του δίδουν τήν ποικιλίαν, τήν εναλλαγήν 
των φάσεων του βίου και της τΰχης τήν άστάθειαν. Αυτός 
είναι ή φοονή του οικέτου, ή βοώσα προς τον επηρμένον 
ανακτά της Μακεδονίας: «Μέμ νήσο δτι άνθρωπος εΐ!» 

Ό εισοδηματίας ΰψωσε τους ώμους'^ ό Συβαρίτης ερρι- 
•ψε βλέμμα πλήρες περιέργειας περιφρονητικής προς τον 
λαλοΰντα, ένω οι άλλοι έμήκυνον το χείλος μετά μορφα- 
σμού. 'Αλλά χωρίς να προσέξη εις τά σημεία ταΰτα της 
αποδοκιμασίας, ό Άμλέτος έξηκολοΰ^ησεν αδυσώπητος: 
— Τί χρειάζεται αυτός εις τον κόσμον ερωτάτε; Χρειάζεται 
απλούστατα δια σας. Ή άθλιότης του εΐνε Ρ ή δΰναμίς σας. 
Χρειάζεται δια νά πλουτήτε, διά να διαπρέπετε, διάνα πα- 
χΰνεσθε. Με τά ράκη του υφαίνεται ή πορφυρά σας, τά σιδε- 
ρωμένα σας γιλέκα και τά μεταξωτά σας υποκάμισα. Ή 



294 

ανέχεια του σας δίδει τα χρήματα και τα χρεώγραφα. Ή 
πείνα του σας δίδει το δικαίωμα να τρώγετε μπαρμπούνια 
του Φαλήρου προς 15 δραχμάς την όκάν. 

— -Όρίστε και σοσιαλισμόν! άνεφώνηαε μυκτηριστικώς 
εις τών άκροωμένων. 

— Κουταμάρες ! άπήντησεν δ σιγηλός άγορητής. Δεν 
είμαι σοσιαλιστής, οΰτε επηρεάζομαι από σοσιαλιστικάςίδέας. 
Όμιλώ ώς άνθρωπος και βλέπων την αθλιότητα αΰτοΰ του 
ελεεινού ομοίου μου και ομοίου σας, οικτίρω την άδικίαν 
της φύσεως. Ημπορείτε ν* άρνηθήτε δτι εις την διανομήν 
τών αγαθών ή τΰχη άπεκλήρωσεν αυτόν, δια να έμπλήση 
σας με τα δώρα της εύνοιας ; Ό βίος του ολόκληρος ύπήρ- 
ξεν αδικία καΐ εμπαιγμός. ΈγεννήΘη και αυτούς από γονείς 
άγρότας ίσως, ή εργατικούς, πιθανόν και από γονείς εύπο- 
ρους. Τον έκυοφόρησε και αυτόν μία μητέρα, ωσάν εσάς 
και έμέ* επι εννέα μήνας, και αύτη θ' ανέμενε με συγκί- 
νησιν την γέννησίν του. "Όταν ετέχθη, κάποια χαρά θα 
έλαμψε μέσα εις το πτωχικόν του σπίτι. Θά εδέχθη και αυ- 
τός θωπείας και φιλήματα και εύχάς και ευλογίας. Ό πα- 
τέρας του θά έχάρη διότι απέκτησε ν αγόρι καΐ θά εκέρα- 
σεν ευχαριστημένος τους συγγενείς και φίλους. Και φαν- 
τάζομαι τις γειτόνισσες, οπού έτρεξαν εις την λεχώ να την 
συγχαρούν: «Νάσού ζήση ο υίός!.. νά τον χάρης!.» Νάτόν 
χαρή!.. νά κυΐτάξατε ποιόν νά χάρη!. (Και έδειξε διά του 
δακτύλου τον έπαίτην, δστις εστεκεν υπό το καύμα του η- 
λίου άκουμβημένος εις τον απέναντι τοΐχον). Πού είσαι, 
κακομοίρα, νά έ'λθης νά τον καμάρωσης!... 

Ρίγος φρίκης διέδραμε την δμήγυριν επι τη σκληρά 
ταύτη σκέψει. 

«Νά της ζήση!...» νά πού της εζησεν, έξηκολούθησε 
με ύφος Μεφιστοφελοΰς και με κακεντρέχειαν, της όποι- 
ας ή φαρμακερά λάμψις εφαίνετο οιονεί διαπερώσα 



295 

τον ζόφον των διόπτρων του. Διότι έχει και αυ- 
τός δικαίωμα εις την ζωήν Τ δπως και οι άλλοι. Και ϊσως 
μάλιστα δ θάνατος δεν τον Θέλει εκ περιφρονήσεως, διότι 
το ταλαιπωρημένο ν εκ των κακουχιών και των στερήσεων 
σαρκίον του ολίγον χρήσιμον θα εΐνε εις το μέγα χημικόν 
χωνευτήριον της φύσεως. Ζ ή και αυτός δπως ημείς* αλλά 
πώς ζή;πώς τρώγει; πώς διαιτάται ; Με ξηροκόμματα, με 
άλγηδόνας, με ρυπαρίαν, με περιφρόνησιν, με άποστρο- 
φήν και όνειδισμοΰς. Με αυτά πληρώνει το δικαίωμα της 
ζωής* αυτά εΐνε ή τρυφή της ζωής... τά 3016 άβ νινιτε!.. 

— Σε καλό σου, χριστιανέ μουΐ.,.δέν μας άφίνεις με αυ- 
τές τις κουβέντες, μπα!... άνέκραξεν ό εισοδηματίας, έκ- 
φυσών μετά πλήξεως και άγανακτήσεως ώς ατμομηχανή. 

'Αλλ' εκείνος δεν εφάνη δίδων προσοχή ν εις την δρ- 
γίλην παρατήρησιν. °Ως νά εμονολόγει, συμπληρών τάς α- 
παίσιους σκέψεις του, έπρόσθεσε μετά σηγμιαίαν διακοπή ν 
τον έπίλογόν του με εκφρασιν υπέρτατης ειρωνείας. 

— Και νά ιδήτε όπου ό εμπαιγμός της τΰχης και της 
κοινωνίας^ θά τον καταδίωξη και μετά θάνατον. Διότι 
ούτως ή άλλως μίαν ήμέραν θ 3 άποθάνη* θά εύρεθή νε- 
κρός -εις κάποιαν τρώγλη'ν, ειςκάποιον άντρον εκ ψύξεως, ή 
εξ ασιτίας. Θά τον φορτο)σουν εις ενα κάρρον, και θά τον 
μεταφέρουν ώς θνησιμαΐον προς ένταφιασμόν. Και τότε 
θά ελθη ή θρησκεία, ή φιλάνθρωπος θρησκεία, ή παρα- 
μυθουσα τους δυστυχείς, ν' άποτείνη εις το κουφάρι του 
τον τελευταΐον χλευασμόν... 

— °Ώ είπε σκανδαλιζόμενος ό κεφαλαιούχος με τά ενυ- 
πόθηκα δάνεια, δστις ήτο θεοφοβούμενος. 

— ΜάλισταΙ είπεν έπιβεβαιωτικώς ό νεκρόμαντις, στρε- 
φόμενος προς αυτόν: μάλιστα τον τελευταΐον χλευασμόν. 
€ παπάς, δστις θά τον διάβαση, και δστις θά φάγη τάς 
μισάς εύχάς της νεκρώσιμου ακολουθίας διά νά κάμη συν- 



298 

τομα, θα του μουρμουρίσω βιαστικά αυτού του κακομοίρη 
το τροπάριον «Ποί5 έστιν ό χρυσός και δ άργυρος; πού 
εστί των οΐκετών ή πλημμυρά καίδ θόρυβος;» Να του ομι- 
λούν δια χρυσόν και δι 3 άργυρον αΰτοΰ του δυστυχισμένου! 
Καλά οπού δένθά του ειπούν τίποτε και διά το συνάλ- 
λαγμα!... 

Και άφήσας γέλωτα στρηνή δ Άμλέτος Νο 2 εξη- 
φανίτθη. 

Δεν τον έπανεΐδα πλέον έκτοτε. 



29; 



Η 31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 

('Απομνημονεΰματα φοιτητοΰ) 



Ό κρότος της πρώτης ροκάν^ς δπού ήκουσα και οπού 
έπαιζε κάτω εις την αυλήν ό Νάσος, ό μικρός υιός της οι- 
κοδεσποίνης μου, με άφΰπνισεν, άντηχήσας εις την άκοήν 
μου ως δ ήχος της σάλπιγγος του αρχαγγέλου, κατά την 
φοβεράν ήμέραν της συντέλειας του αιώνος, εις τα ώτα 
άνθροοπου αμαρτωλού. 

Το βλέμμα μου έκαρφώθη αμέσως επί της ημερομηνίας 
του αντικρύ της κλίνης μου ήμεροδείκτου. Εις το Οολόν 
φως της χειμερινής πρωίας ή 31 Δεκεμβρίου διεκρίνετο με 
δλον το πένθιμον μεγαλεΐον των μεγάλων μαύρων τυπο- 
γραφικών χαρακτήρων. 

Ήτο ή τραγική ήμερα τήν οποίαν εΐχα τάξει ανυπερ- 
θέτως ως εσχατον δριον δια τήν πληρωμήν του καθυστε- 
ρουμένου ενοικίου μου, και δια νά αιθριάση με αυτό ή προ 
ήμερων συννεφιασμένη μορφή της κυρα -Νικόλαινας 4 ήτο 
επίσης ή ταχθείσα προθεσμία δια τήν άπότισιν μέρους 
τουλάχιστον του επικινδύνως εξογκωθέντος λογαριασμού 
του ξενοδόχου μου, του κΰρ-Βασίλη, του δποίου το πικρόν 
μειδίαμα κατά τήν στιγμήν της εγγραφής του καθημερι- 
νού μου γεύματος εις το βιβλίον τών βερεσέδων εΐχεν 
αποκτήσει οξύτητα ρομφαίας. 

Πώς ήτο δυνατόν νά μη μου στείλη τον μποναμάν μου 



Ό γέρος μου δια την πρωτοχρονιών ; Και ό θειος μου δ 
παπάς, πού έκέρδιζε τόσα από την ενορίαν του ; Και ή 
θεία μου ή κυρα-Φλωρού, πού έκρυβε τον θησαυρόν των 
παλαιών πενταδράχμων του 'Όθοονος μέσα εις τα παλαιά 
τσουράπια, ή Θεία πού ήτο βέβαιον πλέον και κοινολογη- 
μένον δτι με ειχεν εκλέξει δια κληρονόμον της ; Με αυτά 
καΐ με αυτά είχα επιτύχει την συνομολόγησιν ανακωχής, 
ήτις έληγε την 31 Δεκεμβρίου. 

Και την 30 του μηνός ήλθεν δ Σιδερής, δ άμανατζής 
και μου έφερε τω δντι έπιστολήν καΐ παραγγελίας από τους 
οικείους μου: δ γέρος μου μου εστειλλε διά μποναμάν μίαν 
άγωγήν πού είχε κοινοποιήσει εκεί πέραν, εις την κατοι- 
κίαν μας, ένας δανειστής μου, από τον οποίον είχα πάρει 
κάτι ψιλά το θέρος κατά τάς διακοπάς. 

Γ θειος μου δ παπάς, μου έστελλε τάς ευλογίας του• 

Ή κυρά-Φλωρού μου έστελλε τρία ζευγάρια τσουράπια» 
χωρίς ϊχνος πενταδραχμου μέσα. 

'Έστειλα κ' εγώ τον γραμματοκομιστήν εις δλους τους 
διαβόλους κ* έζάρωσα εις το κρεββάτι μου, αναμένων με 
στοκκήν έγκαρτέρησιν την εκβασιν της τραγοοδίας. 

Αι ελπίδες δσαι μου ύπελείποντο πλέον έκρεμάσθησαν 
από τον Φουκαρέσκον, τον ψίλον μου Φουκαρέσκον, ολίγον 
τι Ρουμοΰνον, εν μέρει φοιτητήν της φαρμακευτικής, όπω- 
σουν τενόρον εις τά υπαίθρια θέατρα και καθ* ύπερβολήν 
μυστηριώδη. 

'Ο Φουκαρέσκος ήτο, κατά το λέγειν του, υιός πολύ ευπό- 
ρου οικογενείας έλληνορρωμουνικής, ή όποια εΐχε — πάντοτε 
κατά το λέγειν του — «αμπέλια στη Βλαχιά, σπίτια στο 
Βουκουρέστι»* αλλά περισσοτέρας φοράς έφοίτα εις τά κυ- 
βεία και τά χαρτοπαίγνια τής πρωτευούσης, παρά εις τά 
εστιατόρια και τά γαλακτοπωλεία" κάποτε ένεφανίζετο εις 
το καφέ-σαντάν, και ουδέποτε εις το Πανεπιστήμιον. 



2Μ 

Με είχε πείσει την προτεραίαν να του δοόσω το μόνον 
άπομένον μου πολύτιμον σχετικώς πράγμα ένα άργυροΰν 
ώρολόγιον, δώρον του θείου μου του παπά. Έγνώριζεν 
αυτός μίαν μέθοδον εις την ρουλέτταν ασφαλή, μα ασφα- 
λή !... Την έπενόησεν άγρυπνων επί νύκτας ολόκληρους με 
μαθηματικούς υπολογισμούς και δεν ημπορούσε παρά να 
επιτυχή !... Τ Ητο τόσον βέβαιος, τόσον βέβαιος !... Δυο και 
δυο κάμνουν τέσσερα, αδελφέ,. ..πώς το θέλεις ; 

Παρ 3 δλην την βεβαιότητα του, έτόλμησα δειλά-δειλά να 
τον συμβουλεύσω να μη εξαργύρωση το ώρολόγιον εις τον 
ενεχειροδανειστήν, άλλα να το πουντάρη αύτοΰσιον. Αυτός 
δμως μου παρετήρησεν δτι, επειδή θάτόέπήγαινε τζάρολι 
και χουΐνζιζαι, διαρκώς, ό πάγκος^θά εύρίσκετο εις δύσκο- 
λην θέσιν να μας δώση υστέρα, αφού θα έκερδίζαμεν, χί- 
λια ή χίλια πεντακόσια άργυρο ωρολόγια, τα όποια και εις 
ημάς Θα ήσαν μπελάς, άφου δεν εΐχαμεν σκοπόν ν'άνοίξω- 
μεν 'ρολογάδικο. Ένώ με τα χρήματα, εννοείς;., το πράγ- 
μα θά ήτο διαφορετικόν... 

Έπερίμενα λοιπόν τον Φουκαρέσκον, αποφασισμένος 
να μη εξέλθω άπό το δωμάτιον πριν ελθη αυτός, κομίζων, 
κατά τήν ΰπόσχεσίν του, και τά'φευκτα κέρδη εκ τής ρου- 
λέττας. 

Κα! έφιλοιόφουν κατά τάς ώρας εκείνας τής ανίας συλ- 
λογιζόμενος τον μυστηριώδη δεσμόν, τον συνδέοντα εδώ 
κάτω εις τον κόσμον τά μάλλον άσύνΟετακαι άσχετα πρά- 
γματα. Ό αριθμός τών κύκλων τής ρουλέττας εσχετίζετο με 
τον αριθμόν τών μελομακαρούνων, τά όποια έμελλε νά 
φάγη ό Νάσος, αν ή μητέρα του ήθελε πληρωθή τά καθυ- 
στερούμενα ενοίκια 1 με τον αριθμόν τών μισών οκάδων, 
4ΐέ τάς οποίας ό πατήρ του, ό κυρ-Νικόλας, θά επανηγύ- 
ριζε το νέον έτος εις το μπακάλικον' — με τον αριθμόν τών 
ύποκλίσεοον. με τάς οποίας θά μ έχαιρέτα ό παπουτσής μου, 



300 

δταν θά επήγαινα να παραλάβω επί πληρωμή το ζεύγος 
των καινούργιων υποδημάτων οπού του είχα παραγγείλει 
προ πολλών εβδομάδων, καΐ με τον αριθμόν των ανορ- 
θογραφιών, με τάς οποίας θα μ* ευχαριστεί ή Καλλιόπη» 
υποψήφιος διδασκάλισσα, δια το δώρον οπού τής είχα όπο- 
σχεθή και οπού θα τής έστελλα χωρίς άλλο από τα ά'φευ- 
κτα κέρδη τής ρουλέττας και αυτό... 

Και ανέμενα, ανέμενα... καΐ έτεινα το ους με άγωνίαν 
κάθε τόσον. Έν τω μεταξύ δταν εφθανεν μέχρι τής ακοής 
μου αΐ φωναι τών παιδιών τής γειτονιάς, οπού έψαλλαν 
τα κάλανδα, και ήκουα τάς παραινέσεις του άσματος προς 
τον εκ Καισαρείας άγιον Βασίλην : 

«Κάτσε να φας, κάτσε να πιής, κάτσε να τράγουδήσης 
και να μας καλοκαρδίσης» 
^συλλογιζόμουν με φρίκην αν την επαύριον Φα μου έπα- 
νελάμβανεν αύτάς τάς ιδίας φράσεις ο κυρ-Βασίλης, αν τυ- 
χόν επήγαινα προς αυτόν με κενάς τάς χείρας... 

Τέλος περί την δείλην ηκούσθησαν βήματα εις την 
κλίμακα. Ή Θύρα ήνοιξε και ενεφανίσθη ο Φουκαρέσκος* 

Ήτο ωχρός ως σουδάριον και οι οφθαλμοί του ήσαν 
κόκκινοι εκ τής αγρυπνίας. 

Έπήδησα από το κρεββάτι και ώρμησα προς αυτόν : 

— Λοιπόν ;... του είπα εναγωνίως, τί άπέγεινε ;... πόσα 
έκερδήσαμεν ; που εΐνε τά χρήματα ; 

Ό Φουκαρέσκος εκάθισεν άπαθώς εις την μόνη ν κα- 
ρέκλαν του δωματίου, μ' εκύτταξε θλιβερώς και μου απήν- 
τησε : 

— Φίλε μου ! δός μου, σε παρακαλώ, ένα ποτήρι νερό, 
γιατί εχω τέτοια πείνα, πού δεν ξεύρω πού να πάω να 
κοιμηθώ απόψε ! 



591 



Η ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ 



Εΐνε περίεργον πώς και διατί καθιερώθη το φαιδρόν 
εθιμον του ψευδούς της Πρωταπριλιάς εις την δημόσιο- 
γραφίαν. 3 Αφοΰ αί εφημερίδες, εν έπιγνώσει η ασυνείδη- 
τους, και δια πλείστους επαγγελματικούς λόγους αναγκά- 
ζονται συχνάκις νάναγράφουν ψεύδη, διατί να υπερθεμα- 
τίζουν κατά προτίμησιν περί την ψευδολογίαν της πρώτης 
3 Απριλίου ; ερωτούν πολλοί. 3 Αλλά το ερώτημα εΐνε αφε- 
λές* εΐνε το αυτό περίπου ως να ήρώτα κανείς: διατί δ μη 
νηστεύων καθ' άπασαν την Τεσσαρακοστήν να κρεωφαγ^ 
κατά κόρον την ήμερα ν του Πάσχα. 

Το εθιμον του ψευδούς της Πρωταπριλιάς δεν εΐνε καθ- 
αυτό έλληνικόν. Καμμία περί αύτοΰ νύξις δεν υπάρχει εις 
τάς παραδόσεις του ελληνικού λαού, νομίζω δε δτι ακόμη 
το εθιμον παραμένει άγνωστον εις τάς λαϊκάς τάξεις και 
μάλιστα εις τους αγροτικούς πληθυσμούς. Ότε εισήχθη 
εΐς την χώραν μας κατά χρόνους μάλλον προσφάτους μετ" 
άλλων ηθών και εθίμων εκ της Δύσεως, όποτε αί σχέσεις 
της ελληνικής κοινωνίας μετά του ευρωπαϊκού πολιτισμού 
ήρχισαν νά γίνωνται στενώτεραι, ή συνήθεια επεκράτησε 
κατά πρώτον κυρίως μεταξύ των ανωτέρων κοινωνικών 
τάξεων, έβράδυνε δε επί άρκετόν χρόνον νά εισχώρηση 
εκείθεν και εΐς άλλα στρώματα. Αί παλαιότεραι αθηναϊκά! 
Ιφημερίδες δεν ένεστερνίσθησαν αμέσως το εθιμον της 
.Πρωταπριλιάς, ϊσως διότι σεμνότεραι και αύστηρότεραι 



302 

των σημερινών ου σα ι, έθεώρουν αυτό ώς παιδιάν άνάρμο- 
στον εις την σοβαρότητα των αλλ* ίσως και δια τον ακόμη 
σπουδαιότερον λόγον ότι αί εφημερίδες έξεδίδοντο τφ και- 
ρώ εκείνφ συνήθως άπαξ της εβδομάδος, ή δις, επομένως 
δε σπανίως συνέπιπτεν ή ήμερα της εκδόσεως των να εΐνε 
ή προοτη Απριλίου. "Αλλως τε εΐνε ζήτημα αν το εθιμον 
της Πρωταπριλιάς ήτο δυνατόν να γενικευθή άνωδΰνως εις 
παλαιοτέραν εποχήν, ότε τα ήθη του λαοΰ μας ήσαν αρκε- 
τά μεν απλοϊκά, άλλα και μη αρκετά εξημερωμένα, κίνδυ- 
νος δε ΰπήρχεν ή αθώα απάτη να προκαλή δυσάρεστους 
συνεπείας εις τον εργάτην αυτής. 

, „ Άνεδίφησα άλλοτε^χάριν έτερων μελετών μου τά φΰλλα 
των εν 3 Αθήναις εκδιδομένων εφημερίδων από της συστά- 
σεως σχεδόν του βασιλείου μέχρι της Όκτωβριανής μετα- 
πολιτεΰσεως, και ουδέν ίχνος πρωταπριλιάτικης ειδήσεως 
άνευρον εις αυτά. Μόνον, εις εν φΰλλον της «Ταχυπτέρον 
Φήμης» του 1852, νομίζω, εφημερίδος, ήτις κατ 3 έξαίρεσιν 
ανέγραφε μετά περισσής αφέλειας ειδήσεις άναγομένας εις 
την χρονογραφίαν και την κοινοονικήν κίνησιν της πόλε- 
ως, απήντησα κάτι το όποιον εκ πρώτης ό'ψεως ομοιάζει με 
εΐδησιν τής Πρωταπριλιάς, το έξης : «Αΰριον Κυριακήν,. 
>ώρα 6 μ. μ. εις κύριος και εις αξιωματικός του μηχανι- 
»κοΰ θ'άνυψώσουν από του κωδωνοστασίου του ναοΰ της 
» Αγίας Ειρήνης ενα μεγάλον χάρτινον άετόν.» ΚαΙ όμως 
ή εΐδησις αΰτη, ήτις ες αποστάσεως μιας περίπου έξηκον- 
ταετίας αποτελεί οιονεί τον άΘο>ότατον πρόλογον τών ση- 
μερινών αθηναϊκών συγκινήσεων διά την άνΰψωσιν τών 
αεροπλάνων, φαίνεται ότι ήτο αληθής• διότι το φύλλον της 
εφημερίδος £νθα έδημοσιεΰθη φέρει χρονολογίαν μιας τών 
ημερών του Μαΐου και οχι τής 31ης Μαρτίου. Χαρακτη- 
ρίζει δε εν τη βραχΰτητί της ή εϊδησις πιστότερον καΐ εν- 
τονοότερον πα της εκτενούς ηθογραφίας την παιδικήν άφε~ 



303 

λειαν των ηθών της τότε αθηναϊκής κοινωνίας, τόπον ολι- 
γαρκούς, ώστε να συναγείρεται και να θέλγεται με το Θέα- 
μα της άνυψώσεως χάρτινων αετών ! 

Έν τούτοις οι μάλλον ανεπτυγμένοι, ώς προεΐπα, έτή- 
ρουν έκτοτε το έ'θιμον της Πρωταπριλιάς και ήρέσκοντα 
να θέτουν εις κυκλοφορίαν τα θεμιτά της ψεύδη, εμπαίζον- 
τες τους εύπίστους. Πολλαί τοιαΰται άστειότητες μνημο- 
νεύονται υπό τής παραδόσεως κατά το μάλλον ή ήττον 
ευφυείς* αλλ 3 εξ αυτών Θ'άναφέρω μίαν και μόνην, λαβοΰ- 
σαν χώραν εις χρόνους σχετικώς μάλλον προσφάτους, της 
όποιας το πολύ τραχύ και άγαν τολμηρόν μαρτυρεί δτι 
δεν ετηρεΐτο πάντοτε περί τον άστεϊσμόν το μέτρον του 
ανεκτού και του πρέποντος. 

Ή φάρσα έγένετο εις βάρος περιέργου αθηναϊκού τύ- 
που, τον όποιον βεβαίως ενθυμούνται πολλοί τών σημερι- 
νών Αθηναίων, τού μακαρίτου Γεωργίου ή ε Ομήρου Κλά- 
δου, ανδρός αγαθού, δστις δμως μεταξύ τών πολλών άλλων 
ιδιοτροπιών του έπαρουσίαζε καΐ την έξης παράδοξον αντί- 
θεσιν : δτι, ενώ ήτο καθ 3 ύπερβολήν φιλόζωος, ήρέσκετο να 
διατριβή μεταξύ τών νεκρών, χρηματίσας και έφορος του 
Νεκροταφείου, έν τη ζωή δε ακόμη διατελών, κατασκεύα- 
σε το ίδιον αυτού μνημεϊον, ένθα έμελλε νάποτεθη προς 
αιώνιον άνάπαυσιν το σκήνός του μετά Θάνατον. Κάποιος 
λοιπόν αστείος συγγενής του, ηθέλησε νσ τού διοση, ως 
φαίνεται, μίαν προκαταβολική ν εικόνα τού μέλλοντος τα- 
ξειδίου του πρός^τήν αιωνιότητα, και έπενόησε την έξης 
μακάβριον αληθώς φάρσαν. Έφρόντισεν από τής παρα- 
μονής τής Πρωταπριλιάς νά τύπωση, να διανείμη και να 
τοιχοκόλληση κρυφίως νεκρώσιμα άγγέλλοντα τον θάνα- 
τον του Κλάδου, δτε δε την πρωί αν, κατά την οριζόμενη ν 
έν τω νεκρώσιμα) ώραν τής εκφοράς ήρχισαν νά συρρέουν 
εις τήν κατοικίαν του οι φίλοι καΐ οί γνώριμοι, έξεπλήτ- 



304 

τοντο μεν αυτοί βλέποντες τον νεκρόν ζώντα και ύγιαί- 
νοντα, ά?Λ 3 έξίστατο ετι μάλλον εκείνος δια τάς αθρόας 
αύτάς πρωϊνάς επισκέψεις. Ή εκπληξίς του δε μετεβλήθη 
είς μανίαν και άπέληξεν εις νευρικήν κρίσιν, δτε είδε τους 
λειτουργούς του θανάτου, καταλλήλως και τούτους ειδο- 
ποιηθέντας, να προσέρχωνται με πάσαν την πένθιμον ποιι- 
πήν, έτοιμοι να τον μεταφέρουν ε?ς την τελευταίαν αΰτου 
κατοικίαν. 

Το φύλλον το εγκαινίασαν την συνήθειαν της τακτικής 
κατ 9 έτος δημοσιεύσεως του πρωταπριλιάτικου ψευδούς 
ήτοή εν πολλοίς καινοτομήσασα «Έφημερις» του Κορομη- 
λά. Το χάριεν και εΰτράπελον πνεύμα του 'Ιωάννου Καμποΰ- 
ρογλου, δστις ύπήρξεν ή ψυχή του πρώτου τούτου συστη- 
ματικώς ώργανωμένου ημερησίου φύλλου, εφεύρισκε κατ 3 
έτος διάφορα ευφυή ψεΰδη, είτε σχετιζόμενα προς σΰγ- 
χρονόν τι γεγονός, εϊτε όλοτελώς φαντασιώδη, πάντοτε 
δμως αληθοφανή καΐ ικανά να εξεγείρουν την περιέργειαν 
του πλήθους και να παρακινήσουν τους ευπίστους να εκ- 
δράμουν σωρηδόν εις άπομεμακρυσμένόν τι μέρος προς 
άπόλαναιν αξιοπερίεργου Θεάματος ανυπάρκτου. Αυτόν 
τον χαρακτήρα φέρει συνήθως το πρωταπριλιάτικον ψευ- 
δός των εφημερίδων και αυτό το σύστημα ήκολοΰθησαν 
Ι'κτοτε κατ 3 άπομίμησιν του πρώτου εισηγητού πάντα τα 
ημερήσια αθηναϊκά φΰλλα. Εΐνε δε περιεργότατον δντως 
τόφαινόμενον δτι, ενώ τόεθιμον εγενικεΰθη και κατήντησε 
πασίγνιοστον και πάγκοινον εις τάς ημέρας μας, ευρίσκε- 
ται πάντοτε κατ 3 έτος πλήθος ανθρώπων ύποπιπτόντων 
εις τήν άπάτην. Εννοείται δμως δτι ή επιτυχία εξαρτάται 
πάντως εκ τής ευφυούς επινοίας και εκ τής τέχνης μεθ* 
ης μαγειρεύεται και παρασκευάζεται και σερβίρεται κα- 
ταλλήλως ή προοτοπριλιάτικη εΐδησις, ώστε νά φέρη τό 
^ροσδοκώμενον αποτέλεσμα. 



30• 

Επιτυχίας τοιαύτας εξηκολούθησε να εχη ή «Έφημερίς» 
και μετά την άποχίόρησιν του Καμπούρογλου ίδρύσαντος 
-κατόπιν την ίδικήν, «Νέαν Εφημερίδα». Το αναπλήρωσαν 
αυτόν εις την πάλαιαν « Εφημερίδα > νέον επιτελεΐον της 
συντάξεως, άποτελούμενον εκ του διευθυντού αυτής, του 
αειμνήστου Δημητρίου Κορομηλά, του γράφοντος τάς πα- 
ρούσας γραμμάς, του αγαπητού συναδέλφου κ. Ιωάννου 
Δαμβέργη και άλλων τίνων, έχάλκευεν έπι σειράν ετών κατά 
πάσαν πρώτην Απριλίου εΐδησίν τίνα φαντασιώδη, παρε- 
νειρομένην μεταξύ τώ\ άλλων πραγματικών και ανελλιπώς 
Ιπιφέρουσαν το ποθούμενο ν αποτέλεσμα. Τινές τών ειδή- 
σεων τούτων, εκτάκτως επιτυχείς, έμειναν πολύκροτοι, εξ 
αυτών δ' εκλέγων θάναφέρω δυο ή τρεις. 

Έν ετει 1882 ή «Έφημερις» ανέγραψε την πρωτα- 
πριλιάτικη/ εϊδησιν δτι άγγλος τις περιηγητής, "θελήσας ν* 
άνέλθη εις το αέτωμα του Παρθενώνος δια της γνωστής 
1ν τώ τοίχω έλικοειδοΰς άναβάθρας, έσφηνώθη εις το εσω- 
τερικό ν της οπής, ένεκα δε τούτου παρίστατο ή ανάγκη 
προς σωτηρίαν του άπερυκέπτου ξένου νά κατεδαφισθή 
μέρος του τοίχου του ναού. Το ψάρι το όποιον ήγρεΰθη 
δια της εϊδήσεως ταύτης ήτο άνελπίστως μέγα, επειδή δ 
πρώτος δούς πίστιν εις αυτήν ήτο δ τότε πρωθυπουργός 
Χαρίλαος Τρικούπης. Μολονότι Γ]το άγγλομαθής δ επιφα- 
νής ούτος πολιτικός άνήρ, δεν έπρόσεξεν εις το επίτηδες 
τεθέν φαντασακόν όνομα του ανυπάρκτου "Αγγλου, όστις 
Ικαλεΐτο δήθεν Ιλ&γ — το όποιον άγγλιστι σημαίνει «ψεύ- 
στης»* δθεν άνησυχήσας περί τής τύχης του ξένου, αλλ 3 έν- 
ταυτώ και περί τής άκεραιότητος του σεπτού μνημείου, 
ήθέλησεν ε ν τω £μα νά λάβη τα κατάλληλα μέτρα. Και 
περί ώραν 11 π. μ. ήκούσαμεν οι ευρισκόμενοι 'έν τώ γρα- 
φείφ μας, το όποιον εκείτο εις την δ δον Σταδίου, τά 
.βαρέα βήματα του ανερχομένου την κλίμακα διευθυντού 

20 



306 

της αστυνομίας Κωνσταντίνου Κοσονάκου, δστις εσπευσμέ- 
νως κληθείς υπό του Πρωθυπουργού καΐ διαταχθείς να 
εξέταση, ήρχετο με κάποιαν δυσπιστίαν να μας ερώτηση, 
πόθεν ήρΰσθημεν την εΐδησιν. Άλλ' εκ των ηχηρών γελώ• 
των δι* ών άπηντήσαμεν εις την έρώτησίν του, έννόησεν 
αμέσως περί τίνος επρόκειτο. 

Το άκόλουθον έτος ή πρωταπριλιακή φάρσα μας εΐχεν 
αρχαιολογικόν χαρακτήρα. Έδημοσιεΰσαμεν την εΐδησιν 
δτι εις χώρόν τίνα άνασκαπτόμενον εγγύς τοΰ γραφείου μας 
άνευρέθη κεφαλή αρχαίου αγάλματος εξαίσιας τέχνης, τήν 
οποίαν παρελάβομεν και εφυλάττομεν δια να παραδώσωμεν 
δπου δει. Όλίγον μετά την εκδοσιν του φύλλου μας ενεφα- 
νίσθη εϊς το γραφεΐόν μας εις έφορος των "Αρχαιοτήτων* 
ζητών να παραλαβή το εύρημα. Μετά μεγάλης δε τότε σο- 
βαρότητος οι εν τω γραφείω συντάκται μεταβάντες εις την 
άποθήκην, εκόμισαν εν πομπή και θριάμβω προς τον εφο- 
ρον μίαν κεφαλήν βοός, λείψανον ίσως παλαιού τροπαίου, 
ευρισκομένου από μακρού χρόνου εις το γραφεΐόν μας, 
σύμβολο ν δε δχι πολύ ευχάριστο ν δια τήν άγχίνοιαν τον 
αρχαιολόγου, δστις άπήλθεν απογοητευμένος. 

'Αστειοτέρας συνεπείας είχε μία άλλη πρωταπριλιάτικη 
ε'ίδησις. Παρεπιδήμει τότε εις Αθήνας δ Γκούλδ, εις των 
διασημότερων αμερικανών Κροίσων, ή δε έφημερίς μας α- 
νέγραψε μετά σοβαρότητος και τήν εξής δήθεν ΐδιοτροπίαν 
του: δτι άπολέσας σκΰλλον τινά, τον οποίον ύπερηγάπα, 
άνεζήτει κατά τα ταξείδιά του νά εΰρη άλλον τινά δμοιον 
προς εκείνον κατά τε το είδος, το χρώμα, το μέγεθος, τήν 
μορφή\, διατεθειμένος ών νά προσφέρη κολοσσιαΐον πο- 
σόν εις άγοράν του ζφου, το οποίον θά του ύπενθΰιαζε τον 
πιστόν του σΰντροφον. Αι λεπτομέρδίαι εφαίνοντο επίτηδες 
αόριστοι διά νά επιτυχή καλλίτερα το παιγνίδιον' και τω 
δντι κατά τήν ήμέραν έκείνηντό πεζοδρόμιον του ξενοδο- 



307 

χείου της Αγγλίας, ένθα κατώκει ό πολυτάλαντος ξένος, 
εγέμισεν από ανθρώπους περιάγοντας σκύλλους και σκυλ- 
λάκια διαφόρου μεγέθους και χροοματος, ζητοΰντας δ' επι- 
μόνως να εισαχθούν παρά τω ξένω προς μεγάλην άπορίαν 
καΐ δυσφορίαν της υπηρεσίας του ξενοδοχείου, ήτις πολύ 
έκοπίασε να πείση τους απλοϊκούς εκείνους δτι υπήρξαν 
θΰματα τής ευπιστίας των. 

"Αλλη πρωταπριλιάτικη άστειότης άρκετήν προκαλέσασα 
θυμηδίαν, φύσεως δχι δημοσίας, αλλ 3 ιδιωτικής, διεξάχθεΐ- 
σα δε εις σχετικώς στενόν κύκλον έλαβε χώραν εις το γρα- 
φεΐον της υπό του μακαρίτου Μιχαήλ Λάμπρου εκδοθείσης 
εφημερίδος «Καθημερινής», εις τήν σΰνταξιν τής οποίας 
είχα τήν τιμήν ν' ανήκω. 

Ή άστειότης έξυφάνθη είς βάρος του προ ετών αποθα- 
νόντος αγαθού φίλου μας Δημητρίου Κοκκίδου, καθηγητού 
τής "Αστρονομίας εν τω Πανεπιστήμια) και διευθυντού τού 
"Αστεροσκοπείου, τακτικού έπισκέπτου και επιστημονικού 
συνεργάτου τής εφημερίδος μας. Ίδρύσας ούτος τότε μετε- 
ωρολογικούς σταθμούς εις διαφόρους πόλεις τών επαρχιών, 
συνέτασσεν ήμερήσιον μετεωρολογικόν δελτίον περί τής κα- 
ταστάσεως εν γένει τού καιρού καθ' άπασαν τήν Έλλά<5α 
έπι τή βάσει τών αποστελλομένων εις αυτόν καθημερινών 
τηλεγραφημάτων. Ταύτα, βραχέως και συμβολικώς δι' αρι- 
θμών συντεταγμένα, άπεστέλλοντο χάριν ευκολίας όχι εις το 
'Αστεροσκοπεΐον, αλλ " είς το γραφεΐον τής «Καθημερι- 
νής», οπόθεν διερχόμενος δ Κοκκίδης τακτικώς περί τήν 
δείλη ν τα παρελάμβανε και κατήρτιζε το δελτίον. Συνελά- 
βομεν λοιπόν οι εν τώ γραφείω επί τή προσεγγίσει τής 
Πρωταπριλιάς το σχέδιον νάντικαταστήσωμεν τάληθιν« 



308 

τηλεγραφήματα δι 3 υποβολιμαίων, πρ:)μηθευθέντες τάπαι- 
τούμενα έντυπα και τους φακέλους, δεόντακ σεσημασμέ- 
νους δια της σφραγίδας εκ του Τηλεγραφείου, τη βοήθεια 
φίλου τηλεγραφητοΰ, γράψαντες δε άλλους άντ 3 άλλων συμ- 
βολικούς αριθμούς. Δια να επιτυχή περισσότερον ή άπατη 
εσημειώθη εις εν εκ των τηλεγραφημάτων δια λέξεων 7] εΐ- 
δησις δτι μερικοί χάρται, τους οποίους εΐχε προ ημερών 
αποστείλει δ Κοκκίδης ειςενα εκ των σταθμών καΐ περί της 
παραλαβής τών οποίων ανησυχεί, άποολέσθησαν. 

°Ότε επέστη ή συνήθης ώρα, ό καθηγητής ήλθε βια- 
στικός, κατά το εϊωθός, εις το γραφεΐον, ένθα ε ιχον συν ά- 
χθη πάντες οι φίλοι και οι γνώριμοι της εφημερίδος μας, 
εν γνώσει διατελούντες της συνωμοσίας, δια να παραστα- 
θούν εις την φαιδράν σκηνήν. °0 Κοκκίδης απήντησε 
δυσαναχετώνεϊς μερικούς άστεϊσμούς τοΰΜίκιου Λάμπρου, 
βιαστικός δε κατά την συνήθειάν του, ήρχισε ν' άποσφρα- 
γίζη τά πλαστά τηλεγραφήματα, δια νά συντάξχ) το δελτίον. 
Οι παρεστώτες, παρακολουθουντες τά κινήματα του, μόλις 
συνεκράτουν τον γέλωτα, βλέποντες τους μορφασμούς της 
εκπλήξεως αλλά καΐ της ταραχής την οποίαν έπροξένει εις 
αυτόν ή άνάγνωσις έκαστου τών τηλεγραφημάτων. Και ή 
εκπληξίς του ήτο• δικαιολογημένη, διότι δια της τυχαίας 
μεταβολής τών συνθηματικών αριθμών επήρχετο τελεία 
ανατροπή και σΰγχυσις εις την εννοιάν τοον. Ούτως, ενώ ό 
καιρός ήτο κατά πάντα εύδιος, εκ τών τηλεγραφημάτων 
έξήγετο δτι καθ 5 άπασαν την Ελλάδα εΐχεν ενσκήψει κα- 
κοκαιρία σημαίνουσα την συντέλειαν του αιώνος. 3 Αλλου 
μεν το πέλαγος έκλυδωνίζετο, συγκυκώμενον από του πυ- 
θμένος* άλλου ή βροχή κατέπιπτε ραγδαία και αδιάκοπος^ 
όπως κατά τάς ημέρας του Νώε* άλλου ό άνεμος άπέκτα 
πρωτοφανή βιαιότητα τυφώνος και άλλου πάλιν επεκρά- 
τει Θερμοκρασία υψηλή όσον και παρά τον 'Ισημερινόν. 



1 09 

"Ό δυστυχής αστρονόμος ήπόρει δια την ακατανόητον ταΰ- 
την άναστάτωσιν των στοιχείων της φύσεως* αλλ 3 ή δυ- 
σφορία του επετάθη ετι μάλλον εκ της εΐδήσεως περί της 
«πωλείρς των πεμφθέντων χαρτών. Έν τη απορία εν τού- 
τοις καΐ τη ταραχή του εμνήσθη δτι υ παρευρισκόμενος εκεΐ- 
μετά των άλλων καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρος τον είχε 
προ ολίγου ερωτήσει περί του καιροί} του επικρατούντος 
εις το Ίόνιον πέλαγος, ενδιαφερόμενος, ως έλεγε, να το 
μάθη, καθότι ανέμενε τήν πενθεράν του επανερχόμενη ν 
εκ Μασσαλίας. Εστράφη δέ τότε αίφνης ό Κοκκίδης 
προς τον ερωτήσαντα, κρατών εις χείρας το εκ Ζακύνθου 
πλαστό ν τηλεγράφημα, και με μίαν εκφρασιν χαιρεκακίας 
του εΐπεν: 

— Άπό τήν Μασσαλίαν, είπες, έρχεται ή πενθερά σου; 
Θα καλοπέραση στο ταξεΐδί της! 

Ή έκραγείσα δια μιας κατ* εκείνη ν τήν στιγμήν συ- 
ναυλία τών άπό πολλάς ώρας συγκρατουμένοον γελώτων 
διέλυσε τήν άπορίαν του και επανέφερε τήν γαλήνην εις 
τήν ψυχή ν του. Έννόησεν δτι πρόκειται πες>ι άστειότητος 
τήν οποίαν άνεγνώρισεν ώς επιτυχή, και τήν εσυγχο^ρησε 
καλοκαγάθθ)ς. 

Ό φίλος και σννεργάτης, του όποιου προηγουμένως 
εμνήσθην, κ. Δαμβέργης είχε τήν άδυναμίαν να παρασκευ- 
άζη τα πρωταπριλιάτικα πειράγματα εις έτερον περίφη- 
μον και προ καιρού εκλιπόντα τον Άθηναϊκόν τΰπον, τον 
βοήν αγαθόν ΐδιότροπον καΐ άγαν έλευθερόστομον δικηγό- 
ρον Στεφανίδην. Και το μεν πρώτον έτος κεντήσας τα φι- 
λάρχαια αισθήματα του ιδιορρύθμου εκείνου Αθηναίου, 
τον εττειλε πρωί — πρωί να ΐδή ένα καταπεσόντα δήί>εν 
αιφνίδιους εκ τών κιόνων του ναοΰ του ' Ολυμπίου Διός* 
και αφού τον εΰρεν δρθιον ό Στεφανίδης επέστρεψεν εϊς 
τήν πόλιν αφρίζων εκ του Θυμού καΐ άναθεματίζων μέγα- 



310 

λοφώνως τα ψεύδη των εφημερίδων. 3 Αλλά το επόμενον 
έτος το εγχείρημα απέβαινε χαλεπώτερον, διότι το Ϊ315 ιη 
ίάβηι σπανίως επιτυγχάνει. Έν τούτοις ό συνάδελφος 
έπενόησεν εύφυώς να δημοσίευση δτι σημαντικόν δήθεν 
χρηματικήν ποσόν ειχεν άποσταλή προς τον Στεφανίδην 
παρά,πλουσίου συγγενοΰς/του εξ Αιγύπτου, δπως διανεμηθή 
παρ 3 αυτού εις τους άπορους των Αθηνών. Φαντασθήτε 
λοιπόν την άπειροπληθή στρατιάν των ενδεών δσοι κατέ- 
κλυσαν άπό^πρωΐας τον παρά την δδόν Έρμου οίκον τοΰ 
ανύποπτου δικηγόρου, και τάς έντονους εκφράσεις της 
άγανακτήσεως μετά των όποιων ό οξύθυμος έκεΐνυς και 
λίαν βωμολόχος τους απέπεμψε ! 

Κατά τίνα Πρωταπριλιάν άλλου έτους, διεκ(ομωδήθη 
παρ 3 ημών πάλιν με άρκετήν έπιτυχίαν το οικτρόν έ'θιμον 
της μονομαχίας, πολύ έν χρήσει παρ 3 ήμΐν κατ* έκείνην 
την έποχήν. Έντέχνως έσπερμολογήθη και άνεγράφη από 
δυο ημερών ή εΐδησις περί σφοδράς διενέξεως, άναφυείσης 
δήθεν μεταξύ δυο λογίων, και μελλούσης κατά πάντα τα 
φαινόμενα να λυθή δια τών δπλων. Ή μονομαχία μεταξύ 
τών δυο έρισάντων, οϊτινες ύπετίθετο δτι ήσαν ό μακαρί- 
της ποιητής Δημήτριος Κόκκος καΐ εγώ — τών οποίων δμως 
τά ονόματα έσημειούντο μόνον δια τών αρκτικών στοιχείων 
— ήγγέλθη δτι θά έγίνετο την πρωΐ'αν τής 1ης Απριλίου. 
Τω δντι δε το πρωί δύο άμαξαι έξεκίνησαν εκ του γρα- 
φείου τής εφημερίδος φέρουσαι εις το πεδίον της τιμής 
τους δύο αντιπάλους και τους μάρτυρας των, σύν αύτοΐς 
δε έπιδεικτικώτατα και όλόκληρον όπλοστάσιον από υπερ- 
μεγέθεις παλαιάς κουμπούρας, χαντζάρια, γιαταγάνια και 
παντοία άλλα φονικά όργανα. Τήν τελευταίαν στιγμήν έν- 
ΘυμήΟημεν δτι δεν εΐχομεν φροντίσει περί ιατρού* αλλ 3 
ή ελλειψις άνεπληρώθη παραληφθέντος διά τής βίας σχε- 
δόν ενός γνωστού τών 3 Αθηνών κτηνιάτρου, διερχομένου 



311 

τυχαίως εκείθεν. Οι διαβάται καθ* όδόν βλέποντες παρε- 
λαΰνουσαν την άλλόκοτον ταύτη ν ε/-στρατείαν, ύπώπτευον 
το αστείο ν της και έμειδίων. 3 Αλλ* ή 3 Αστυνομία, ήτις εΐνε 
συνήθως το πρώτον θύμα εις τάς τοιαύτας περιστάσεις, 
ήθέλησεν εν πάση άθφότητι να εμπόδιση την αίματοχυ- 
σίαν και έλαβε τα κατάλληλα προς τοΰτο μέτρα* διό, δτε 
εφθάσαμεν εις τον ωρισμένον τόπον, δστις ήτο ό στί- 
βος του σημερινού Σταδίου — ΐοΰ οποίου ό χώρος ακόμη 
τότε ήτο αγρός κριθής — ενώ οι μάρτυρες, μετρήσαντες 
μετά σοβαρότητος τάς αποστάσεις, έτοποθέτουν τους αντι- 
πάλους αντικρύ αλλήλων, εΐδομεν κατερχόμενους από του 
υψώματος τους ενεδρεύοντας έκει έρυθροχίτωνας αστυνο- 
μικούς κλητήρας μεθ' ενός τών αστυνόμων, σπεύσαντας νά 
εμποδίσουν την φονικήν συνάντησιν, αλλ 3 άνακροΰσαντας 
πρύμναν και άποχωρήσαντας μετ' εντροπής δτε εκ τών γε- 
λώτων μας εννόησαν το πάθημα των. 



"Ως επίλογος εϊς την Πρωταπριλιάτικην ταΰτην φλυα- 
ρίαν μου δύναται νά χρησιμεΰση καη τι, το οποίον δεν ει- 
Λ>ε ποσώς άστειότης και μάλιστα φέρει χαρακτήρα λυπηρόν 
και άξιοθρήνητον* αλλ 3 επειδή συνέβη μοιραίως κατά τήν 
ήμέραν τής 1ης 3 Απριλίου και παρουσιάζει εν τη εξελίξει 
του κωμικήν και σχεδόν φαντασμαγορικήν χροιάν, δύνα- 
ται νά καταλάβπ και αυτό θέσιν εις το Πάνθεον τής Πρω- 
ταπριλιάς. 

Εννοώ το προ εικοσαετίας περιβόητον συμβάν τής 
ανακαλΰψεω; τών εν τώ Κεντρικώ Ταμείω κεκρυμμένων 
εκατομμυρίων, του οποίου ήρως και θύμα ένταυτώ ύπήρ- 
ξεν ουχί άτομόν το, ή μερις του κοινού, ή αρχή τις μεμο- 
νωμένη, αλλ 3 αυτό τοΰτο το Έλληνικόν Κράτος. Ό τότε 



312 

Προοθυπουργός αείμνηστος Τρικούπης, διευθύνων από τοϋ ; 
υπουργείου των Οικονομικών τα νήματα της μεγαλοπρά- 
γμονος αΰτοΰ πολιτικής και παρακολουθών άγρΰπνως τήν~ 
πορείαν των δημοσίων εσόδων, ευρέθη εν αμηχανία, αδυ- 
νατών να εξηγήστ) κολοσσαίαν διαφοράν ί'πάρχουσαν μετα- 
ξύ τών καθημερινών πινάκων τών εισπράξεων και του έν 
τώ ταμείω του Κράτους κατατεθειμένου ποσοΰ. Ύποπτευ 
θεις δτι εκτροπόν τι συνέβαινεν, απεφάσισε να εξακρίβωση, 
το πράγμα και χωρίς νάνακοινώση τίποτε εις κανένα, εγερ- 
θείς ό' εν ώρα όρθρου βαθέος, διέταξε τον ύπηρέτην να. 
μεταβή και να προκαλέση τον ϊδιαίτερόν του γραμματέα 
από της κατοικίας του δπως προσέλθη αμέσως παρ 5 αύτώ. 
ε Ο γραμματεύς δμως, δστις Γ]το ο κ. Γ. Αναγνωστόπουλος, 
ύποπτεΰσας δτι επρόκειτο περί πρωταπριλιάτικης φάρσης> 
δεν μετέβη. Έχρειάσθη δευτέρα και τρίτη έντονωτέρα πρό- 
σκλησις, δια να σπεύση προς τον άνυπομοΰντα προϊστάμενόν 
του, και νάκούση αύστηράν έπίπληξιν δια την βραδύτητάτου.. 
ε Ο γραμματεύς διετάχθη να ύπάγη εξ ονόματος του Πρωθυ- 
πουργού εν τω άμα, και να παραγγείλη είς τρεις ανωτέρους, 
οικονομικούς υπαλλήλους νά μεταβούν άνευ χρονοτριβής και 
να ενεργήσουν έξέλεγξιν εις τό Κεντρικόν Ταμεΐον. 3 Αλλ' 
ή κωμική σκηνή της δυσπιστίας έπανελήφθη εκ νέου, κα- 
θότι οι εξεγερθέντες εκ του ύπνου υπάλληλοι, ενόμι- 
σαν και αυτοί δτι επρόκειτο περί άλειότητος καΐ εδί- 
σταζον νά εκτελέσουν τήν έντολήν. Τέλος πάντων ή εξέ- 
λεγξις έγένετο, άνεκαλΰφθη δε τω δντι δτι εις τό Κεντρι- 
κόν Ταμεΐον άπεκρύπτοντο κρίμασιν οις είδε Κύριος εξ• 
δλα εκατομμύρια δραχμών ! 

€ Η εΐδησις διεόόθη άστραπηδόν εις τήν πόλιν' άλλα 
ποιος νά τήν πιστεύση ; Καθείς έμυκτήριζε τον κομιστήν 
αυτής ώς μωρόπιστον ή ως άδέξιον έφευρέτην παχυλού 
■ψεύδους. Και εΐχον δίκαιον οι άνθρωποι, διότι τόσον τε- 
ρατώδη και ακατανόητα και απίστευτα πράγματα συμβαί- 
νουν εις τό πρωτότυπον αυτό ιδικόν μας βασίλειον, ώστε: 
ή προηη Απριλίου θα ήδύνατο νά καθιερωθη και ώς επί- 
σημος εορτή του Κράτους. 



31* 



ΑΙ ΠΗΓΑ! ΤΟΥ ΓΕΛΩΤΟΣ 



'Όντες έπλασε ό Θεός την οικουμένη, 

Το Λιξοΰρι και τόσους άλλους τόπονς, 

Εΐπε: «"Α! τώρα άλλο δεν μου μένει, 

Παρά να πλάσω, γυιέ μου, και τσού ανθρώπους». 

Οΰτως άρχεται εν των περίφημων ποιημάτων του εξόχου 
σατυρικού συμπολίτου μου 3 Ανδρέου Λασκαράιου. Κα- 
τά την Κοσμογονίαν δεν εΐχεν έφευρεθή ακόμη ή δημοσιο- 
γραφία, έπομένοος δεν υπήρχε παρών κανένας ρεπόρτερ, 
δια να γνωρίζωμεν έκτης άκριτομυθίας του τι ακριβώς 
επραττεν δ Δημιουργός κατά την στιγμήν εκείνην του υπέρ- 
τατου έργου του, καΐ τί διενοεΐτο, δτε διά τής αγίας του πα- 
λάμης έπλασε τον βασιλέα τής κτίσεως. Έχομεν μόνον την 
μαρτυρίαν του Μωϋσέως, λέγοντος εν τή Γενέσει τά εξής: 
«Και εΐπεν ό Θεός* ποιήσωμεν άνθρωπον κατ 3 εικόνα ήμε- 
* τέραν και καθ 3 όμοίωσιν* και άρχέτωσαν των ιχθύων τής 
» θαλάσσης, και των πετεινών του ουρανού, και τών πτη- 

> νών, και πάσης τής γής, και πάνταη τών ερπετών τών 
ι> ερπόντων επι τής γής, Και εποίησεν ό Θεός τον άνθρω- 
» πον, κατ 3 εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν άρτεν και θήλυ 
» εποίησεν αυτούς. Και ηύλόγησεν αυτούς ό Θεός λέγων* 
» αυξάνεσθε και πληθΰνεσθε και πληρώσατε την γήν, καΐ 

> κατακυριεύσατε αυτής... Και επλασεν ό Θεός τον άνθρω- 
» πον, χουν από τής γής, και ένεφΰσησεν εις το πρόσωπον: 



■314 

> αΰτοΰ πνοήν ζωής* και εγένετο ό άνθρωπος εις ψυχήν 

> ζώσαν. 

Ό δε προρρηθείς Λασκαράτος φαντάζεται τον Πλάστην 
λαλοΰντα δχι τόσον σοβαρώς και επισήμως, άλλα κατά τρό- 
πον οίκειότερον και με ΰφος άπλοϊκώτερον προς το άγαπη- 
τόν του πλάσμα: 

«Κ 3 εκεί που εκράτειε τον 3 Αδάμ στερνόνε, 

Τούπε: «Έσύ νάσαι, "Αδάμ, το ζώ τώζώνε... 

«"Ηγουν, νάσαι καλλίτερος απ 3 δλα, 

Νάχης το γάιδαρο άποκατουΟέ σου, 

Νά τρέφεσαι μπαρμπούνι και τριόλα 

Νάνε ή λαγκάδες δλες ιδικές σου* 

Οι σκΰλ?ιθΐ ταπεινοί νά σε ύπακοΰνε 

ΚαΙ η κόττες γΐά σένα νά γεννούνε. 

«Βάνω στην εξουσία σου τα σπανάκια, 

"Αν -θέλχις νά τα κάνης τσιγαρίδι" 

Γιά σένανε φυτεύω ραπανάκια, 

Έσύ νά τρως τ® μήλο και το απίδι, 

"Όλα νά τάχης χωρίς νά κοπίαζες, 

Και σάγαπάω πολΰ, γιατί μου μοιάζεις.* 

"Ολα ταύτα δμως εγράφησαν, εννοείται, ποιητική α- 
δεία, με το μέτρον τής φαντασίας, το όποιον άλλως τε ου- 
χί σπανίως τίθεται εις χρήσιν και εις την κοσμογονίαν των 
περιφήαων τελευταίοι ωρών των εφημερίδων, αΐτινες έχουν 
ωσαύτως το προνόμιον νά πλάττωνται εκ του μηδεννός, ό- 
πως επλάσθη καΐ ό κόσμος. Εΐνε εν τούτοις βέβαιον δτι δ 
Πλάστης ηθέλησε νά προίκιση το κυριώτερον κατασκεύα- 
σμα των αγίων του χειρών με δώρόν τι έξαιρετιχόν, εις εν- 
δειξιν τής ιδιαιτέρας εύνοιας του. Το δώρον δε τοΰτο εινε ό 
γέλας, ή ήχ,ηρά αΰτη εκδήλωσις τής εΰαρέστου ψυχικής κα- 



315 

ταστάσεως, το θριαμβευτικό ν άσμα της φαιδρότητος, δ 
«χργυρόηχος ΰμνος της χαράς και της ευεξίας, ό ήλιος δ δια- 
λΰων τα νέφη της άθυμίας τάναθρώσκονςα από της κοι- 
λάδος ταύτης των δακρύων, δπου ώρίσθη να διαρρέη δ βίος 
των βροτών, Εΐνε δε τόσον μάλλον πολύτιμον το χάρισμα, 
όσον εΐνε άποκλειστικον εις τον άνθρωπον, οιονεί προνομία 
χορηγηθείσα υπό της εξουσίας εις τον βασιλέα της κτίσεως• 
διότι κανέν άλλο εκ των έμψυχων κτισμάτων της Δημιουρ- 
γίας δεν εξωτερικεύει την εύθυμίαν του δια του γέλωτος. 
Και αν δ Πλάτων εις τον περίφημον δρισμόν του περί του 
ανθρώπου ήθελε σκεφθή να πρόσθεση εις τα επίθετα του 
δίποδος και του άπτέρου κα\ τον προδιορισμόν του «γέλω- 
τος», ή παροοδία του Σινωπέος δια του τετιλμένου άλεκ- 
τρυόνος δεν θα είχε λόγον υπάρξεως. 

Τι δε εΐνε ακριβώς δ γέλως και πώς και πόθεν παρά- 
γεται και τίνος μηχανισμού οργανικού και τίνος συνδυα- 
σμού αισθημάτων εΐνε αποκύημα, μη περιμένετε παρ 3 εμοΰ 
να μάθετε. Θα ήδυνάμην ίσως, επιδεικνύων εΰσπόκτητον 
σοφίαν εκ των στοι/ειωδών συγγραμμάτων άντληθεΐσαν, 
να παραθέσω την γν(ομην του "Αριστοτέλους και του Κικέ- 
ρωνοςκαί του Πασκαλ και του Κάντιου, και του Βολταί- 
ρου και άλλων φιλοσόφων και συγγραφέων περί της παρα- 
γωγής του. Άλλα τον βαρύν ψιλοσοφικόν τρίβωνα, τον 
οποίον άλλως τε σπανιώτατα εις την ζωήν του έφόρεσα εκ 
προθέσεως, ενίοτε δε μόνον Ιξ απροσεξίας, δηλώ δτι απέ- 
θεσα εις τα πρόθυρα της αιθούσης ταΰτης, ενώπιον δε τής 
εκλεκτής ταύτης ό,χηγύρεως εμφανίζομαι με το έλαφρόν 
μόνον ϊμάτιον του θεράποντος τής τέχνης τής αφιερωμένης 
είς την λατρείαν τής ίλαρότητος. Θα προσπαθήσω λοιπόν, 
εμπειρικώς πραγματευόμενος το θέμα μου, να υποδείξω εις 
υμάς μερικάς εκ των πηγών του γέλωιος, εις τάς δποίας δύ- 
νασθε να καταφύγετε εν ώρα άΟυμίας, δια ν 3 αντλήσετε εξ 



316 

αΰτοΰ τον γέλωτα, το άπαραίτητον αοτυμα της ευεξίας τή<£ 
ζωής. 

* * 

Σημειωτέον δτι δ Δημιουργός εν τη άπείρω Αΰτοΰ κα- 
λοκαγαθία και εν τη θεία Αύτοΰ πρόνοια δωρήσας εις τον 
«ίνθρωπον τον γέλωτα, εφρόντισε να καταστήση δαψιλεΐς, 
και αστείρευτους τάς πηγάς αΰτοΰ επί της γης. Δυο δε κυ- 
ρίως εινε αί μεγαλαι άποθήκαι, εξ ων αναβλύζει το νάμα- 
του* και το περίεργον εινε δτι αί δυο αύται γενέτειραι αΐ- 
τίαι έχουν συστατικά δλως ανόμοια, και αποτελούν την πα- 
ραδοξοτάτην των αντιθέσεων, διότι ή μεν εΐνε ή ανθρώ- 
πινος ευφυία, ή δε ή ανθρώπινος ^μο^ρία. Επειδή δε αϊ δΰσ 
αΰται ιδιότητες υπάρχουν άϊδίως εν μοίρα οΰχι σταθερά 
μεν, άλλα πάντοτε τοιαύτη ώστε να διατηρήται διηνεκώς 
το πνευματικόν ιτοζΰγιον τής άνθρωπότητος, αί αρχικά! 
πήγα! εξ ων απορρέει ο γέλως δεν υπάρχει κίνδυνος να εξαν- 
τληθούν ποτέ. Ενίοτε μάλιστα παρατηρείται το περίεργον 
φαινόμενον τΰς συνυπάρξεως των δυο τούτων ιδιοτήτων, 
δημιουργείται δ' εκ του τοιούτου συνδυασμού και τρίτη, 
πηγή, συντείνουσα εις τήν ζωογόνησιν τής ευθυμίας. 

Ή ευφυία δεν απ >τελει βεβαίως τήν δαψιλεσιτέραν των 
πηγών* υπάρχει οΰχ 3 ήττον αρκετά διακεχυμένη εις τήν γήν... 
Και αφθονεί μεν φυσικά εις τους πεπολιτισμένους λαούς, 
δπου το πνεύμα οξύνεται δια τής παιδείας και τής μορφώ- 
σεως* άλλα δεν σπανίζει και εις τους απολίτιστους και τους 
πρωτογενείς, δπου άπαντα χονδροειδής και ακατέργαστος, 
ως ό εν ορυκτή καταστάσει χρυσός, δστις με δλην τήν σκω- 
ρίαν, δεν αποβάλλει τήν άξίαν των πολυτίμων συστατικών 
του. Ή ευφυΐα εκάστου λαοί» ερμηνεύεται διά τών θρύλων > 
των παραδόσεων, τών δημοτικών του ασμάτων, τών μνη- 



317 

•μείων εν γένει της δημώδους αύτοϋ φιλολογίας, μέσα εις τα 
όποια κατοπτρίζεται ο εθνικός χαρακτήρ του, ή παρατη- 
ρητικότης του, ή οξύνοιά του, ή -θυμοσοφία του, το σατυ- 
ρικόν του πνεϋμα. "Οπου δε δ νους εΰρε περιστάσεις εΰνοϊ- 
κωτέρας αναπτύξεως και προήχθη ή ευγενής τέχνη των 
γραμμάτων και εκαλλιεργήϋη ή λατρεία των Μουσών, έκεΐ 
το πνεϋμα έξέλαμψε ζωηρότερον και έμορφώθη ή εξευγε- 
νισμένη σάτυρα, το κωμικόν δράμα, το επίγραμμα καΐ άλ- 
λα διάφορα είδη της λογοτεχνίας και εγράφησαν έργα υπέ- 
ροχα, ζώντα και θαυμαζόμενα δια τών αιώνων. Είς πάσαν 
«ε σχετικώς μορφωμένην και πνευματικώς άκμάζουσαν κοι- 
νωνίαν, κατά πάσαν εποχήν, διέπρεψαν οί πνευματώδεις 
-άνδρες, ^δξΰνοοι και οί αστείοι, τών οποίοι οί ευφυείς 
λόγοι, οί άποτελέσαντες το έντρΰφημα τών συγχρόνων των, 
άπεϋησαυρίσθησαν ύπό εϊδικών συλλεκτών, δια νά θέλγουν 
καί τους μεταγενεστέρους. Ύπήρχον δε είς παλαιοτέρας 
«ποχάς και |ξ επαγγέλματος χορηγοί τοϋ γέλωτος, οί επί 
αντιμισθία προμηνύοντες τήν ευθείαν καί την φαιδρότη- 
τα είς τους πλουσίους καί Ισχυρούς, ανθρωπάρια δΰσμορ- 
<ρα συνήθως καί ελαττωματικά τήν κα Γ ασκευήν, φαιδρΰ- 
νοντα διά της παρουσίας των, δι ατών μορφασμών των, 
δια τών αστείων επινοήσεων, ή τών βωμολοχιών των, ή 
«αϊ δι' αυτών ενίοτε τών ατυχημάτων των, τους αΰθέντας 
των μεγιστάνας καί ηγεμόνας, εϊς ών τήν αύλήν διητώντο 
και έσιτίζοντο. 

^ ^ "Αλλά τίς ήτο ο γίγας, τίς ό "Αργός ό πανόπτης καί τίς 
ο εκατόγχειρ Βριάρεως, δστις -θα ήδΰνατο διασχίζων τον 
απέραντον αυτόν λειμώνο της ευφυΐας καί τοϋ πνεύματος δ- 
λων των λαών καί δλων τών αιώνων, νάνθολογήση εξαϋτοΰ, 
καί δρέπων άνάλογον δόσιν εκ τών ποικίλων ειδών νά κα- 
τάρτιση μετα συμμ ε τ ρ ίας «νΦοδεσμην ίκανήν νά 'παρέχη 
ιδεαν πλήρη περί της ποικίλης καί φαιδράς αυτής χλωρίδος; 



318 

Και τις θά ήδΰνατο ανατρίχων εις τάς τόσας πηγάς εις τους 
πολυχεΰ μονάς ποταμούς και τάς λίμνας και τα ρυάκια, να 
παραλαβή εξ έκαστης τόσας σταγόνας, ώιτε ν'άποτελέση 
πόμα εύάρεστον, διατηρούν την πολυσύνθετον γεΰσιν των 
τόσων συστατικών του ; Έγώ τουλάχιστον ομολογώ δτι 
στερούμαι της απαιτουμένης πρός!τοΰτο βοτανικής, υδραυ- 
λικής και αλχημικής ικανότητος. "Αλλως τε άποτεινόμενος 
προς 'άκροατήριον εκλεκτόν και εξόχως μορφωμένον, θα 
έφαινόμην άγαν τολμηρός και άκαιρολόγος, άπασχολών αυ- 
τό με πράγματα γνωστά και οικεία εις αυτό, άφοΰ περι- 
λαμβάνονται εντός του κύκλου τών γνώσεων, δι* ών πάς 
άνεπτν /μένος τυγχάνει εξ αγωγής εφωδιασμένος. Θά έφαι- 
νόμην κομίζων δχι γλαυκά εις "Αθήνας, — διότι αι γλαυκές 
εις τάς ημέρας μας, ίσως ένεκα τών πολλών φώτων φυγα- 
δευθεΐσαι, Ιξέλιπον εκ του άστεως και αΐ όλίγαι άπομένου- 
σαι πετρωθεΐσαι, κουρνιάζοτν εις την 'Ακαδημίαν μας — αλ- 
λά θά έφαινόμην λέγοτ» κομίζων προτάσεις περί υδρεύσεως 
του διψαλέου άστεως, και έπειτα υποδεικνύων ως νέας πη- 
γάς το 3 Αδριάνειον. την Δεξαμενήν και την Πηγάδαν τών 
Πατησίων. 

Θά προτιμήσω λοιπόν με την άδειαν τών αναγνωστών 
μου να στραφώ προς την άντίθετον πλευράν, ήτις αποτελεί 
την άρνησιν τής ευφυΐας. Υπάρχουν και εκεΐ μεταξύ τών 
αιχμηρών στεππών και τών ακανθωδών φαράγγων τής αν- 
θρωπινής μωρίας πολλαι και δαψιλεΐς πηγαί, εξ ών δύνα- 
ται ν 3 ανάβλυση ό πλατύς και ευεργετικός γέλως. "Εχει και 
ή μωρία ποικιλίαν φάσεων ή βλακεία, ή ήλιθιότης, ή άπλο- 
ϊκότης, ή χονδροειδής αμάθεια κατορθώνουν πολλάκις να 
στρεβλώνουν τόσον τερατωδώς Τ τό καλόν, νά επιφέρουν εις 
αύτόάσυνειδήτ(ος τόσον απρόοπτο ν παραμόρφωσιν, ν'άλλοι- 
ώνουν τόσον παραδόξους την εκφρασιν, την χροιάν, την εν- 
νοιαν, ώστε ή κωμική εντΰπωσιςνά γεννάται αμέσως εις τον 



319 

νουν καΐ να προκαλήται ή ίλαρότης ακράτητος και ζωηρότερα 
της παραγόμενης εκ της ευφυούς και πνευματώδους η καυ- 
στικής παρατηρήσεως. Το γελοΐον, το όποιον με τόσα τε- 
χνάσματα προσπαθεί να παρουσίαση ή σάτυρα, εδώ εμφα- 
νίζεται μόνον του εν δλη του τη γνησιότητι, τη άθωότητι 
και τή ειλικρίνεια, προκαλούν άσυνειδήτως τάς σφοδράς εν- 
τυπώσεις. 

Έκ νεότητός μου είχα την άδυναμίαν να στρέφωμαι 
προς αυτήν κυρίως τήν διεΰθυνσιν, οσάκις ήθελα να ζωο- 
γονήσω την ψυχικήν μου εύθυμίαν. Έξ ιδιοσυγκρασίας, εκ 
ροπής τίνος φυσικής του χαρακτήρός μου μετά τα πρώτα 
μαθήματα και τάς πρώτας μου γνώσεις περί τής φυσιολογί- 
ας τοΰκαλοΰ, ήσχολοΰμην κατά προτίμησιν και έπεζήτουν 
τά θέματα, ατινα άπετέλουν τρόπον τινά τήν παθολογίαν 
αΰτοΰ, διά τής μελέτης δε ταύτης ένόμιζα δτι συνεπληρουν- 
το αΐ γνώσεις μου καΐ διεμορφουτο κάλλιον το αίσθημα τής 
καλαισθησίας. Με τήν επιμονήν μου ταΰτην, συμβοηϋοΰν- 
τος και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος εις το όποιον 
έπεδόθην, ήδυνήθην νά εΰρω άρκετάς πηγάς, αν μή εξ ολο- 
κλήρου νέας, τουλάχιστον όλιγώτερον γνωστάς εις πολλούς, 
εκ των παλαιών μου δε αυτών μελετών και αναμνήσεων θ* 
αρυσθώ τά στοιχεία, δι 3 ών θα προσπαθήσω νά καταστή- 
σω όσον το δυνατόν όλιγώτερον ανιαρό ν το παρόν μου ανά- 
γνωσμα. 



'Ιδού λοιπόν εγώ άναλαμβάνων τήν τιμητικήν ύποχρέ- 
ωσιν νά χρησιμεύσω εις το ευγενές μου άκροατήριον ώς 
οδηγός επί τίνα ώραν, χειραγωγών αυτό ως ό Βιργίλιος τον 
Δάντην. Μή σας πτοή,τη όμως ή παρομοίωσις* ή πορεία 
μας δεν θά ει ναι ύποχθόνιος, και δεν θά παραστώμεν εις: 



320 

σκηνάς τραγικάς και φρικαλέας, αναλόγως προς τάς της 
«Κολάσεως» της θείας Κωμωδίας. Οΰδ 3 εΐνε ανάγκη να δι- 
ανΰσωμεν δρόμο ν μακρόν και σκολιόν, δια να φθάσωμεν 
εις «χθονός τηλουρόν πέδον», ως λέγει ό Αισχύλος. Το θέμα 
μας ευτυχώς κείται πολύ πλησίον μας* ευρίσκεται εις τάς 
ποικίλας φάσεις της ολόγυρα μας βομβοΰσης και τυρβαζο- 
μένης ζωής και εντός του κύκλου των αναγκών του καθη- 
μερινού πνευματικού βίου. "Ωστε δεν εχομεν παρά να 
Ικτείνωμεν την χείρα, δια να δρέψωμεν ευκόλως τα χρεια- 
ζόμενα εις τον σκοπόν μας εφόδια. 

Έν πρώτοις εχομεν τον τΰπον. Α ίοαΐ 33ί§τΐ£ΐΐΓ Ιοηί 
1ιοηη€ΐΐΓ. Δεν εννοώ να κατηγορήσω ποσώς τον τΰπον, 
την άνεγνωρισμένην ταΰτην εν τη Πολιτεία και εν τχί Κοι- 
νωνία δΰναμιν, εις της οποίας την εφεδρείαν, μετά πολυχρό- 
νιον ενεργόν ΰπηρεσίαν, εχω την τιμήν ν 3 ανήκω* αλλ 3 εΐνε 
©μολογοΰμενον δτι εν τη εσπευσμένη αύτου και πυρετώδει 
δράσει καΐ ώς εκ τών πλημμελών ενίοτε δρων του οργα- 
νισμού του οι'χί σπανίως υποπίπτει εις ολισθήματα περί 
την εκφρασιν ή περί τήν εννοιαν, παράγοντα κωμικήν εις 
το κοινόν εντΰπωσιν. Εις τάς τοιαύτας ελλείψεις εννοείται 
οτι υπόκεινται συχνότερον τά φΰλλα του επαρχιακού τΰπου, 
τών οποίων ή σΰνταςις δεν είναι πάντοτε ανατεθειμένη είς 
χείρας δοκίμους, οι δε ακατάρτιστοι και ερασιτεχνικοί ως 
Ιπι το πλείστον κάλαμοι τών συντακτών του επιτηδευόμε- 
νοι κατά προτίμησιν το πομπώδες ΰφος,κρημνίζονταις ακου- 
σίως συχνάκις εις το ταπεινόν έπίπεδον του χυδαίου και 
του γελοίου. 

Δείγματα τίνα τών περιέργων τούτων καρυκευμάτων 
παρέθηκα και άλλοτε είς το κοινόν αλλ 3 ή χΰτρα εινε ανε- 
ξάντλητος και δΰναμαι βοηθούμενος εκ τών παλαιών ανα- 
μνήσεων και τών σημειώσεων μου νά παραθέσω και σήμε- 
ρον δόσιν γενναίαν μέχρι κορεσμού εις το άκροατήριόν μου. 



321 

"Ιδού μερικά εξ αυτών, είλημμένα εκ παλαιών επαρχιακών 
ως επί το πολΰ, άλλα και αθηναϊκών φΰλλων. Δεν αναφέ- 
ρω το δνομα της εφημερίδος εξ ης εκαστον ελήφθη, αλλά 
δΰναμαι να εγγυηθώ περί της πληρέστατης αυτών ακριβείας. 

Όρισμός της χωροφυλακής: 

Ή χωροφυλακή είνε εφεΰρεσιςτής αρχαίας φιλοσοφίας, 
»εξ ης ο' νόμοι παρήχθησαν προς διατήρησιν αυτών, είτε 
»εν τώ στρατώ, είτε εν τοις στρατοπέδοις». 

3 Από γεύμα φιλοτοφικόν: 

«Οι καιροί αλλάζουν το δίκαιον δμως μένει πάντοτε. 
»ύπέρ του δίκαιον». 
"Αλλο απόφθεγμα : 

« Ή από του σώματος αποδημία της ψυχής εινε γενι- 
»κώς βλαββερόν, υπό κοσμικήν εποψιν θεωροΰμενον». 
Περιγραφή: 

»Δέν δύναται τις να βαδίζη εν ταΐς όδοΐς τής πόλεως εν 
»ώρα βροχών, εαν δεν φέρη παντελόνι ντεκολτέ». 

Όρισμός του γάμου. (Σημειωτέον δτι ή περικοπή ελή- 
φθη ες εφημερίδος εκδιδομένης εις πόλιν εξόχως βιομηχα- 
νικήν και δια του το ίσως αί εικόνες και αϊ παρομοιώσεις 
ελήφθησαν εκ τής βιοτεχνίας): 

«Γάμος, ωραΐον ύελουργεΐον, παράγον ωραία ποτήρια* 
»κάλλιστον ΰφαντουργεΐον, εξυφαΐνον ωραία υφάσματα. 
:>Ίδού ή έννοια ην αποδίδουν εις τον αστέρα τούτον, τον 
φωτίζοντα το στερέωμα του έρωτος». 

Θεατρική εΐδησις (δπου χειροτονείται ό Μολιέρος εις 
ϊερωμένον). 

«Την παρελθουσαν Πέμπτην επαίχθη ή κωμωδία « δ 
» 3 Αρχοντόχωριάτης» του αθανάτου γάλλου συγγραφέως - 
»Άββα Δε Μολιέρ. Ή μετάφρασις του έργου διατηρεί εις 

21 



322 

«την καθ 5 ημάς γλώσσαν άρκετάς γαίακΰίκάς καλλονάς» 
Εΐδησις ανακτορική: 

«Σήμερον παρέζάχ&η εις τα ανάκτορα μέγα γεΰμα 
»πρός τιμήν του ήγεμόνος». 

Εΐδησις υγειονομική: 

«Ή αγχόνη (άγγίνα) ποιεί θραΰσιν εις διάφορα μέρη 
»τοΰ Κράτους». 

Ή εΐδησις αΰτη υπενθυμίζει πάλαιαν επιγραφήν, ύπάρ- 
χουσαν κατά την μαρτυρίαν φίλου μου, εις παλαιοτέρους 
καιρούς εν τινι νήσορ του Αιγαίου. Κάποιος εκ των εκεΐ 
προυχόντων, κατέχων τά αξιώματα προξενικού πράκτορος 
διαφόρων Επικρατειών, δια να μη κατασκευάση ιδιαίτερον 
θυρεόν δι 3 έκάστην των ιδιοτήτων του, εκρινεν οίκονομι- 
7.ώτερον ν 3 ανάρτηση εις τον έξώστην της κατοικίας του ενα 
μόνον με δίγλωσσον επιγραφήν λέγουσαν ιταλιστι μεν 
Α^βηΐΘ άι ΐηίίΘ 1θ Ροϊθπζθ, γαλιστι δε Α§•^6ί: άβ ίοιιίεδ 
1^8 ΡοΐεηοΘδ ! 

9 Αλλ 3 ας έπανέλθωμεν εις τάς ειδησεογραφικός περικο- 
πάς, Ιδού περιεργοτάτη ζωολογική εΐδησις : 

«Έρεΰνης γενομένης, ευρέθη εντός του πίθου δφις 
»5ηληζηριασμένος, του οποίου ό ιός είχε μεταδώσει το 
»εν τφ πίθφ υγρό ν». 

3 Ιδού και μία ιατρική : 

«Ή χρήσις του χασίς, εκτός του δτι δύναται ό εκ τού- 
»του μεθύων νά πράξη τά αποτρόπαια κακουργήματα, με 
»τόν χρόνον διαλύονται αϊ ούσίαι των γενικών μορίων του, 
»τοσοΰτον ώστε γίνεται παραλυτικός». 

3 Ιδού καΐ εν αίνιγμα οικογενειακών σχέσεων : 



323 

«Ό δήμαρχος, αγαθός πολίτης και χρηστός οικογενειάρ- 
χης, εΐνε πενΰερός δύο τέκνων». 

Λογική ακαταμάχητος : 

«Δια να μη αναπτύσσεται κονιορτός, πρέπει να μην 
»ύπάρχη τοιούτος». 

ϊΚαι μία παράδοξος εικών : 

«Εις άσέληνον νΰκτα το φως των φανών της πόλεως 
»μας ομοιάζει ως κανδηλάκια εαπαρμενα εν έϊδέι μανι- 
» ζαριών τηδε κάκεΐσε». 

Εϊδησις αστυνομική : 

<Ό αστυνόμος άνακαλΰψας 3δ ύποπτους και άεργους, 
» απέπεμψε της πόλεως εις τά εξ ών ουνετέ&ηααν» . 

3 Ιδού πώς εισάγεται ό πολιτισμός : 

«Πρώτον καφεΐον εντός ολίγου καθίσταται το του Δ„ 
»Κρικέλα, διότι επισκευάζεται λαμπρώς και εΰρΰνεται με 
»χώρον ουκ ολίγον. Συγχαίρομεν εκ καρδίας τον φίλτατον 
»Κρικέλαν δια τους άτρΰτους κόπους ους κατέβαλεν, δπως 
»εΐσαχθώσι και αί καρέκλαι». 

*Η στάσις του δημάρχου : 

«Ό δήμαρχος προσεφώνησε λίαν εύγλώττως, δι 3 ΰφους 
^ρητορικού και στάσεως αναλόγου προς το γένος του», 

*Ιδού μία εϊδησις, ήτις θα ήτο ικανή να εμβάλη εις άναστά- 
τωσιν τους γεωγράφους και όλόκληρον τήν συνομοτα- 
ξίαν τών σιδηρωτριών : 
«Παρά τάς υπώρειας του Βόλγα άνεκαλΰφθησαν πη- 



3 Μ 

»γα! χημικής μελάνης, χρησίμου προς κατασκευήν κόλλας 
» υποκαμίσων». 

Και μία άλλη, ή οποία βεβαίως θα επροξένησε συγκίνησιν 
εις τήν διπλωματίαν των δύο ημισφαιρίων : 
«Χθες εξήλθον πεζή εις περιπατον δ δήμαρχος μας με- 

>τά του γραμματέως Ξ... δικολάβου». 

Ιδού και μία άνταπόκρισις, την οποίαν θα εζήλενε καΐ αυ- 
τός ό διάσημος Μπλώβιτζ' τήν αντιγράφω επί λέξει : 
«Ίδιαιζέοα αλληλογραφία. 
»Έτώπιον του Λιμένος "Αλεξανδρείας κα 
»επΙ του πολεμικού Ή Ελλάς, 2 'Ιου- 
>λίου 1882». ^ 
«Κΰριε 
»Τήν παρελθοΰααν Τρίτην έβομβαρδίσθη ή ' Αλεξάν- 
δρεια υπό ι ου αγγλικού στόλου* σχεδόν μέχρι τούδε ή πό~ 
»λις δλη ε*άη και καίονται ήδη τα υπόλοιπα. 
»Δέχθητε τους ασπασμούς μου 

»Ύμέτερος 
»Α....» 

Ζωολογικά περίεργα : 

«Πωλούνται ΰ'ήλέίαι προβαζίναι προς βλάβην της 
* υγείας των κατοίκων». 

Μουσικά! γνώσεις : 

«Ό μουσικός οΰτος θίασος έξετέλεσε πλείστα δσα δύ- 
σκολα τεμάχια των περιφημότερων μουσουργών, κα! 
»1δίως των κυρίων Ούγκενόττη, Φάουστ, κα! άλλων». 

Κα! μία περίεργος μουσική παρέμβασις : 



325 

«Αΰριον επι τη επετείω της εθνικής ημών εορτής ψαλή- 
2>σεται δοξολογία εν τφ ναω νπό τον πρώτον ελληνικού 
» μελοδραματικού Φιάΰον». 

Ή άναχώρησις των έφεδρων : 

«Και θα ρεύσουν δάκρυα χαράς, δάκρυα αποχωρισμού 
»και συγκινήσεως, δίκονα τον ήξεις, άφίξτ}, ον ϋνή- 
»ξεις εν πολέμω>. 

Πατριωτική επαρ ης : 

«Ό 'Έλλην έπροικίσθη παρά του Δημιουργού με τον 
»όφθαλμόν του αετοί}, με τήν ώκυποδίαν τής τίγρεως, μέ 
»τήν καρδίαν του λέοντος και τήν αΰταπάρνησιν και τήν^ 
»μεγαλοφυΐαν του Διογένους». 

Ζωολογική ακρίβεια : 

«Ό λέων έχασε τον άριστερόν πόδα...» 

Ή ξένη φιλολογία : 

«Ό θίασος άρχεται τών παραστάσεων του δια του ω- 
»ραίου δράματος του *Ιωάννον Δονμά πατρός και νίον>. 

ΧΙοιητική εξαρσις : 

>Όποία εσπέρα εκείνη ! Ώς αν μυστηριώδης τις δΰνα- 
»μις εκίνει και ένανοΰριζε το πάν, σιγηλή, αφανής, ώς 
» πλύντρια.» 

Μηχανική : 

«Το πάτωμα μή δυνάμενον ν 3 άνθέξη εις το βάρος του 
>συρρεΰσαντος πλήθους, παρεδό&η εις τάς αννεπείζς 
τον>. 



326 

Φυσιολογικός ορισμός : 

«Ώς εν παρόδω παρα&έτομεν την παρατήρησιν δτι ή ; 
»τροφή προς το σώμα ομοιάζει πυρ προς χΰτραν πλήρη 
^γάλακτος και άλλων τροφών •». 

Περίεργος αυτοκτονία : 

«Χθες ηύτοκτόνησε νέος τις κενώσας εις το στόμα του* 
^σφαΐραν πολύκροτου, έξελθοΰσαν εκ του αΰχένος». 

Οΐκονομολογικόν σύστημα : 

«Δια να γνωρίσωμεν την οΐκονομικήν κατάστασιν του 
»εΘνους, εΐνε ανάγκη να μελετήσωμεν τους εκλογικούς κατα- 
λόγους». 

Υγειονομική διάταξις : 

«Επίσης Φα καταδιωχτούν οι μαχαιροποιο! και πάν- 
»τες δσοι διατηρούν εντός της πόλεως κέρατα». 

Περίεργον φαινόμενον : 

«Άπό τίνων ημερών παρατηρείται το έξης παράδοξον 
»έν Καρδίτση : πληθύς γραιών μεταλλάσσει βίον, μεταβαί- 
»νουσα εσπευσμένως εις την άλλην ζωήν». 

Τελευτώ με την έξης ύπερφυσικήν εΐδησιν : 

«Την παρλθοΰσαν Πέμπτην, ως πληροφορούμεθα, έθε- 
»άθη ο νεκρός στρατιώτου τινός αποθανόντος εν τινι ξε- 
»νοδοχείφ, διευρυνόμενος εις το νεκροταφεΐον άνευ 
Ιερέως >. 

Παραλείπω πολλας αλ^ας και καλλιτέρας, δπως λέγει α 
Δον Ρουϊ Γομέζ Σΰλβας εις τον «Έρ\άνην», διότι αί πη- 
γα! του τΰπου εΐνε ανεξάντλητοι. Παραθέτω δε μόνον δΰα 



327 

ειδοποιήσεις. Ή πρώτη εινε αξιοσημείωτος δια το κοινω- 
νικόν της ενδιαφέρον, έχουσα ως εξής: 

«Άνήρ μέσης ηλικίας ζητεί νά νυμφευθή δεσποινίδα 
» αν ε υ τέκνων» . 

Ή δευτέρα εΐνε περίεργος δια την συντακτικήν της άνεξαρ- 
τησίαν : 

«Άπωλέσθη πανίον λέμβου" δ έύρών, δίδω πέντε λί- 
ρζς όΰ'ωμανικάς». 

Προς παρηγορίαν δμως των εργατών των ανωτέρω δη- 
μοσιογραφικών παρακρούσεων σημειώ δτι και πολλαι των 
ευρωπαϊκών εφημερίδων, τών διωργανωμένων από μακρού 
χρόνου μετά πάσης τελειότητος, και συντασσομένων υπό 
δρους άσυγκρίτως καλλίτερους η αΐ ήμέτεραι, ύπέπεσον κα- 
τά καιρούς και υποπίπτουν ακόμη συχνάκις εις παρόμοια 
ολισθήματα. Χάριν περιέργειας αναφέρω, περιοριζόμενος 
εις μόνον τον γνωστότερον και οΐκειότερον εις ημάς γαλλι- 
κόν τΰπον, παραδείγματα τίνα τών ολισθημάτων μερι- 
κών εκ τών επισημότερων αΰτοΰ οργάνων. Οΰτως ή εφη- 
μερις «Μοηίΐευτ άη δΟΐΓ» έγγραψε κάποτε τά εξής: 

«Ή Αυτής Ύψηλότης ή δούκισσα της Βραβάντης ετεκε 
θήλυ «χθες, 22 Μαΐου, Τά πρώτα συμπτώματα του τοκε- 
»κοΰ εξεδηλώθησαν σήμερον την πρωΐαν» Τώρα, αν 
υπάρχουν μαιευτήρες μεταξύ του ακροατηρίου μου, ας με 
βεβαιούσουν πώς συνέβη αυτό το εκπληκτικόν φαινόμενον 
νά εκδηλωθούν αϊ ωδΐνες μίαν ήμέραν μετά τον τοκεκόν! 

Ό Μηννζωρ αυτός περιγράφων την μετάβασιν τοΐ5 φι- 
λοξενουμένου εν Παρισίοις βασιλέως της "Ισπανίας εις τό 
θέατρον του Μελοδράματος, άνέφερεν δτι: «καθ' ην στι- 
»γμήν αί Αυτών Μεγαλειότητες κατήρνοντο τής αμάξης, τό 
»διπλο)ματικόν σώμα ανήρχετο όπισθεν των εις την μεγά- 
λην κλίμακα». Πώς συνέβαινε τό παράδοξον αυτό φαινόμε- 



8*8 

νον ώστε να εύρίσκωνται οι βασιλείς κάτω εις τήν αμαξαν, 
και ένταυτφ επάνω εις τάς κλίμακας, ακολουθούμενοι υπό 
του διπλωματικού σώματος, οι άναγνώσται του παρισινού 
φύλλου βεβαίως δεν θά ήδυνήθησαν ποτέ να εννοήσουν. 

3 Αλλ' ας άναφέρωμεν και μερικά άλλα κατορθώματα. 

Γάλλος δημοσιογράφος έγραψε περί της εν Λοΰβρω 
Αφροδίτης δτι ήτο έργον του γλυπτού Μήλον, έκλαμβά- 
νων τον τόπον της προελεύσεως του ως το όνομα του τεχνί- 
του! 

"Αλλος πάλιν εγραφεν δτι οι Κένταυροι εφερον πιερνι- 
στήρας! 

"Έτερος τις το γνωστόν ρητόν του ψαλμού: «Μωραίνει 
Κύριος, δν βοΰλεται άπολέσαι» αντικατέστησε το «Κύριος» 
δια του «Ζευς», παραστήσας οΰτω τον Προφητάνακτα ώς 
λατρεΰοντα τον Δία. 

Τέλος ή κατωτέρω περικοπή δεν ελήφθη ούτε εκ της 
«Μάστιγος»της Καρδίτσης, ουτεεκ του «Αχελώου» του 3 Α- 
γρινίου, οΰτεέκ του περιβόητου «Φανού» της Σΰρον, άλλ 3 εκ 
τίνος φύλλου των τελευταίων ετών, του παρισινοί) «Φιγαρώ», 
περιέχοντος τήν περιγραφήν της άποκεφαλίσεως ενός κα- 
κούργου. "Ακούσατε την: 

«Ό πέλεκυς της λαιμητόμου καταπεσών εχώρισε τήν 
^κεφαλήν από του κορμού* ή δε πληγή υπήρξε Φανατη- 
φόρος!» 



3 Αφηγήθην άλλοτε δτι τήν ουχί ακοπον εργασίαν της ανι- 
χνεύσεως καΐτής περισυλλογής των τοιοΰτων φαιδρώνπερικο- 
πών εκτών επαρχιακών φύλλων έξετέλουν εγώ, τη βοη&είακαί 
τίνων αγαπητών συναδέλφων, ετροφοδότουν δε δι 3 αυτής 
έπι σειράν ετών υπό το ψευδώνυμον «Ρακοσυλλέκτης» τάς 



329 

στήλας των δυο διασημότερων εκ τ;Ι)ν προ εικοσαετίας εκ- 
διδομένων σατυρικών φίλων, του «Άσμοδαίου» και του 
«"Αστεως». Επειδή δε ή στήλη των απανθισμάτων τού- 
των ήτο πάντοτε αρεστή και περιζήτητος δια το κοινόν, 
εφροντίζομεν να συμπληρώνωμεν αυτήν και δι/ άλλου υλι- 
κού παραπλήσιας φύσεως. Προς τούτο πλούσια εφόδια μας 
παρείχαν αί διάφοροι επιγραφαι καταστημάτων, πρατηρί- 
ων ή έργαστηρίοον, τάς οποίας έθηρεΰομεν εις τα μάλλον 
απόκεντρα σημεία της πόλεως, και των οποίων τήν παρά- 
δοςον όρθογραφίαν και καλλιγραφίαν και ζωγραφικήν κα- 
λαισθησίαν άπηθανάτισεν εν πανομοιοτΰπω εις τάς σελίδας 
των εΐρημένων σατυρικών φύλλων ή απαράμιλλος γελοιο- 
γραφική γραφίς του διευθυντού αυτών Θέμου "Αννίνου. 
9 Αξίζει τον κόπον να παραθέσω τινάς εξ αυτών ενταύθα. 

Οϊνοπολίον οι επτά επι Θήβες 

'ΑΟανάσης Θηβαίος. 

Δίνει και πατσά. 

'ϊωάννης Γεωργίου, ιπόγιων. 

Μπαρμπεροπωλεΐον Ή Καλλονή. 

3 Αβδελοποιός 3 Αριστόδημος Κουρέας. 

("Ονομα λέμβου) Ή τρεις Χάριτες, Αλλάχ Κερίμ 

Κουρεύς επιτήδειος 
Καφεπώλης ευάρεττος 
Μουσικός Βέρδης 
Νικόλαος Κλάρας. 
Ξενοδοχεΐον της Σκληράς Ειμαρμένης. 



330 

Κουρεύς όδονταγωγος και αίμαγωγός. 

Ενοικιάζεται οικία, και ενίοτε καφενεΐον. 

Ξενοδοχειον Λέρου και πάντων. 

Ενταύθα κείνται πηγαδοποιοί και ανταμώνονται το πρωί.. 

Πωλούνται βδέλλαι και χαρτόσημον. 

Μαγειρείον οι Ήρωϊκοι Χρόνοι. 

9 Αλευροπωλεΐον ό Στρατηγός Βουλανζέ. 

Σιμιτοποιεΐον ή Δούκισσα. 

Πεταλωτήριον Οι Φιλέλληνες. 

Βαρελοποιεϊον Ή "Ανάμνησις 

Ενοικιάζεται το άνω ύπόγειον. 

(Έν Λαρίσχι) Ξενοδοχεΐον, Δίδεται και ΰπνος. 

(Έν Πάτραις) Κόπτονται βεντούζες, ό Άχιλλεΰς 

Γαλακτοπωλειον Ή παρούσα κατάστασις της Ελλάδος. 

Προς συμπλήρωσιν ιδού και μία φιλολογική εΐδησις της 
επαρχιακής εφημερίδος «Τριχωνίας», περιέχουσα τον 
πρωτοτυπώτατον των τίτλων δλων των περιοδικών του* 
κόσμου : 



331 



«"Αμα ως κανονισθώμεν, διότι οΰτε γραφεΐον ήδυνή- 
»θημεν να κανονίσωμεν, προτιθέμενα να έχδοοσωμεν 
»και εν πρωτότυπον έπαρχιακόν περιοδικόν, υπό τον τίτλον 
»«Ή Μαναβέλλα»». 



* 



3 Αλλά δεν εινε μόνη ή αμάθεια και ή άπειροκαλία ήτις 
παρέχει άφθονα, ώς βλέπετε, τα εφόδια του γέλωτος, Και 
αύτη ή σοφία, και μάλιστα ή σΰνοφρυς και επηρμένη ή 
άξιοΰσα δτι διδάσκει τους άλλους, πληρώνει πολλάκις φόρον 
γενναΐον εις τον κοινήν εύ^υμίαν δια των κωμικών παθη- 
μάτων, εις τα οποία συχνάκις υποπίπτουν οι σοβαροί αυ- 
τής μΰσται. Εις τα διάφορα διδακτικά ιδίως βιβλία, τα υπο- 
βαλλόμενα εις τους εκάστοτε προκηρυσσομένους διαγωνι- 
σμούς και δυστυχώς εις τίνα τών εγκεκριμένων άνεκαλΰπτο- 
μεν πληθύν κωμικών εννοιών και εκφράσεων, αΐτινες άπε- 
θησαυρίζοντο εις την οΐκείαν στήλην τών απανθισμάτων. 

Έκ της δαψιλοί5ς αυτής συγκομιδής σταχυολογώ μερικά, 
εις ενδειξιν τής ιδιαιτέρας ταύτης ποιότητος τής δίδασκα* 
λικής μωρίας. 

Ιδού εν πρώτοις εις ορισμός έκ τής Γραμματικής: 

«Πάσα λέξις προφέρεται, &ν άνοίξωμεν ζό ΰϋόμα». 

Και δλα τά στόματα βεβαίως θα μείνουν ανοικτά άπα 
τον θαυμασμον διά την σοφήν αυτήν άνακάλυψιν. 

"Αλλος ορισμός έκ τής φυσικής: 

«Κίνησις καλείται ή κατάστασις του έν κινήσει ευρισκο- 
μένου σώματος». 

Περιγραφή έκ της Γεωγραφίας: 



332 

«Τα συστατικά μέρη της Τουρκίας διαιρούνται εις έμμε- 
σα και άμεσα» 

Όπόθεν εξάγεται δτι ή Τουρκία αποτελείται μόνον 
•από... φόρους. 

Όρισμός εκ της Φυσικής Ιστορίας: 

«Πάντα τα ζφα τα μη έχοντα γεωμετρικόν σχήμα εινε 
πρωτόζωα». 

Και φυσικά εδώ γεννάται ή απορία; ποιον γεωμετρικόν 
σχήμα να είχε τάχα ό συγγραφεύς του βιβλίου; 

Εις γεωγραφικός ορισμός πολύτιμος: 

«Λόφος λέγεται ή ανωμαλία του εδάφους, την οποίαν 
$£έν δυνάμεθα ν' αν έλθω μεν και νά κατέλθω μ εν χωρίς να 
»πέσωμεν». 
"Αλλο γεωγραφικον: 

«Ό Εύξεινος πόντος δέχεται τα ΰδατα του Δουνάβεως, 
^κατόπιν την Μεσημβρινην Ρωσίαν». 

Ό συγγραφεύς ελησμόνησε νά πρόσθεση και κατά ποίαν 
ώραν δέχεται δ Εύξεινος αύτάς τάς επισκέψεις. 

Έξ αναγνωστικού βιβλίου: 

< Εις τους αγρούς εργάζονται ό ζευγηλάτης, ό σπορεύς, 
ό κτίστης, δ άμαξηλάτης, δ χοιροβοσκός, δ δδοφΰλαξ». 

«Έργάται της διανοίας είνε δ διδάσκαλος, δ ιερεύς, δ 
2>ζωγράφος, δ νομάρχης, δ γραμματεύς και δ αξιωματικός». 

Ιδού και μερικά! φράσεις εξ "Αλφαβηταρίου, των όποι- 
ων ή περίεργος σειρά κινεί τον γέλωτα... και την δρεξιν: 

« — Τί πράγμα γέννα ή κότια ; — Αυγά. — ψάρι με αυγό. 
* — Σούπα αύγολέμονο». 



33$ 



Άλλα διατί να μας εκπλήττουν αυτά τα σφάλματα των 
μικρών καΐ άσημων ψιλικατζήδων των γραμμάτων, άφοΰ 
και οι τρανοί μεγαλέμποροι της παιδείας πράττουν χειρότε- 
ρα; Εΐδα ποτέ εις βιβλίον σχολίοον αρχαίου δράματος συντα- 
χθέντων υπό καθηγητού της φιλολογίας τον Ήσίοδον άνα- 
φερόμενον ως γάλλον συγγραφέα, και το δνομά του άναγε- 
γραμμένον γαλλιτττι οΰτω : Ηέδίοάβ. Εις άλλο δε βιβλίον 
άναγόμενον εις φιλολογικά μαθήματα της ανωτάτης εκπαι- 
δεύσεως, άνεγράφετο συν τοις άλλοις ή εκπληκτική άνακά- 
λυψις δτι οι αρχαίοι έγνώριζον την τριττήν διαίρεσιν του 
χρόνου εις παρελθόν, παρόν και μέλλον, εν άλλοις λόγοις 
δτι οι αρχαίοι έγνώριζον το χθες, το σήμερον και το αΰριον ! 

Άλλα φαίνεται δτι ή ανθρωπινή σοφία, και αυτή ή 
μάλλον σοβαρά και ανεγνωρισμένη, υπόκειται συχνάκις εις 
διαλείψεις και ακρισίας, διά ν 3 άποδειχθή δτι και αυτή εϊνε 
πάντοτε ατελής και πεπερασμένη. Τόμους ολόκληρους απε- 
τέλεσαν αί περισυλλεγεΐσαι παρά τίνων περιέργων μωρίαι 
και παρανοήσεις διαφόρων σοφών. Έκ της πληθΰος ταύ- 
της δυο μόνα δείγματα θά παραθέσω. 

Το εν εΐνε ή άνάγνωσις καρ^ηδονικής τίνος επιγραφής^ 
ανευρεθείσης εν Αλγερία. Ή καρχηδονική γλώσσα έ'μεινεν, 
ή τουλάχιστον διετέλει μέχρι τών τελευταίοι χρόνων» 
άγνωστος σχεδόν και ακατάληπτος, καθότι δεν διεσώθησαν 
εξ αυτής γραπτά μνημεία. Έν τούτοις δυο σοφοί άνέλαβον 
νά εξηγήσουν την έπιγραφήν, και ό εις εξ αυτών παρέσχε 
τήν εξής μετάφρασιν : 

«Ένθάδε κείται ό Άμίλκας, πατήρ του Αννίβα, προσ- 
»φιλής ως αυτός εις τήν πατρίδα και φοβερός εϊς τους 
»έ/θροΰς του». 

Ό έτερος ϊσχυρίσΟη δτι ή επιγραφή είχε τήν εξής εννοιαν: 
«Ή ιέρεια της "Ισιδος ανήγειρε το παρόν μνημείο ν εις 



334 

»τό 'Έαρ, τάς Χάριτας και τα Ρόδα, άτινα θέλγουν καΐ 
»ζ οογονοΰν τον κόσμον». 

Ή διαφωνία ήτο, ως βλέπετε, ριζική, ή δε Ακαδημία 
των Επιγραφών εις την οποίαν υπεβλήθησαν άμφότεραι 
<χί εξηγήσεις, άδυνατοΰσαι νά τάς συμβιβάση, άνέθεσεν εις 
-κάποιον σοφό ν αυτής μέλος νά εξακρίβωση την πραγματι- 
κή ν της μυστηριώδους επιγραφής εννοιαν. Ό δε τρίτος ού- 
τος σοφός επιστήμων μετά ώριμον μελέτην υπέβαλε το 
Ιξής πόρισμα. 

«Ό βωμός οΰτος άφιεροΰται εις τον θεόν των άνεμων 
»και των θυελλών, δπως πραΰνη την οργή ν των». 

Ή τρίτη αΰτη εξήγησις εσύγχυσεν ετι μάλλον τά πράγ- 
ματα, και ή άνθρωιτότης ακόμη δεν κατώρθωσε νά μάθη 
την αληθή σημασίαν τής επιγραφής. 

Το άλλο δείγμα εινε ό περιβόητος ορισμός τής καραβίδας, 
όσας επρόκειτο νά περιληφθή εις το πολύπαθες λεξικόν τη: 
Γαλλικής 3 Ακαδημίας. Οι άναλαβόντες την σΰνταξιν το Ο 
ορισμού τής λέξεως ΘΟΓβνϊδδΘ σοφοί συνεργάται μετά πολ- 
λήν σκέψιν, κατέληξαν εις την εξής θαυμαστήν διατΰπωπιν: 
«Καραβίς, μικρός ιχθύς ερυθρός, δστις βαδίζει αντιστρό- 
φως». Διά πάν ενδεχόμενον εν τούτοις, καθυπέβαλον τον 
εξοχον αυτόν δρισμόν εις τον μέγαν φυσιοδίφην Κυβιέρον, 
ό'στις άπήντησεν ως εξής: «Μικράς τινας παρατηρή- 
σεις εχω μόνον νά επιφέρω όρισμόν σας, τάς εξής: α') ή κα- 
»ραβις δεν εΐνε ιχθύς* β') ή καράβι ς δεν εινε ερυθρά, καΐ γ') 
»ήκαραβις δεν βαδίζει αντιστρόφως* κατάτά άλλα ό ορισμός 
»σας εΐνε τέλειος». 

3 Από του ακανθώδους πεδίου τή5 δημοσιογραφίας με- 
ταβαίνω εις τον αειθαλή λειμώνα τής καθαράς φιλολογίας, 



335 

ένθα υποτίθεται δτι ή τέχνη έπιμελέστερον καλλιεργούμενη, 
παράγει προϊόντα ευγενέστερα και ελκυστικώτερα. 3 Αλλα 
δυστυχώς άφθονοι φύονται καΐ εκεί και αί άκαλήφαι και οι 
σκόλυμοι και αί δνάκανθαι. 

Εις την διάλεξίν ιιου περί του περίφημου Συλλόγου 
των Εισαγγελέων, του οποίου ή γένεσις ωψείλετο εις εν 
ακριβώς τοιούτο τερατόμορφον τέκοςτής δραματικής τέχνης, 
και δστις κατεγίνετο αποκλειστικώς εις την συλλογήν τοι- 
ούτων άποφωλίων προϊόντων του πνεύματος, ικανά ανέφε- 
ρα παραδείγματα εξ αυτών, μνησθεις εν τέλει και του πε- 
ρικλεοί5ς Έξαρχοπούλου. 3 Αλλ* εις τάς παλαιάς σημειώσεις 
μου ευρίσκεται αποθησαυρισμένος πλούτος πολύς περικο- 
πών και αποσπασμάτων, προ τών όποιων ωχριά ή λαμπη- 
δών της δόξης του σεμνώματος εκείνου της 'Αμοργοΰ. Δεν 
αντέχω εις τον πειρασμόν ν 3 αναφέρω τινάς εξ αυτών. 

Έν πρώτοις παραθέτω δείγματα της πεζής λογοτεχνί- 
ας, αποσπάσματα εκ περιγραφών, ή εκ πρωτοτύπων 
διηγημάτων και μυθιστορημάτων, δημοσιευθέντων εις εγ- 
χώριους εφημερίδας. 'Ιδοΰ, λόγου χάριν, μία περίεργος 
περίπτωσις ύπνοβασίας. 

«Έρρίπτετο επί τοϋ λαιμού του ακόμη κοιμωμένη, 
:>ηναπτε το φώς και εξήγεν έκ του ερμαρίου εδέσματα δια 
τον δειπνον». 

3 Ιδού και μία εικών ακροβατική: 

«Ή νέα άφήκε το μέτωπόν της να πέση έπι τών άνοι- 
»κτών χειρών του Στεφάνου». 

Και μία περιγραφή άλ?^.οκότων πράξεων κάποιου Μενε- 
λάου, δστις εύρίσκετο, ως φαίνεται, εις πολύ εκρυθμον κα- 
τάστασιν συνεπεία Κύριος οιδε τίνων απιστιών της Ελένης 
του: 



333 

«ΌΜενέλαος δεν ήδυνήθη ν'άνθέξη' ή κεφαλή του εκλι- 
»νε προς τά κάτω, ώς ή της άποφυλλω&είσης μήκωνος^ 
»έρρίφΰη εις δάκρυα, έτινάχ&η ώς άτζοναρκωϋ έϊς επί 

»άνακλίνδρου, εμεινεν εκεί ακλόνητος ως ό επί εξ χιλιάδας 
»ετών επι αμμώδους αυτού ακτής σκόπελος, εφ 3 ου ρύ- 
»γνυνται τά κύματα των βράχων(;)». 

Μίο περίοδος μεταφυσική, δυναμένη να χρησιμεύση κα ι 
ώς γρίφος: 

«Έλθόντες εις συνάφειαν προς την υψηλήν εκείνην 
»σφαίραν, δια των ψυχικάς παθήσεις διατυπουσών εκείνων 
»εννοιών, συνεπυκνώσαμεν την έκα άτμόσφαιραν και τοΰ- 
»τω τω τρόποο προεμηθεύσαμεν την άσφυγξίαν (δίο) εις 
»τό εύγενέστερον καΐ έξοχώτερον του κόσμου εκείνου δν». 

Ιδού καΐ εν δείγμα ύφους ρεαλιστικού. 

«Ή χήρα εκείνη, φΰσει άκρατης και άσεμνος, μοι ενέ- 
»πνευσεν επιτυχώς τον εροοτά της, και άμα ωρίμασαν αί δια 
»τών οφθαλμών και κινήσεων διαπραγματεύσεις μας, ήρξά- 
>μεθα επί το πρακτικώτερον της γνωριμίας και της άσχη- 
»μοσΰνης», 

Ιδού τέλος και μία θαυμάσια σκηνή εξ επιφυλλίδος : 

« — Κΰριε, είμαι αξιωματικός του ναυτικού, &εωρούμε- 
»νος νεκρός επί τον πεδίου της μάχης. ΈπΙ έπταετίαν 
»εμεινα αιχμάλωτος, αναζητών τήν σΰζυγόν μου, τήν σύζυ- 
γόν μο* 1 ην λατρεύω ! 

« — Έδώ εΐνε, ειπεν ό βοηθός 

«Και έξαγαγών εκ του θυλακίου του κλείδα ήνοιξε παρ- 
»εύθύς τήν βιβλιοθήκην». 

Διατι ήνοιξε τήν βιβλιοθήκην ό βοηθός παραμένει μυσ- 
τήριον. 'Ήτο τάχα βιβλίον, ή περγαμηνή ή σύζυγος του 



337 

αξιωματικού και έκρΰπτετο εντός της βιβλιοθήκης ; Μήπως 
ήτο αφηρημένος ό βοηθός ; η μήπως αφηρημένος ήτο ό συγ- 
γραφεύς ό γοάψας αυτήν την περίοδον ; Διότι οι συγγρα- 
φείς και μάλιστα οι μυθιστοριογράφοι υπόκεινται εις τοι- 
αύτας απροσεξίας. Γνοοσίόν τυγχάνει δτιδ περίφημος Πον- 
σών Δε Τερράϊλ έγραφε περί τίνος των ηρώων του δτι : 
«περιεπάιει σΰννους εις τον κήπον, έχων τάς χείρας συμ- 
πεπλεγμένας όπισθεν, καϊ άναγινώοκων την εφημερίδα 
ζον\» 

3 Ακόμη δε άφθονωτέρα εινε ή συγκομιδή των έμμετρων 
προϊόντων, εκ των οποίων είμαι υποχρεωμένος να παραθέσω 
εις απόγευμα τίνα αποσπάσματα, δια να μη μείνη παραπο- 
νεμένη ή Μούσα της ποιήσεως. 3 Ιδου, επι παραδείγματι, εν 
απόφθεγμα πολύ απαισιόδοξοι : 

«Τοιαύτη εΐνε δυστυχώς του βίου ή πορεία, 
«Πενζάλεττζον μειδίαμα, πολυετής πικρία !» 
εις το όποιον ό ποιητής δεν μας εξηγεί αν το οχεννάλεπζον 
αυτό μειδίαμα εινε πέντε λεπτών διαρκείας, η πέντε λε- 
πτών αξίας. 

Έξαιτούμενος συγγνώμην δια το πρωτότυπον τήςπαρο- 
μοιώσεως παρά του άβροΰ ακροατηρίου μου, παραθέτω και 
τον έπόμενον άπαράμιλλον όρισμόν του έρωτος, δστις 
φαίνεται άπήχησις προερχομένη από κάποιον στάβλον της 
Πλάκας : 

«Ό έρως εΐνε γάιδαρος, και ή καρ?ιά γρασίδι, 
»Και δταν πέση μεσ 3 σ 3 αυτήν, τήν έφαγε τα <^εΐδι». 
Ιδού και εν άνακρεόντειον : 

«Σαν του Μαγιοΰ τ 3 αηδόνι 
»Σέ μυρωδάτο κρίνο 

22 



338 

» 3 Ανέβηκα γελώντας 

»Και τραγουδώντας πίνω». 

Φαντασθήτε πόσον μικροσκοπικός, λιλιπούτειος αλη- 
θινά πρέπει να ήτο ο ποιητής δια να ήμπορή ν 3 άναβαίνη 
επάνω εις κρίνον καινά κάμνη έκεΐ τόσα και τόσα πράγματα! 

Ή αφέλεια αΰτη υπενθυμίζει την περίεργον ά/νοιαν 
έτερου ποιητοΰ εκ τών συγχρόνων, δοκιμωτέρου δμως και 
γνωστότερου, του μακαρίτου Κερκυραίου Μαρτινέλλη. Ού- 
τως άναγινώσκων ποτέ τους στίχους του εις κάποιον φίλον 
του, άπήγγειλε τον πρώτον εξ αυτών, έχοντα ως εξής : 

°Ένα πουλάκι τόσο... πελαργός, 

με χειρονομίαν του δείκτου προτεταμένου και κοπτομένου 
εις το μέσον παρά του άντίχειρος. Ό καϋμένος ό ποιητής 
εξελάμβανε τον πελ,αργόν ως τρυποκάρυδον! 

"Οστις θέλγεται ιδιαιτέρως εκ τών ποιητικών τούτων 
παρακρούσεων δύναται νά καταφυγή εις τάς εκθέσεις τών 
κατά καιρούς τελεσθέντων ενταύθα ποιητικών διαγωνισμών, 
και ιδία του έν μακάρια τη λήξει Βουτσιναίου. Επιδημία 
ποιητικού πυρετού έμάστιζε τότε τον χώραν μας και από 
του 3 Αδρία μέχρι του Πόντου και από του Νείλου μέχρι 
της Μαιώτιδος, οι οΐστραλατοΰμενοι Φοιβαπόλλωνες άπέ- 
στελλον ραγδαίως τάς ποιητικάς των συλλογάς εις τον εκά- 
στοτε προκηρυσσόμενον διαγωνισμόν, τάς πλεΐστας εμπλέ- 
ους τερθρείας ύπερρομαντικής και ακρισίας παιδαριώδους 
και... ανορθογραφιών. Ό πρώτος τυχών στιχοπλόκος, δ 
μετά κόπου δυνάμενος νά συρράψη και νά παράταξη ρυθ- 
μικώς μερικάς συλλαβάς και λέξεις, εκρινεν άπαραίτητον 
νά ύποβάλλη τα προϊόντα της φαντασίας του εις την κρί- 
σιν τών Ελλανοδικών ποιητών του αγώνος. Μεταξύ τών 
άλλων κατήντησε νά ύποβληθί] εις τον διαγωνισμόν του 
1856 ποίημα εκτενές φέρον τον έξης τίτλον: «Ίερομόνα- 



33$ 



χος ϋπ άνωεέρων άρχων αποσταλείς έϊς τίνα μοναστή- 
»ρια πρδς τιατάπαυσιν της εν αύτοϊς έριδος, καί διατί, 
»πώς καί &κ τίνος ηγούμενο συμβουλίου έχρεώΰησαν 
*αί μοναί αύται καί πόσον ην το χρέος έκαστης!.» 

Τινές δε των εισηγητών, άδημονουνιες διότι ήναγκά- 
ζοντο να διαπλέουν δλον αυτόν τον ώκεανόν της .μωρίας, 
άντι να ρίπτουν αθορύβως εις τον Καιάδαν τά τοιαύτα 
εξαμβλώματα, είχον την σκληρότητα να τά εκδέρου ν, ως δ 
^Απόλλων τον Μαρσΰαν, εν τη εκθέσει των, να τά ανατέ- 
μνουν και να δεικνύουν εις το άκροατήριον τάς οϊκτράς 
πληγάςτων. 3 Από τών επισήμων τούτων κατηγορητηρίων 
σταχυολογώ χάριν τών περιέργων μερικά αποσπάσματα. 

ΕΊς τον διαγωνισμόν του 1863 υπεβλήθη μεταξύ τών 
άλλων εν ποίημα υπό τον τίτλον «Ουσία». Έξαΰτοΰ ό ειση- 
γητής Δημήτριος Βερναρδάκης άνέγνωσε την εξής περικο- 
πών, ήτις εκ του ΰφους της προδίδει την έμπνευσιν καί 
την γραφίδα, αν ουχί αΰτοΰ του ιδίου μακαρίτου και πολυ- 
θρύλητου Μυριανθοΰση έν τη άκμη τότε της ποιητικής του 
Φράσεως, τουλάχιστον δμως τινός εκ τών οπαδών του. Ση- 
μειωτέον δμως δτι οι στίχοι του ποιήματος ήσαν ακριβώς 
δπως εκτίθενται ώδε, ότέ μεν χωλοί και παραλυτικοί, ότέ 
δε εκτενείς ως σαρανταποδαρούσας Ό ποιητής άφίνει άγε- 
ρώχως τον άναγνώστην ν 3 άνευρη και το μέτρον και την 
«ννοιαν... αν υπάρχουν. 

«Σουλτάνος στο Κουράνιον καί Ιουδαίων κτίσει 
»Γρηγόρην τον άρχηγόν καί πατρια'ρχην οικουμενικόν 
»Φ&όνω κ 3 ολιγωρία τη απιστία έπείσθη αγχόνη 
»'Ίνα κρεμασθή κ' εις την Κωνσταντινούπολη 
» Στην θάλασσαν έρρίφθη. "Αγγελος δε ο αληθής 
> Πρώτος αΰταπαρνήσει, τών "Ιουδαίων κορεσμός 
» "Ορθοδοξίας ί'λΐψις. 



340 

» 3 Αλλ' ό Σταυρός, χ 8 ό Ποσειδών,χ 3 ή'Ήρα αντελήφθη*, 
»Στήν Όδησσον Μαιώτιδα ποντίως διηυθΰνθη. 
»Έδήλωσεν αν και νεκρόν αυτή ή ορθοδοξία 
»Τχι συμμαχία άροογχί χρυσήν την οΰρανίαν. 
»Στήν έπανάστασιν αυτήν Σατωβριάν ελπίδα 
»Ή ιστορία ας γραορή με πλήρη άρμονίαν. 

9 Αναλόγου εμπνεύσεως ήτο και έτερον ποίημα υπό τον 
τίτλον «Μέροψ ό ε Αγιορείτης», υποβληθέν εις τον διάγω- 
νισμόν του 1868, εξ ου ό εισηγητής Θεόδωρος Άφεντοΰ- 
λης άνέγνωσε τήν έξης φαιίροτάτην περικοπήν : 

«Εις Σκΰθης νέος μαχητής δυο θωπεΰει κάλλη, 
»Τάς φίλας του δ 3 εχίοριζον αί ο /θα ι του Εΰφράτου. 
»Ή μια νύξ ήτο της Χάπ, ήτο της Χώπ ή άλλη, 
»Περα δε οΰτος κολυμβών τάς δχθας τοι5 θανάτου. 
»Ρεΰμα γοργόν του ποταμού νΰκτα τινά τον πνίγει* 
»Ή Χάπ τήν Χώπ κακολο/εΐ τον Σκΰθην δτι εκράτει' 
»Ή Χώπ τήν Χάπ υβρίζει δε τον Σκΰθην δτι κρύβει* 
»Πλήν, Χώπ και Χάπ, μή μάχεοθε, δ νους σας μύθους 

»[πλάττει* 
»Ό φίλος σας έπνίγη ! 

»Μέ καταιγίδα και βορράν ό έρως σας, φευ, λήγει ! 

"Ενθα εξ αυτών των Χάπ και Χώπ συνάγεται ή εικα- 
σία δτι δ Πήγασος του ποιητου θα είυγάζετο πρότερον εις 
κανέν ίποδρόμιον ! 

ΕΙς τον διαγωνισμόν του 1867, εισηγητού δντος του 
Δημ. Σεμιτέλου, ετυχεν εύφημου μνείας (!) ποίημα άρχόμε- 
νον δια της εξής στροφής : 

«Έλθέ, γλυκεία ποιμενίς, 



341 

» πλησίον μου νά ζήσης" 

»ελθέ και θα γνωρί ;ης 

»πώς είμαι, νέος ευγενής ( !). 

Άλλα το πρωτοτυπώτερον δλων υπεβλήθη εις τον δια- 
γωνισμον του 1866, ούτινος ετύγχανεν εισηγητής δ Στέφα- 
νος Κουμανοΰδης. Το ποίημα «Δΰσερως ορφανής, ού- 
τινος δ ήρως σημειωτέον αυτοκτονεί δια τρομπονίου (!) 
περιείχε την εξής άλλόκοτον θρηνωδίαν, τής οποίας το 
τρ ιΰλισμα δύναται ν' άποτελέση άσκησιν άνάλογον προς τα 
καθαρογλωσσήματα τών παιδιών : 

«Άλλ 3 οι παλμοί μου παΰουσι.,.πα... παΰει ή πνοή μου.. % 
»Τό πάν στρέφει, έκό...έκό...εκόπη ή φοονή μου. 
3>Φα...φαντατμα !... συ, Δήμε, συ!... Τις κρότος κροταλίζει 
»Το σκέλε... σκέλεθρον αυτό ;... 'Ώ ! πόσον με φοβίζξΐ ! 

»"Ω, άφες με την όρφανήν !... 
»Φευ... φεύγει, Δήμε μου, το υ... το ΰστατόν μου χαίρε !... 

Οι στίχοι οΰτοι υπενθυμίζουν το άνέκδοτον του πνευ- 
ματώδους γάλλου συγγαφέως Γεράρδου Δε Νερβάλ, δστις, 
οτε ήτο διευθυντής του Παρισινού θεάτρου «Βαριετέ», 
εστερξε νάκοΰστ] τί;ν άνάγνωσιν ενός δράματος πρωτόπει- 
ρου συγγραφέως. Μετά τή ν πρώιην πραξιν δ διευθυντής 
αποιεινόμενος προς τον συγγραφέα : 

— Το έργον σας, του ειπεν, έχει μίαν πρωτοτυπίαν, ή 
οποία μοί3 αρέσει. Παρατηρώ δτι δ εραστής, ή ερωμένη, δ 
πατήρ της και δλα εν γένει τά πρόσωπα τραυλίζουν. Αυτό 
-θα κάμη περίεργον έντύπωσιν εις το κοινόν και δια τούτο 
δέχομαι το δράμα σας. 

— Άλλα δεν τραυλίζουν τα πρόσωπα, είπε θορυβη- 
θείς δ συγγραφεύς* εγώ είμαι τραυλός. 



312 

— ~Α, τότε διαφέρει* δεν ημπορώ να το δεχθώ. 

Δεν πρέπει δμως να μας εκπλήττουν τα παθήματα τ Ι,ν- 
δυστυχών τούτων χρεωκόπων της έμπνεΰσεοος, άφοΰ καΐ 
ούτοι οι πεντακοσιομέδιμνυι τών Μουσών εις τα αυτά και 
χείρονα ύπό/.εινται. Οι ανήκοντες εις τον δχλον της πο»ή- 
< εως αμαθείς και ανερμάτιστοι — εξαιρέσει όλιγίστων εκ γε- 
νετής προνομιούχων — άοΰονται τάς ιδέας και δανείζονται 
τάς εικόνας ε* του στενού κΰκίου τών πενιχρών των γνώ- 
σεων και τών χυδαίων των αισθημάτων. Και δ ταλαίπωρος^ 
Ένε^ήντας, ό προ τίνων ετών περιφερόμενος εις τάς οδούς 
της πρωτευούσης μας αόμματος ραψ.οδός, έξυμνών τι>ύς. 
άθλους του διασήμου τότε αθλητού Κουταλιανοΰ, και ανα- 
φερών το θρυλοΰμενον κατορθωτά του, δτι δήθεν εν Αγ- 
γλία έφόνευτε κατά την πάλην ένα άνταγωνιστήν του αΐ- 
θίοπα ρωμαλέον, διατελούντα δήθεν εν τη υπηρεσία τής. 
βα ηλίσ ης Βικτωρίας, έλεγε προς τοΐς άλλοις εις το εγκω- 
μιαστικόν του άσμα: 

«Βασίλισσα ώς ήκουσε πώς σκότωσε 3 Αράπη, 
"Εστειλε το περίπουλο, δια να τον συλλαβή». 

Έφαντάζετο δ δυστυχής δτι ή βασίλισσα τής "Αγγλίας 
ετρεφεν εις την αύλήν της μπδχλιβάνρδες, και δτι ΙΕετέλει 
έργα αστυνομικού σταθμάρχου διευθύνουσα τά περίπονλα 
εις τύς οδούς του Λονδίνου. Έν τούτοις καΐ οι μεγιστάνες 
του Παρνασου και του Ελικώνος ου χι σπανίως ύπέπεσον 
εις ανάλογα χονδροειδή λάθη, είτε εξ απροσεξίας είτε εξ 
άγνοιας τών πραγμάτων. Γνωστόν άλλως τε εινε και το 
λατινικόν απόφθεγμα δτι ενίοτε ύπνώττει και δ αγαθός 
*Όμηρος — ίαηίνίΏΐ^η^ βοηιΐδ άότϊηχίαί Ηοηιεπίδ. 

Υπάρχουν μεταξύ αυτών και οι έν έπιγνώσει πταΐστα»^ 
οϊτινες παρασυρόμενοι εκ ιής αμόρφωτου και άπειρο :ά- 



343 

λου αισθητικής της εποχής, των έπροτίμησαν ένιαχοΰ το 
ΰφος το κακόζηλον της πεφυσιωμένης και πομφολυγώδους 
παραδοξολογίας και έπεζήτησαν το τερατώδες εις τάς εκφρά- 
σεις καιτάς παρομοιώσεις* ε!ς τα σφάλματα δε της τοιαύτης 
τέχνης ΰπέπεσοντκαι ποιηταΐ υπέροχοι, οίοι ό Δάντης, ό Καλ- 
δερ<υν, και αυτός δ Σαίξπηρ. Το τερατώδες μάλιστα και χον- 
δροειδώς άκαλαίσΟητον, τόβ&Γοόμιβ, απετέλεσε κάποτε ,και 
ιδιαιτέραν τεχνοτροπίαν, την οποίαν προ πάντωνάντιπροσω- 
πεΰουν οΠταλοι ποιηταΐ τής'ΙΖ' έκατονταετηρίδος, οι λεγόμε- 
νοι δβίοΘΠΐ'δΙιί, ό ΑοΜΙΗπί, ιδίως δέ ό προγενέστερος αυτών 
'Ισπανός ό Οοηο-οη,και άλλοι διαβόητοι επί τερατολογία. 

Της τεχνοτροπίας ταύτης, ήτις συνίσταται εις την δια- 
στροφην και την παραμό^φίοσιν του καλοΰ, απηχήσεις 
άνευρίσκομεν εις την νεωτέραν έλληνικήν ποίησιν, ιδίως κα- 
τά την περίοδυν της ρομαντικής έπυχής. ΠοιηταΙ εμβρόν- 
τητοι και οίστροπλή /ες, ΦαέΦοντες αιθεροβάμονες, πλανώ- 
μενοι εις τα εναέρια βασίλεια της φαντασίας, έπενό- 
ουν παντοίας αλλόκοτους εικόνας και παρομοιώσεις παρα- 
δόξου συλλήψεως" έφθασε δε ποτέ εις εξ αυτών να όνομα- 
ση το φέρετρον «κοκχλιάριον δι' ου σιτίζομεν τους τάφους!» 

Πάντας αυτούς ύπερηκόντισεν ό εκ τών διασήμων ποι- 
ητών τής εποχής του Παναιώτης Σούτσος, ό ποιητής του 
«Όδοιπόρου» και του «Μεσσίον» και τόσων άλλων πασί- 
γνωστων ί'ογυν. Ή βυρωνίζουσα φαντασία του έξωθειτο 
πολλάκις μέχρι κωμικής τερατολογίας, επιδιώκων δε το μέ- 
γ ( και το υψηλό ν, οίον πρ >7διώρισ-:ν αυτό ό Λογγίνος, πε- 
ριέπιπτε συνηθέστατα εις την παραμόρφωσιν και την τερα- 
τώδη γελοιογρ /φίον, δπως οεικ\ΰουν τα εξής ολίγα εκ τών 
έργων του παραδείγματα: 

Το ποώτον εΐνε έ/, του εκτενούς αΰτοΰ δραματικού οιο- 
νεί ποιήματος «Ό Μεσσίας». Έναύτώ οί ("γνελοι και οι 
δαίμονες παρίστανται εις την σταΰρωοιν του Σωτήρας και 



344 

καθείς εκφράζει την εκπληξίν του δια το ΰπερφυές θέαμα. 
Ό αρχάγγελος Γαβριήλ άρχεται λαλών οΰτω ; 

«Την των αστέρων κλίμακα διέβαινον ήσύχω;.... 

'Αφίνω τώρα την άκατανόητον κλίμακα των αστέρων, 
περιεργοτάτην τώδντι άστρονομικήν άνακάλυψιν, και εφι- 
στώ την προσοχήν σας εις εκείνο το «ήσΰχως», το οποίον 
έκφερόμενον εκ του στόματος του αρχαγγέλου αποδίδει εις 
αυτόν κάποιον ήθος άστοΰ ειρηνικού, άναβαίνοντος εις τα 
δωμάτια του, η υπαλλήλου ανερχομένου εις τα γραφεία 
του και άναγινώσκοντος την εφημερίδα του. 

Άς προχωρήσωμεν. 

«'Ότ' έπληξε τα ώτά μου αλλόκοτος τις ήχος, 

» Ευθύς έτιϊ τον "Ηλιον το πρώτον βήμα βάλλω 9 

»Τό δεύτερον εις Αραράτ^ εις Γολγοθά το άλλο... 

Έδώ πλέον τα βήματα του αρχαγγέλου προσλαμβά- 
νουν εκτακτον άνωμαλίαν. Με το πρώτον βήμα ό Γαβριήλ 
από της κλίμακος των αστέρων πατεί έπι του ηλίου, ως να 
ήτο σκαλοπάτι. 'Έπειτα κάμνει όίλλα δυο βήματα πάρα- 
δοξότατα, το εν από του ε Ηλίου μέχρι του Αραράτ, μή- 
κους δώδεκα δια εκατομμυρίων λεύγων, και το άλλο από 
το3 Αραράτ μέχρι του Γολγοθά, μικροσκοπικώτατον εν 
αναλογία, άφεΰ το μήκος αΰτοΰ εινε μόλις ολίγων εκατον- 
τάδων λεύγων. Τοιουτοτρόπως παρίσταται ό επουράνιος 
στρατηλάτης βαδίζων ως να επασχεν από... αΐαχίβ Ιοοο- 
χηοίΓίοβ ! 

"Επειτα λαλεί εις των δαιμόνων, ό δαίμων των σει- 
σμών, δστις λέγει τα έξης προς τοις άλλοις : 

«'Ανοίγω στόμα και ροφώ και νήσους καΐ λιμένας 
»Καϊ πτύω έίς την κορνφήν τον Αραράτ φάλαινας ( !) 

Άλλα περίεργα πάλιν εδώ ! άφοΰ ρόφηση — κα® διατί 
τάχα να ροφήση;... αλλ 3 ας εινε 1 — νήσους (μόνον νήσους, 
δχι ηπείρους και ακρωτήρια) και λιμένας, δεν πτΰει κατό- 



315 

πιν τουλάχιστον ό δαίμων τα λιμενικά ταμεία, άλλα πτΰει 
φάλαινας, ως να ήσαν αποτσίγαρα, πάλιν δε κατά προτί- 
μησιν επί του Αραράτ! 

Εις δε τον «Βλαχάβαν» του αΰτοΰ ποιητοΰ, εις των 
άοματωλών, καυχώμενος δια την άνδρείαν του λέγει : 

«Την χεΐρά μου εισήγαγα προχθές εις λΰκου στόμα 

»κ 3 αίμόπτυσε την γλώσσάν του δ λΰκος εις το χώμα, 
δεικνύων με τοΰτο άσπλαγχνίαν άσΰγγνωστον διότι άφοϋ 
άπαξ τοΰ ήλθεν ή ιδέα να εΐσαγάγη την χεΐρά του και νά ενερ- 
γήση αυτήν τήν άλλόκοτον έγχείρησιν εις τον λΰκον, — όστις, 
ειρήσθω εν παρόδφ και προς τιμήν του, την υπέστη με 
δλην τήν υπομονή ν — δεν εξάγει και τήν άποσπασθεΐσαν 
γλώσσαν, αλλ 3 άφίνει εις τον δυστυχισμένον λΰκον τήν 
φροντίδα νά τήν πτΰση 1 

Και νομίζω ότι άρχουν τα παραδείγματα ταΰτα διάν' 
άποδειχθή εις ποίαν άβυσσον μωρίας και παραλογισμού 
κινδυνεύουν νά εμπέ?ουν οι έπιχειροΰντες τοιαύτας αχαλίνω- 
τους και ΰπερνεφεΐς πτήσεις της φαντασίας με κήρινα πτε- 
ρά Ίκαρου. 



Φυσικόν συμπλήρωμα του κεφαλαίου τούτου αποτελούν 
α! αδόκιμοι μεταφράσεις, με τάς στρεβλώσεις της λογικής 
και πάς κωμικάς αυτών παρανοήσεις. 

Σήμερον ή γλωσσομάθεια προήχθη αρκετά εις τήν χω- 
ράν μας, ή διδασκαλία δε τών ξένων γλωσσών γίνεται πολύ 
με{)οδικώτερον ή κατά το παρελθόν και παράγει εξαίρετα 
αποτελέσματα. Και μολαταύτα οι μεταφραστικοί μαργαρί- 
ται δεν σπανίζουν εις τα βιβλία και εις τάς εφημερίδας και 
μάλιστα εις τα θεατρικά έργα. Όλίγος δε παρήλθε χρόνος 
αφότου άνεκαλΰφθη εις τοιούτος πρώτου μεγέθους επί της 



346 

σκηνής του Βασιλικοί} θεάτρου, ένθα το άναφερόμενον εις 
γαλλικόν τι δράμα χρέος εκ χαρτοπαιγνίου μετεβλήθη εις 
πανταλόνιον άξιας 200 χιλιάδων φράγκων, οίον ούδ' αυ- 
τός ό μακαρίτης γνωστός και διάσημος επι τερατολογία 
αθηναίος ράπτης έτόλμησέ ποτέ νά επινόηση. Φαντάσθητε 
δμως τί εγίνετο άλλοτε, 8τε οι λόγιοι νέοι, σπουδάζοντες 
άσθματικώς την γαλλικήν προ πάντων γλ(7)σσαν δια της 
εκνευριστικής μεθόδου του Όλλενδόρφου, έπροθυμοποι- 
οΰντο να γεμίζουν με την θεματογραφίαν των τάς στήλας 
των περιοδικών και τάς επιφυλλίδας των εφημερίδων, ή και 
να εκδίδουν εις Ιδιαίτερα τεύχη τάς έςαμβλωματικάς με- 
ταφράσεις των. 

Έκ τής νέας ταύτης πηγής άφθονα θα ήδυνάμεθα νά 
άρυσθώμεν νάματα" αλλά φοβοΰυενος μήπως καταστή διε- 
ξοδικότερα του δέοντος ή παρούσα διάλεξις, περιοορίζομαι 
κατ 9 ανάγκην νά προσφέρω εις τους άκροατάς μου μερικά 
ροφήματα εις ενδειξιν τής ιδιαιτέρας γεΰσεώς των, επι- 
τροχάδην, και άς>υόμενος αυτά προχείρως εκ των αναμνή- 
σεων και σημει όσεών μου. 

Παραλείπων τινάς των μεγαλόσχημων, ύποπεσόντας εις 
πολύκροτα μεταφραστικά αμαρτήματα, θ' αναφέρω τά κα- 
τορθώματα άσημοτέροον τινών καΐ ανωνύμων. 

Ούτως εις εξ αυτών τον διάσημον στρατηγόν Λαφαγέτ 
ενέδυσε με φουστάνια, μεταφράσας το όνομα Ι^α ΡανβΐΐΘ 
δια του «Ή Φαγέττα», 

Εις γυναίκα μετέβαλεν ωσαύτως έτερος ης μεταφρ :*- 
στης, και μάλιστα εις μαθήτριαν με την σάκκαν της, 
την πρωτεΰουσαν τής Βουλγαρίας Σόφιαν, άποδώ- 
σας την φράσιν 1θ 5&ο (Ϊ€ δορίιίβ (ήτοι ή διαρπαγή τής 
Σόφιας): «ο σάκκος τής Σοφίας». 

Το εν Παρισίοις η>σοκομεΐον Ηόΐοΐ — Όιθιι μετέφρα- 
σε κάποιος «Ξενοδοχεΐον του Θεοί», και τοιουτοτρόπως 



μετέβαλε τον "Υψιστον είς ξενοδόχον! 

Την γαλλικήν φράσιν ρτεηότεΐα ροιιάτΘ (Γ εδοατηρβίΐ:©,, 
σημαίνουσαν δραπετεΰειν και αντιστοιχούσαν εις το ημέτε- 
ρο ν δημώδες «το κόπτω λάσπη ν», μετέφρασε τις επ! λέξει: 
«έλαβε την κόνιν της έσκαμπέττης», κόνιν, ήτις δεν ευρί- 
σκεται εις κανέν φαρμακεϊον. 

Την παλλακήν του Λουδοβίκου ΙΔ' κυρίαν δε Μαιντε- 
νών, εν τω γαλλικό κειμένω ΓηαίτχεΒδβ, μετέβαλεν έτερος 
τις δίς «διδασχάλιαααν του βασιλέως», μη γνωρίζων τί εί- 
δους μαθήματα του παρέδιδε. 

Νεαρός δημοσιογράφος, μεταφράζων άρθρον γαλλι- 
κής εφημερίδος της Κωνστανιτνουπόλεως περί των αυτόθι 
παραστάσεων του ηθοποιού Κοκελέν, εγραψεν οτι ό Σουλ- 
τάνος έχάρισεν εις αυτόν «εκατόν βιβλία τουρκικά», έκλα- 
βών τάς οθωμανικός λίρας, Ιτντβδ ΐιίΓηιιβδ, ώς βιβλία και 
μεταβαλών τοιουτοτρόπως τον έταΐρον της Γαλλικής Κω- 
μωδίας είς ούλεμάν φορτωμένο ν με Κοράνια ! 

Σώζεται ίσως ακόμη εις τα βιβλιοπωλεία των παλαιών 
κ ά μεταχειρισμένων βιβλίων κανέν άντίτυπον διηγήματος, 
μεταφρασθέντος προ πολλών ετών εκ του ιταλικού υπό τον 
τ τλον^Ό Τυφλός της 'Ασκόλης». Ό τυφλός αυτός ήτο α 
Ο ίοοο ό' Αδοοϋ (σημειωτέον δε οτι ό τυφλός εις την ίτα- 
λιχ•)ν γλώσσαν γράφεται οϊθοο), δστις δεν Επασχε διόλου 
την δραστν τυφλός ήτο μόνον ό μεταφραστής, όστις 
εξέλαβε τύ όνομα Οθοοο, ύποκοριστικόν του Ρπιηοβδοο, 
ώς οίεοο : 

Ό πασίγνωστος επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, δι- 
ατρέψας κατά τους πρώτους χρόνους της Ελληνικής Επα- 
ναστάσεως του 1821, μετεβλήθη παρ 5 αδόκιμου μεταφρα- 
<ττοΰ, επιχείρησα ντος να μεταγλώττιση το γνωστόν σύγγραμ- 
μα του γερμανού Μένδελσον — Βαρθόλδυ, είς Θεοδω$)έζον 
Είς δε τών ευφυών και δηκτικών πολιτικών ανδρών τής > 



348 

παρελθούσης γενεάς, ό Θρασύβουλος Ζαΐμης, έλεγε περί του 
μεταφραστου δτι μετέβαλε τον έπίσκοπον εις τενόρον ! 

'Αλλά το άκρον αοοτον των τοιούτων τερατωδών μετα- 
φράσεων αποτελεί βιβλιάριον, ίσως σωζόμενον ακόμη εις 
τα παλαιοπωλεία, εκδοθέν προ ήμίσεος αιώνος υπό τον 
τίτλον : «Ή Γυνή με το βελοΰδινον περιδεραιον», εν της 
σειράς τών φανταστικών διηγημάτων του ' Αλεξάνδρου Δυ- 
μά, μεταφρασθέν παρ* άνωτΰμου τινός. Έκ τών πολλών 
μαργαριτών εξ' ων κοσμείται ή μετάφρασις θ' αναφέρω 
δυο μόνον. Το πασίγνωστον Ορησκευτικόν άσμα της Κα- 
θολικής Εκκλησίας δία&αΐ; ΜαΐβΓ, το τονισθέν υπό του 
Ροσσίνη, ό μεταφραστής έκλαβών ώς όνομα ανθρώπου με- 
τέφρασεν : «Ό Σταβάτος Μάτερος. »(!) Έν δε κεφάλαιον 
έπιγραφόμενον : Εβ ^^επιεηί; χΐε Ραηδ, ήτοι <Ή κρίσις 
του Πάριδος» μετέφρασεν : «Ή δίκη τών Παρισίων» (!!) 

Αι μεταφράσεις αΰ τα ι και άλλαι παραπλήσιας τινές τών 
οποίων απέμειναν περιβόητοι, πολλής ευθυμίας πρόξενοι 
εγένοντο μεταξύ τών συγχρόνων* οι ευφυέστεροι δέ μη άρ- 
κοΰμενοι εις την άνακάλυψιν και την έκμετάλλευσιν αΰτίν, 
-οσάκις έσπάνιζε το εμπόρευμα, επενόουν και φανταστι- 
κός τοιαύτας παραμορφώσεις της εννοίας προς ιδίαν και 
άλλοτρίαν τέρψιν. Τα παλαβότερα σατυρικά φΰλλα βρίθουν 
τοιούτων κιβδήλων και επινενοημένων μεταφράσεων, τών 
μέν κωμικωτέρων και τερατωδεστέρων τών δέ. 

Ιδού και εξ αυτών μερικά δείγματα: 

« Διάλογος θαμώνων γαλλικού θεάτρου : 

« — Τί έπαιξαν χθες ; 

« — Την 3 Ιωάννα ν τών Δακρύων» 

« _ 9 Ά ! }6αηιΐ8 Ό' Αογ. Και ΰπόψε τί παίζουν ; 

« — «Την φρόνιμον σΰζυγον.» 

« — "Α ! Ιν& δ᧕6 {6ηιηΐ6. 

Εις δετό ΰπερώον του θεάτρου διεπράχθη δήθεν ποτέ 



343 



καί το έξης μεταφραστικόν τερατούργημα. Ό γνωστότα- 
τος πρώτος στίχος του περιπαθούς της Μΐ^ηοη άσματος : 
«Οοηηαίδ-ίυ. 1β ραγ3 ?» μετεφράσθη «Κοΰνα το παιδί.» 






Προκειμένου να εξέλθωμεν τώρα οριστικώς εκ τών 
ορίων της επισήμου φιλολογίας, παρακαλώ το ευμενές μου 
άκροατήριον δπως εύαρεστηθή να με άκολουθήστ} μέχρι 
τών στρατοονων. Υπάρχουν και εκεί πήγα! διηνεκούς φαι- 
δρότητος, εξ ων συχνάκις συνηθίζει να υδρεύεται ή εύθυ- 
μος χρονογραφία* πολλά δε άπηχήματα τών στρατώνων 
έμειναν ιστορικά διά την εξαιρετικήν αυτών κοσμικότητα. 
Οι παλαιοί ιδίως υπαξιωματικοί, καθώς καί τίνες τών κα- 
τωτέρων αξιωματικών, άνδρες πολύ περιωρισμένης μορφώ- 
σεως και ζήσαντες ως έπι το πλείστον μακράν τών πόλε- 
ων, άρεσκόμενοι δμως νά έπιτηδεΰωνται ΰφος επιμελημέ- 
νον, έχουν ιδιάζοντα τίνα τρόπον νά στρεβλώνουν κωμι- 
κώτατα και τάς εννοίας καί τάς φράσεις, κατά την θεωρί- 
αν, την γενομένην δηλαδή εις τους στρατώνας έξήγησιν 
τών διατάξεων του Κανονισμού, καθώς και εις τάς αναφο- 
ράς και τάς εκθέσεις των. 

Τοΰτο δμως δεν συμβαίνει μόνον παρ' ήμΐν, άλλ' εις 
δλους τους στρατώνας του κόσμου* διότι πανταχού επικρα- 
τούν οι αΰτοι ψυχολογικοί δροι, οι διαμορφοΰντες τον 
αυτόν τρόπον του σκέπτεσθαι και του έκφράζεσθαι εν τώ 
στρατώ και δημιουργοΰντες το ΐδιαίτερον στρατιωτικόν 
υφός. Λόγου χάριν εις τον γαλλικόν στρατόν έμεινε περι- 
βόητος ή εξήγησις υπαξιωματικού τίνος κατά την θεωρίαν 
περί του τρόπου της κατασκευής τών τηλεβόλων, εχουσαν 
ώς έξης: «Ααμβάνομεν μίαν ζρντζαν, χΰνομεν πέριξ αύ- 
»τής τον σίδηρον ή τον χάλυβα, και τοιουτοτρόπως κατά- 



350 

»σκευάζομεν το τηλεβόλο ν». 

Και άλλοτε έπαρουσίασα δείγματα της ιδιαιτέρας ταύ- 
τη; φιλολογίας των στρατώνων, άντλήσας αυτά εκ της 
συλλογή; τη; κατατεθειμένης άλλοτε εις το άρχεΐον φιλο- 
παίγμονος συλλόγου. Παραμένει ούχ ήττον ακόμη αποθη- 
σαυρισμένο; και μη πλούτος ανεξάντλητος, εκ του οποίου 
προς ποικιλίαν παραλαμβάνω και τα επόμενα : 

Ίδοΰ, χάριν λόγου, ποιος ίϊνε ό προορισμός του στρα- 
τιώτου, κατά τον διδάσκοντα την θεωρίαν λοχίαν : 

«Ό προορισμός του στρατιώτου εΐνε νά κάθηται εις 
»τήν γραμμήν και νά μη ξύνεται οΰτε δεξιά αριστερά, οΰτε 
* κουνούπια νά τον τρων, οΰτε σκυλλιά». 

Επειδή δε ή προσοχή του ακροατηρίου του φαίνεται 
δτι δεν ήτο πολύ μεγάλη, δ λοχίας, κατά τά έστενογραφη- 
μένα πρακτικά, δυσανασχετών, έπρόσθεσε και την έξης 
άποστροφήν : 

«Εισ&ε γαϊδουριά δταν όμιλήτε, δταν ομιλώ εγώ φι- 
λάνθρωπος Ι» 

"Εχομεν δμως και άλλον προορισμόν του στρατιώτου, 
διατυπωθέντα παρ' ετέρου υπαξιωματικού ως εξής : 

«Προορισμός του στρατιώτου εινε νά ύποτάσσηται εις 
»τάς ορμάς των ανωτέρων του». 

Άπό τί εξαρτάται, νομίζεται, ή πρόοδος τής πατρίδος; 
Κατά τίνα προγυμναστήν ύπαξιωματικόν άπό το εξής: 

«"Αν κάνετε τήν μεταβολή ν με τρεις κινήσεις, άλλοι με 
» τέσσαρες, και εγώ με δΰο, τότε πώς θά προοδεύση ή πα- 
τρίς;». 

' Ακούσατε και τον όρισμόν τής βαρΰτητος, εκφερόμενον 
υπό του δεκανέως κατά τήν θεωρίαν: 

«Ή βαρΰτης εινε ένα πράγμα, πού πάει προς τά κά- 
»το). Τίποτε άλλο δεν κάνει». 

Πώς θά διακρίνωμεν τον έχθρόν εν ώρα πολέμου; 



«Τον έχθρόν, έ'λεγεν ο διδάσκων λοχίας, θα τον δια- 
^κρίνωμεν από τα λακζίσμανα των κυνών». Άπό τάς 
• ύλακάς, ήθελε νά ειπη δ άνθρωπος. 

'Ιδού τι εΐνε και ή πειθαρχία: "Ομιλεί εις δεκανεύς: 

«Ό στρατιώτης οφείλει νά υπάκουη τους ανωτέρους 
»του μετά θρησκευτικής ευλάβειας. Θρησκευτική ευλάβεια 
»θά 'πη ε Τ νε λέξις δλης της οικουμένης. Παραδείγματος χά- 
»ριν, ημείς πιστεύομεν τον Χριστόν εΐνε όμως χριστιανοί 
πον δεν πιστεύουν οΰτε εις την 'Αγίαν Τριάδα». 

Τέλος ορίστε και μία εξήγησις της πειθαρχίας, την 
οποίαν δίδει προς τους άνδρας του δ ανθυπολοχαγός: 

«Ό στρατιώτης πρέπει νά εχη φιλοτιμίαν* και ξεύρετε 
»τί εΐνε φιλοτιμία; Εΐνε δταν ύπάγης. παραδείγματος χά- 
»ριν, εις τον μπακάλη ν νά ψωνίσης τυρί, και αυτός σε γε- 
»λάση χαΐ σου δο^ση λιγώτερο, νά μη ξαναπας ν 3 άγοράσης 
»άπό τον ίδιον, και νά το πής και εις τους άλλους νά μην 
»πάνε». 

Εχει και ή δημόσιος υπηρεσία το ιδικόν της θησαυ- 
ροφυλάκιον μαργαριτών. Άπό της συστάσεως του βασι- 
λείου μέχρι των ημερών μας δεν έλειψαν νά περιέρχονται 
«ις τά δημόσια γραφεία αναφορά! και αιτήσεις πολιτών, η 
εκθέσεις και έγγραφα υφισταμένων αρχών, συντεταγμένα 
με άλλόκοτον ΰφος ^καί περιέχοντα μωρίας κλασικάς. 
Πολλά έξ' αυτών, αιτήσεις διδασκάλων, αποφάσεις εϊρη 
νοδικών και προ πάντων άναφοραι αγραμμάτων στα- 
θμαρχών, συνετάραξαν κατά καιρούς δι" ομηρικών γελώτων 
τάς ήχους των υπουργείων και άλλων δημοσίων γραφείων. 
Επειδή δμως ύπήρχεν άλλοτε μεγάλη ζήτησις εις αυτού 
του είδους τά φιλολογικά προϊόντα, τά περισσότερα εξ 
αυτών και τά άξιολογοκερα εΐνε γνωστά, ως δημοσιευθέντα 
κατά καιρούς. Υπάρχουν εν τούτοις εις την ΐδιαιτέραν μου 
-συλλογήν δυο τρία τοιαύτα ανέκδοτα, τά όποια οάς σερ- 



βίρω, δια να μη μένη παραπονεμένος και δ ιδιαίτερος αυ- 
τός κλάδος. 

Το εν εΐνε αναφορά ΰπενωμοτάρχου προς τον προϊστά- 
μενον μοίραρχον, έχουσα επί λέξει ως έξης : 

«Προχθές συνέλαβα τον Γιάννην Παπακωνσταντη, 
»όπου έκλεψε το σαμάρι του κυρίου δημάρχου. Το σαμ.ίρι 
»τό στέλλω προς υμάς δια τά περαιτέρω». 

Το έξης δε είνε τηλεγράφημα κάποιου σταθμάρχου, 
θέλοντος να μεταχειρισθή βραχυλογίαν. 

«Γάμος, φόνος, φυγόδικος, σιδηρόδρομος, άτμόπλοιον 
^στρατός». 

Επειδή μαντεία δυστυχώς δεν υπάρχουν πλέον εις την 
χώραν μας, ή λαβουσα το τηλεγράφημα προϊσταμένη αρχή 
ευρέθη φυσικά εις άμηχανίαν περί της έννοιας του γρίφου, 
δστ;ς έξηγήθη βραδΰτερον εκ των πραγμάτων. Έσήμαινε 
δε δτι δ φόνος διεπράχθη κατά τίνα γάμο ν υπό φυγόδικου, 
4ποδράντθς, δια του σιδηροδρόμου και δτι ήτο ανάγκη 
αποστολής στρατού δια του ατμόπλοιου προς διατήρησιν 
της τάξεως. 

Το έξης εΐνε απόσπασμα περιγραφής-φανταστικής, εν- 
νοεΐται-συμποσίου παρατεθέντος προς τιμήν των μελών 
του συνεδρίου της αλιείας : 

«"Απαντα τά μέλη του συνεδρίου του ροδάκινου (ρβο 
οΙίθ) παρευρέθησαν εις το συμπόσιον τούτο. 

«Ή υποδοχή των κεκλη μένων έγένετο μετά μεγάλης 
» αντλίας (ροπιρε). 

«Διαρκοΰντος του γεύματος, επαιάνιζεν ή μουσική, εν 
»τή οποία προοτηγωνίστει το κρατητήριον (νίοΐοη) και το 
» υψηλό ν δάσος (Ηαυί-βοχδ). Περί τήν 9 δε ώραν οι συν- 
»δαιτυμόνες έ'λαβον άδειαν απουσίας (οηΐ; ρπδ οο秕έ)». 

Το δε μάλλον πολύκροτο ν εκ των μεταφραστικών τού- 
των παιγνίων, σκοπεΰον νά σατυρίση τήν ουχί άπταιστον 



353 

γαλλικήν γλώσσαν, εις την οποίαν συντάσσονται πολλάκις 
τα 7 ε ]μέτερα διπλωματικά έγγραφα, εΐνε το έξης απόσπασμα 
υποτιθεμένης διακοινώσεως της Κυβερνήσεως προς τάς 
Δυνάμεις κατά τίνα πολαιοτέραν εποχήν φιλοπόλεμου ορ- 
γασμού και εξοπλισμών, με το οποίον επίτραπητω μοι να 
κλείσω αυτήν την σειράν. 

Το κείμενο ν έχει οΰτοος : « € σκοπός της ενεργείας της 
» Κυβερνήσεως μένει αναλλοίωτος. Άφοΰ παρεσκευάσθησαν 
»τά στελέχη, αΐ ήλικίαι προσκαλούνται. Αι παρασκευαι θα 
^εξακολουθήσουν. Ό στρατός θα διαμένη υπό τάς σκηνάς. 
>Ή Κυβέρνησις δεν δύναται ν' άκοΰση τάς διαταγάς των 
» Δυνάμεων, αλλά Θέλει λάβει δσα μέτρα ήθελε κρίνει 
» αναγκαία. 

Ή δε μετάφρασις : «Ι^α δβηίίηβΐΐε άε Γ έηβΓ§Ί6 άη 
»ΟοηνβΓη6ΐτΐ6ηί: τβ$ί& ϊοιι]ο\ιτ& αη&Πίοίο. ϋβριιίδ ςμιβ 
»1θδ ΐΓοηοδ 5β δοηί ρΓθρατέδ, Ιβδ εί^εδ δ' ίηνίτβητ. Ι,εδ 
5>νβη(3Γθ(1ίδδ€Γοη1: οοηΐίηηέδ. 1/ απτιέϋοαιτιρεΓαδοιίδ Ιβδ 
»δοβπ6δ. Ι,θ (τοηνεπιειηβηΐ: ηβ ρβηΐ: ραδ βοοιιίεΓ Ιβδ 
»οΓάοηηαηο6δ άβδ Ροτοβδ, πιαίδ ίΐ ρι-επάι-α ίοιίδ Ι^δ πιέ- 
χ^δΐιτϋδ^ιι 5 ίΐ αιίΓαιί: ]π§•έ Ηθπχ-οΡ-αίδαηοβδ! 

Συμπληρωματικώς παραθέτω και το εξής ίστορικώτα- 
τον. Κατά τίνα τών πρώτων διοικητικών διαιρέσεων του 
Κράτους, κατά την οποίαν οι Σποράδες νήσοι απετέλεσαν 
Ιδίαν διοικητικήν περιφέρειαν, υπό το δ'νομα Βόρειοι Κυ- 
κλάδες, υπάλληλος τις, ολίγας εχών γεωγραφικός γνώσεις, 
απατηθείς εκ της όμοηχίας, επέγραψε το προς τον διοικη- 
τήν της επαρχίας ταύτης εγγραφον: «Προς τον "Επαρχον 
Βαΐων καϊ Κλάδων». 



* * 



Και τώρα ας επιχειρήσωμεν μικράν εκδρομήν μέχρι 

23 



354 

του Βουλευτηρίου. Και ή ιδική μας Βουλή, όπως κάθε 
Κοινοβούλιον περιλαμβάνει τους λογάδας του "Εθνους, 
άνδρας πεφωτισμένους, νοήμονας, άξιους ν' αντιπροσω- 
πεύουν το φρόνημα του τόπου και να βουλεΰωνται περί 
των υψίστων του έθνους συμφερόντων* ηύτΰχησε δε κατά 
καιρούς να ΐδη παρακαθημένους εν αυτή καΐ άνδρας επι- 
φανείς, υπέροχου διανοίας, τιμήσαντας το βήμα της δια 
των υψηλών ιδεών των και της φλογέρας εύγλωττίας των. 
Έν τούτοις, εάν οι δόκιμοι καΐ σοφοί συγγραφείς, οι 
έκθέτοντες διά της γραφής έν άνέσει και μετά δεοΰσης 
παρασκευής τάς σκέψεις των υποπίπτουν συχνάκις, ως εΐ- 
δομεν, εις διαλείψεις μνήμης καΐ εις κωμικά αμαρτήματα, 
εΰκολώτερον βεβαίως υπόκεινται εις τά τοιαύτα οι ρήτορες 
και οι εξ ύπογυίου συνήθως λαλοΰντες καΐ εκ του προχεί- 
ρου επιλαμβανόμενοι της συζητήσεως του θέματος* δσον δ' 
έμπειροι καΐ αν εΐνε, κατά την ρύμην του λόγου διαπράτ- 
τουν αδικήματα ακουσία κατά της λογικής ή τής συντάξε- 
ως. Εννοείται οτι εις ταύτα εΐνε πολύ επιρρεπέστεροι οι 
απλοϊκοί και οι απαίδευτοι, τους όποιους ή συγκαταβατική 
των εκλογέων προτίμησις περιβάλλει τόσον συχνά διά τής 
βουλευτικής τηβέννου. 

Ρητορικά τοιαύτα παρακροΰσματα αναφέρουν πολλά 
τά χρονικά του Κοινοβουλίου μας. Μάτην όμως Θ 3 αναζη- 
τήσετε αυτά εις τά έστενογραφημένα πρακτικά τών συνε- 
δριάσεων, καθότι εις αυτά επιφέρεται πάντοτε εΰσπλάγχνως 
ή διόρθωσις είτε υπό τών συντασσόντων αυτά, είτε υπό 
τών ιδίων ενδιαφερομένων. Διεσώθησαν οΰχ ήττον πολλά 
εξ αυτών υπό τής ζώσης παραδόσεως, πολλά δε άλλα άπε- 
θησαυρίσθησαν εις τά παλαιότερα σατυρικά φΰλλα, άγρευ- 
όμενα επι τόπου υπό ιδιαιτέρων ιχνηλατών, παρακολου- 
θούνται "τάς συζητήσεις από του δημοσιογραφικού θεω- 
ρείου και εχόντων την ειδικήν αποστολήν νά συλλαμβά- 



355 

νουν έπ 3 αύτοφουρω τους πταίστας καΐ ν' αλιεύουν τους 
κοινοβουλευτικούς αυτούς μαργαρίτας. Μερικούς εξ αυτών 
κατ 3 έκλογήν υποβάλλω εις την εκτίμησίν σας. 

Ό επόμενος εξήλθεν εκ των χειλέων βουλευτού ονειρο- 
πόλου και αΐ,θεροβάμονος, άρεσκομένου εις ποιητικάς πα- 
ρομοιώσεις: 

«Ή εν τή έρήμω εργασία έχει τι το σπουδαΐον' ή ψυ- 
:>χή του εργαζομένου ομοιάζει με κυπάρισσο ν, ήτις 
^χρησιμεύει εν ώρα λιποθυμίας». 

Πριν κοπιάσετε ν' ανεύρετε την ύπάρχουσαν ομοιότη- 
τα μεταξύ της κυπαρίσσου και της ψυχής του εργαζομένου 
■■■και πρίν απορήσετε διο; τάς θεραπευτικός αυτής ιδιότητας, 
θαυμάσετε και τήν έξης ανάλογο ν παρομοίωσιν: 

«Ή τιμή εΐνε ώς ο αρχάγγελος εν τω μέσω του "Αδου^ 

Ακούσατε και μίαν ίδέαν παράδοξον εύχίρεπείας και 
κοσμιότητος διατυπωθεΐσαν παρ 3 ετέρου βουλευτού, λίαν 
ιδιορρύθμου εις τάς σκέψεις του: 

«Οι κύριοι αξιωματικοί του ναυτικού οφείλουν να πα- 
»ρουσιάζωνται εις τας τελετάς εν τη φυσική των κατα- 
στάσεις 

Ακούσατε κ α εν περίεργον αποτέλεσμα των οικο- 
πέδων : 

«Τα οικόπεδα προξενούν άταξίαν εις τήν ύγείαν καΐ 
»εις τον ψωτισμόν (;)» 

Και το εξής γλωσσικόν παίγνιον : 

«Ό προσδιορισμός των πράξεων του υπουργείου, κύρι- 
οι, πρέπει να προσδιοριιθή σπουδαίως' διότι πάσα πρά- 
»ξις του υπουργού εΐνε προσδιορισμένη και ο προσδιορι- 
»σμός τών πράξεων πρέπει πάντοτε εκ των προτέρων να 
εινε προσδίωρισμένος». 

Ιδού και εν εκπληκτικόν ζοοολογικόν φαινόμενον : 

«Έν Ελβετία και αΐ αίγες εΐνε πολιτισμέναι.» 



356 

Και εν άλλο έκπληκτικώτερον. 

«Νέος χρηστός έδολοφονήθη και επεσεν απ νους». 

Φοβερόν τώ^δντι : να δολοφονηθή καΐ να πέση άπνουςϊί 

Και είς ορισμός βαθύτατος : 

« β Η κατάχρησις εΐνε κατάχρησις» 

Αυτό υπενθυμίζει το άλλο εκείνο θαυμαστόν απόφθεγ- 
μα έτερου μεγαληγόρου ρήτορος : 

«Ξεύρετε, κύριοι, τΐ β ήτο ο Μέγας Ναπολέων ; Γ Με- 
»γας Ναπολέων, κύριοι, Ιτο μέγας άνήρ !» 

ε Υπαρχου ν δέ και άλλαι φράσεις και ανέκδοτα και διά- 
λογοι βουλευτικοί προκαλέσαντες δια την άπροσδόκητον- 
κωμικότητά των άσβεστον τον γέλωτα του ακροατηρίου,, 
και αυτών των βουλευτών. Πασίγνωστος τυγχάνει ή πα- 
λαιά εκείνη διακοπή οξύθυμου βουλευτού : «Έγώ είμαι 
άβρόφρων, βρέ^γαϊδουρι !» ε Ιλαρότητα μεγάλην έπροξένη- 
σεν επίσης το αφελές προοίμιον ετέρου βουλευτού κατά τγν- 
συζήτησιν τού νόμου περί φορολογίας των άροτριώντων 
κτηνών, δ ττις ήρχισε την άγόρευσίν του ως εξής «Ύποθέ- 
<τοιτ6 δτι εγώ, το άροτριών κτήνος...» 

3 Αρκετά εύθυμος ήτο και ή εξής σκηνή. β Ο ρήτωρ αγο- 
ρεύει περί του στόλου και βοα : 

«Τα σκάφη, κύριοι, κατεστράφησαν... διότι τα σκάφη, 
■»εννοώ νά τά Τ περιποίούνται... .διότι, λέγω, τά σκάφη.,». 

Και εις συνάδελφος του τον διακόπτει φωνών : 

« — Διότι λέγεις τά σκάφη σκάφη και τά σύκα σύκα». 

Μία σκηνή εκ τού φυσικοί : 

Ό βουλευτής, ορμητικός τον χαρακτήρα, έξερεθισθεις 
εκ τών λόγων ενός τών συναδέλφων του, στρέφεται πρύ^ 
αυτόν κινών άπειλητικώς τον δάκτυλον και λέγων : 

» — Έάν δεν έσεβόμουν τάς λευκάς σου τρίχας...» 

Ή Βουλή και τά ακροατήρια στρέφονται προς τον 
άπειλούμενον και βλέπουν με άπορίαν δτι αί λευκαί τρίχες,, 



357 

αί όποΐαι έπρεπε τω δντι να υπάρχουν λόγω της ηλικίας 
του εις την κεφαλήν του, παρουσιάζουν ζωηροτάτην χροί- 
άν καραμπογιάς ! 

Ιδού και δυο αποσπάσματα εκ των πρακτικών εφη- 
μερίδος : 

«Κύριε πρόεδρε ! αναφωνεί ό βουλευτής Α... εϊτερχό- 
ηιενος κατέρυθρος εις την αϊ&ουσαν, σας καταγγέλλω πρά- 
>ξιν αισχράν. Γ βουλευτής Β. προσέβαλε την Βουλήν εν 
τώ προσώπω μου ! 

« — Διατί ; 

« — Διότι μ 3 έρράπισεν». 

«"Ετερος βουλευτής αμέσως υποβάλλει την έξης πρό- 
»τασιν : 

«Ή Βουλή έρυθριώσα εν τω προσώπω του κ. Α..... 
» μεταβαίνει εις τήν ημερησία ν διάταξιν». 

"Αλλο : 

« — Κύριε πρόεδρε, τον λόγον ! Τα νομοσχέδια ταύτα 
τΐνε κακοηθέστατα. 

«Μια φωνή : — «Κακοήθης και αναιδής είσαι συ !» 

«Ό αγορεύων : — Είσαι μάσκαρας ! 

«Ό Πρόεδρος, κροΰων τον κώδωνα: « — Οι παραδεχό- 
μενοι παρακαλούνται να εγερθούν... Ή Βουλή παρεδέχΟη». 

Τα τοιαύτα κοινοβουλευτικά ανέκδοτα δεν εΐνε σπάνια 
και εις άλλας χώρας, άπειρα δε εΐνε τα μνημονευόμενα 
παραδείγματα. Παροιμιώδης άπέμεινεν έν Γαλλία ή φρά- 
σις ή αποδιδομένη εις τον φανταστικών τΰπον τοΰ Ιωσήφ 
Προυδώμ, κλασικώς παραλογιζομένου πάντοτε μετά μωρίας 
πλήρους έμφάσεως : «Το Άρμα της πολιτείας πλέει επί 
ηφαιστείου». 'Ανάλογοι και μωρότεραι ακόμη φράσεις 
και παρομοιώσεις και ρητορικά σχήματα έλ,έχθησαν και εις 
τά Κοινοβούλια πλείστων εκ των Ευρωπαϊκών Κρατών. 
ΟΓαω, προκειμένου περί της * Ιταλικής Βουλής, είδα έσχά- 



358 

τως απάνθισμα περιλαμβάνον αρκετά, εξ ών επιτραπήτο 
μοι ν' αναφέρω τα εξής ως δείγμα : 

Βουλευτής ΰποστάς διωγμούς ένεκα των πατριωτικών 
φρονημάτων του, διατελέσας δ 9 εξόριστος επι πολύν χρό- 
χοόνον, αναφωνεί εις την άγόρευσίν του : « "Εζησα επί 
^μίαν εικοσαετία ν μεταξύ αγρίων και δια τούτο παρα- 
κάθημαι εν τω μέσοο υμών». 

"Ετερος βουλευτής άντικληρικός εκφράζεται ως εξής : 
«Δεν μου αρέσουν οι ιερείς και μονάχοι , οίτινες κρατούν- 
^εΐς την μίαν χεϊράν των την Σΰνοψιν και εις το άλλο το 
*κομβολόγιον. Μου αρέσουν οι στρατιώται, οι όποιοι εις; 
»τήν μίαν χείρα κρατούν την σημαίαν, εις τήν άλλην το 
»ξίφος, εις τήν άλλην το δπλον....» 

Κα! ό Πρόεδρος παρεμβαίνων λέγει : «Λαμβάνω το 
» θάρρος να παρατηρήσω εις τον άξιότιμον αγορεύοντα 
»δτι και οι στρατιώται, δσον ανδρείοι και αν εΐνε, δεν έχουν 
»περισσοτέρας από δυο χείρας». 

"Αλλος τις βουλευτής εγείρεται ν 3 απάντηση εις τους 
λόγους συναδέλφου του, καθήμενου εις τήν όπισθεν αύτοιί" 
σειράν των εδωλίων, άρχεται δε του λόγου του ώςέξής: 

«Ό προλαλήσας αξιότιμος οπίσθιος μου » Ή θύελλα 

τών εκραγέντων γελώτων δεν τον άφήκε να προχώρηση. 



3 Από του Βουλευτηρίου εις το θέατρον ή άπόστασις 
δεν εΐσε μεγάλη. Άλλ* εΐνε τόσα πολλά τα φαιδρά ανέκδοτα 
τάναφερόμενα εις τήν σκηνήν, εις τα παριστανόμενα έργα, 
εις τα παθήματα τών ηθοποιών κλπ., ώστε και μέρος αυ- 
τών αν περιελάμβανα εις τήν παροΰσαν ταχεΐαν και έπί- 
πόλαιον επισκόπησιν τών εκουσίων ή ακουσίων όλισθημά- 
τοον της διανοίας και της τέχνης, θ' απέδιδα εις αυτήν 



359 

διαστάσεις μαστοδοντικάς και επικίνδυνους δια την ύπο- 
μονήν σας. Διό θά περιορισθώ εις την άναγραφήν αστείων 
τινών έπι σκηνής παθημάτων ηθοποιών ξένων και ημετέ- 
ρων ύποπεσόντων εις αμαρτήματα απαγγελίας εκ συγκινή- 
σεως ή εξ απροσεξίας. 

Ύποπίτουν δ' εις αυτά προ πάντων οι μη κατέχοντες 
από στήθους το μέρος των και άναμένοντες την βοήθειαν 
του ύποβολέως. 

Οΰτως εις εν τών γαλλικών θεάτρων νεαρά πρωτό- 
πειρος ηθοποιός ελησμόνησε το μέρος της εις το μέσον πα- 
θητικής σκηνής και δεν ή δυνατό να προχώρηση. 

— Αυτοσχεδίασε ολίγας λέξεις και φΰγε ! της λέγει εκ 
τών παρασκηνίων δ διευθυντής. 

Εκείνη 6έ εν τή συγχύσει της, νομίζουσα δτι αυτάς τάς 
λέξεις ώφειλε να εΐπή, στρέφεται προς το κοινόν και λέγει: 

— Αυτοσχεδιάζω ολίγας λέξεις και φεΰγω! 

Ηθοποιός ιταλός παριστάνουν μετά του διασήμου τρα- 
γορδοΰ Σαλβίνη εις τίνα σκηνήν του « 3 ΟΘέ?ιΛου» αντί ν 3 
άπαγγείλη δλόκληρον την φράσιν περί της άφίξεως του 
στρατηγοί) εις Κΰπρον, εσταμάτησε με την φράσιν: «έρχε- 
ται εις Κΰπρον». 

— Παρακάτω! φωνάζει εις αυτόν εκ τών παρασκηνίων 
ό θιασάρχης. 

— Παρακάτω δεν έχει, άπαντα ό ηθοποιός* εις την Κΰ- 
προν πρέπει να σταματήσω. 

Ό ιδικός μας παλαιός ηθοποιός Άνδρονόπουλος, πε- 
ριβόητος δια τά έπι τής σκηνής τολμήματα του, εις ανάλο- 
γο ν θέσιν ευρεθείς μετά την φράσιν: « έφθασα εις Σπάρ- 
την», δεν ήδΰνατο νά προχ(ορήση, εις μάτην αναμένων την 
υπαγόρευσιν του ύποβολέως' τέλος δε άδημονήσας λέγει 
απευθυνόμενος με φωνήν δργίλην προς τον ί?ποβολέα: 

— Μά λέγε μου επι τέλους, χριστιανέ μου, τί ήλθα νά 



360 

κάμω εις την Σπάρτην ! 

Εις άλλην δε παρομοίαν περίστασιν ο ίδιος ηθοποιός 
παριστάνων εις το δράμα «Λουκρητία Βοργία» και ευρε- 
θείς εις άδιέξοδον, έπεράτωσε το μέρος του άναφοη'ήσας 
τον στίχον: 

Του 'Έλληνος δ τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει 
και άποχωρήσας μετά τοΰτο μεγαλοπρεπώς από της σκη- 
νής. 

Άλλ* δ μέγας κίνδυνος των ηθοποιών εΐνε ή περιπλοκή 
των συλλαβών, ή συιιβαίνουσα συχάκις εις τον συνήθη 
λόγον και άλλοιοΰσα δια της μεταθέσεως κωμικώτατα τάς 
φράσεις και τάς λέξεις. Το πάθημα τοΰτο οι γάλλοι ηθο- 
ποιοί ονομάζουν ραΐ&φΐε και οι ιταλό! ραρεΓα* μνημο- 
νεύονται δε εις την ίστορίαν του θεάτρου πλείστα δσα τοι- 
αύτα αστειότατα. 

ΦαντάσΘητε την έντΰπωσιν του δτε, λόγου χάριν, δ κή- 
ρυξ άντι νά εΐπη: δοηηεζ, ίχοιηρεΉβδ ! «βοα στεντορείως: 
«ΤϊΌπιρΘζ, δοηηθΐΐεδ!» ?] δταν δ ιατρός εις την «Κυρίαν 
με τάς Καμέλιας», αντί νά εΐπη προς την ηρωίδα: «Πρό- 
σεχε την ΰγείαν σου, Μαργαρίτα», λέγει: «Πρόσεχε την 
Μαργαρίταν σου, υγεία!» Και αυτή ή μεγάλη ηθοποιός 
Έλεονώρα Δοΰζε ύπέπεσεν άλλοτε εις παρόμοιον γλωσσι- 
κόν ολίσθημα κατά την παράστασιν της «Διονυσίας» του 
Δουμά, δτε ελέγχουσα τήν άντίζηλον, αντί νά εΐπη εις αυ- 
τήν: «Με αυτήν τήν χημείαν — με αυτά τά χρώματα τής 
βαφής δηλαδή — δπου έχεις εις το πρόσωπον», είπε: «Μέ 
αυτήν τήν κλινικήν δπου έχεις εις το πρόσωπον» συγχΰ- 
σασα τήν λέξιν οΐιϊπποα με το οΐίηίοα. 

Και είς τήν ιδική ν μας σκηνή ν συνέβησαν κατά και- 
ρούς πολλά τοιαύτα κρούσματα. Μνημονεύονται εξ αυτών 
μερικά, οία τά έξης: «ΜηρΙ ζτανεζεί» άντι <πανϊ μυρί' 
ζέι>, του «έμός ϊίαζρός» άντι του <έμον παζρός» καθώς 



361 

και το εξοχον εκείνο, άπαγγελθέν μετ' εμφάνσεως υπό τί- 
νος νεαράς ηθοποιού προ ετών κατά την παράστασιν του 
δράματος εις το εν των θερινών αθηναϊκών θεάτρων: 
«"Ερχομαι εκ τοΐ5 σκονός εις το φώτος» } άντι του «έρχο- 
μαι εκ του φωτός εις το σκότος». 

Άλλ' αν είνε συγγνωστά τοιαύτα λάθη προφοράς, πο- 
λύ βαρύτερα εΐνε βεβαίως και κωμικώτερα τά προερχόμενα 
εξ αμάθειας. Τοιούτον εΐνε το περιβόητον και συχνάκις 
μνημονευόμενον εις τους θεατρικούς κύκλους μιας ηθο- 
ποιού, ήτις, λόγου ποτέ γενομένου περί τίνος δραματικού 
έργου, απεφάνθη δτι έχει γλώσσαν ρέβονααν. «Ρέουσαν», 
παρετήρησεν εις αυτήν ο παρακαθήμενος σύζυγος της. 
Μετ 3 ολίγον, εξακολουθούσης της συνομιλίας, ή ηθοποιός 
εΐπεν δτι το έργον εΐνε γραμμένον εις γλώσσαν χαΰαρέον- 
ααν. — «ΚαΦαρεύονααν», έπανέλαβεν ό σύζυγος διορθώ- 
νων αυτήν. «"Α! μα δεν ύποφέρεσαι ! άνέκραξε τότε εκεί- 
νη εν αγανακτήσει* δταν λέγω ρενονσαν, μου λέγεις ρέον- 
οαν καΐ δταν λέγο^ «ρέουααν». μου λέγεις «ρεν- 
ονσαν». 

5 Απομένει το τελευταίο ν κ&φάλαιον. °Έως τώρα ωμι- 
λήσαμεν περί τών σφαλμάτων της λογικής, της αισθητικής, 
τή; γραμματικής, εις τά όποια υποπίπτουν οι χειρισται τού 
λόγου καΐ του καλάμου, ^πάντοτε ^εξ ύπαιτιότητος αυτών τών 
ιδίων. Υπάρχουν δμως και λάθη, δια τά όποια δέν ευθύνον- 
ται οι γράφοντες, τά λάθητά γινόμενα εκ διαβολικής συμπτώ- 
σε ως, και κάποτε οίονει εκ συνωμοσίας αυτών τών|τυπογρα- 
<ρικών στοιχείων. Διότι δταν ό Θεός ηύδόκησεν ώστε οι άν- 
θρωποι νά εφεύρουν την τυπογραφίαν προ: διάδοσιν τών 
γνώσεων και προς φωτισμόν εύρύτερον τού ανθρωπίνου 



362 

λογισμοί;, 6 Διάβολος, δια νά μετρίαση την ώφέλειαν, εφεύ- 
ρε το τυπογραφικόν σφάλμα. 

Τα κατορθώματα του τυπογραφικοί} σφάλματος και εις . 
τα βιβλία, άλλα προ πάντων εις τάς εφημερίδας, εινε ανα- 
ρίθμητα* έμμουσός τις δε στοιχειοθέτης άλλοτε συνέταξε 
μακρόν έμμετρον κατάλογον αυτών. Πλείστα δσα μνημ οε 
νεΰονται εις την γαλ?ακήν γλώσσαν, γενόμενα κατά και- 
ρούς εις τάς εφημερίδας καΐ αύτάς τάς μάλλον προσεκτι- 
κάς. Διασημότερα εξ αυτών εινε τά : «οοηδβίΐ άβδ ηιοη- 
δΐΓ6δ», άντι πήηίδίτβδ. «ιιη ΙιοπηηΘ άε πβη», άντι ηη 
Ιιοππηε άβ βιεη (προκειμένου περί του διασήμου τραπε- 
ζίτου Λαφίτ, του οποίου άνηγγέλλετο ό θάνατος)" ο κύριος 
Α εινε Πδίβΐθ ίοιίδ Ιβδ ρπτδ» άντι νίδίβΐβ* «ή δρεξις 
επανήλθε, και ανβο βεαυχοιιρ οΐβ ίοίηδ — άντι δοίηδ — ελπί- 
δες υπάρχουν περί της προσεχούς άναρρώσεως» (προκειμέ- 
νου περί άσθενουντος νομάρχου) « ό υποψήφιος (επρόκει- 
το δε περί του μεγάλου Γκυζώ) εμφανισθείς έκάθισεν αιι 
ιπίΠειι ά.6δ §τ6άίηδ (άντι §ταάίηδ) και έγένετο δεκτός ρ&Γ 
Ι^δ ρΐιΐδ νίΐδ (άντι νίίδ) αρρίαικϋδδβιηειηδ» . 

Μνημονεύονται δέ ανάλογα και εις τον αγγλικό ν τΰπον 
— διότι εις τάς εφημερίδας συνήθως δπου ή διόρθωσις, 
δσον επιμελής και αν εινε, γίνεται πάντοτε μετά σπουδής, 
ελλείψει χρόνου τά τυπογραφικά σφάλματα διαφεύγουν 
την προσοχήν του διορθωτου εύκολώτερον — ως επί παρα- 
δείγματι, δτι «δ στρατηγός και τριάκοντα επτά άνδρες 
άπωλέσθησαν εις μίαν φιάλην» (βοΉΐβ άντι β&Ήΐ&^μάχην) 
δτι εν άτμόπλοιον άνερχόμενον τον ποταμόν συνεκροΰσθη 
με ένα πονζιχδν (ταϊ άντι τα£ί:=σχεδίαν)• δτι κάποιος κα- 
τεδικάσθη διότι εκλεψεν ένα βώδι (οχ) εκ του καλλυντηρί- 
ου μιας κυρίας,» άντι βοχ=πυξίδος κοσμημάτων δτι «κα- 
τεμηνΰθη άλλος τις, διότι εφαγεν έναν άμαξάν (εαίοη άντι 
1)βα1:θη=εκτΰπησε). Και εις αυτόν δέ τον ηγεμόνα το& 



363 

παγκοσμίου τΰπου, τους Τίηιβδ του Λονδίνου, εατι τη εύ^ 
καιρία της πανηγυρικής εισόδου της πριγκιπίσσης της Ού- 
αλλίας εις την πρωτεΰουσαν, εδημοσιεύθη αγγελία λέγου- 
σα οτι εις εν των μεγάλων ξενοδοχείων, οπόθεν έμελλε νά 
&έλθη ή πομπή, «ενοικιάζονται δυο χήραι» (\νί(ϊθΛνδ) αντί 
\νίικϊο\ν δ— παράθυρα. 

Ουδέ τα ιερά αυτά σέβεται το πονηρόν τυπογραφικόν 
σφάλμα, άπόδειξις δε είναι δτι εις βιβλίον λειτουργικόν, 
γραφέν παρά τίνος αρχιεπισκόπου των Παρισίων, εις την 
φράσιν της οδηγίας, την λέγουσαν : «Ενταύθα ό ιερεύς 
αφαιρεί το κάλυμμα της κεφαλή;» (οαΐοί:!:^) έφέρετο τυπω-~ 
μένον «αφαιρεί... δα οιιΙοΉθ! καΐ καθείς εννοεί την διαφθο- 
ρά ν. Εις τά ελληνικά εν γένει δημοσιεύματα τά τυπογρα- 
φικά σφάλματα αφθονούν, καθότι και ό μέγας αριθμός 
των στοιχείων τά όποια εΐνε υποχρεωμένος νά μεαχειρίζεται 
ό εργάτης εις την σΰνθεσιν των λέξεων βοηθεΐ την σΰγχυσιν. 
Υπάρχει δε και εν επίγραμμα λίαν ευφυές £νός των ποιη- 
τών τής παρελθούσης γενεάς, του μακαρίτου Κατακουζη- 
νοΰ λέγον: 

Κατάλογος συνδρομητών καΐ πίναξ εσφαλμένων... 

Βιβλίον, το εμάντευσα που είσαι τυπωμένον ! 

3 Αλλ' ή άπαρίθμησις, ή και απλώς το σταχυολόγημα 
τών τυπογραφικών παροραμάτων τών σημειωθέντων εις 
τά ελληνικά βιβλία και τάς εφημερίδας θ' άπέβαινεν είς 
άκρον μακροσκελές. 

Έν μόνον θ* αναφέρω ακόμη, το όποιον έ'μεινεν ιστο- 
ρικόν εΐς τους δημοσιογραφικούς κύκλους δια την πρωτο- 
τυπίαν του, γενόμενον δέ είς τάς στήλας τής «Νέας Ε- 
φημερίδος». Γνωστόν τυγχάνει εις τους πεσβυτέρους μετά 
ποίας επιμελείας ό μακαρίτης διευθυντής αυτής Ιωάννης 
Καμποΰρογλος συνέταττε τά λεγόμενα «Κοινωνικά διά- 
φορα», άρτύων τάς ειδήσεις τάς άναφερομένας εις παντοία. 



354 

κοινωνικά γεγονότα, μετά περισσών κοσμητικών επιθέτων 
και φιλοφρυνων φράσεων. Εις εν εξ αυτών ανέγραφες» 
ή εΐδησις περί τών τελεσθέντων γάμων γνωρίμου ζεύγους^ 
το όποιον ή διεΰθυνσις της εφημερίδος ερραινε δι 5 δλωντών 
ευχών της ευτυχίας. Εΐπετο δε αμέσως εν τη αυτή στήλη 
ετέρα είδη σις νεκρολογική περί του Θανάτου άλλου προ- 
σώπου. Κατά διαβολικτν δμως σΰμπτωσιν αϊ δυο ειδήσεις 
κατά την σΰνθεσιν της στήλης, έκρυεισών σειρών τίνων 
εξ ίκατέρας, συνεχωνεΰθησαν και απετέλεσαν μίαν τερα- 
κωδώς ερμαφρόδιτον, εις την οποίαν άνεγράφετο δτι οι 
παρευρεθέντες εις την τελετήν του Ύμεναίου συνελυπή- 
Θησαν μετά το πέρας αυτής τους τεθλιμμένους γονείς και 
τους οίκείους, ευχόμενοι εις αυτούς την εξ ΰψους παραμυ- 
θίαν διά το δυστύχημα Ι 

Έν τούτοις το συμβάν οΰτε νέον εΐνε, οΰτε σπάνιον. 
Εις άμεριλανικήν εφημερίδα προ ετών έδημοσιεΰθη ή έξης 
φαντασμαγορική εΐδησις, προκύψασα εκ της αυτής συμ- 
πτώσεως καΐ την οποίαν βεβαίως θ' ανέγνωσαν με διε^- 
ταλμένους εκ της εκπλήξεως οφθαλμούς οι πολυάριθμοι 
του φύλλου άναγνώσται: «Την παρελθοΰσαν Κυριακήν ο 
»αιδεσιμώτατος ΐεροκήρυξ Χ. άπεχαιρέτισε το ποίμνιόν 
»του εν τώ ναώ, δι 5 ευφράδους και κατανυκτικής ομιλίας 
>τήν οποίαν έν συγκικήσει ήκροάσθησαν οι πιστοί. Μεθ' 
»ο εξελθών εις την όδόν, ήρχισε να τρέχη όλολΰ- 
»ζων, άναστατώσας τήν συνοικίαν και καταδιωκόμενος υπό 
»τών πολιτών διά λίθων καΐ ροπάλων, εως δτου άστυφΰ- 
»λαξ παρατυχών τον έφόνευσε διά πιστολιού». 

Μαντεύετε τι είχε συμβή; Μιά αναθεματισμένη εΐδη- 
σις περί λυσσώντος κυνός προσε^ολλήθη ε!ς τήν προτέραν 
περί του ίεροκήουκος, άφηρέθησα ν εξ απροσεξίας αί τε- 
λευταΐαι σειραΐ της πρώτης και αί πρώται της δευτέρας καΐ 
άπετελέσθη οΰτω το παράδοξον κράμα. 



365 



* * 



Επίλογος δεν χωρεί, ειμή ίσως ή σκέψις αΰτη, οτι δ. 
Δημιουργός θεωρήσας εν τη άπείρω αύτοΰ σοφία την φαι- 
δρότητα ως άναγκαΐον έφόδιον της ζωής και προικίσας 
προνομιακώς δια του γέλωτος τον άνθρωπον, το μόνον 
αΰτου λογικόν κτίσμα, εχορήγησε πάλιν εις τον άνθρωπον 
την ιδιότητα του να τροφοδότη αυτήν δχι τόσον δια της 
ευφυίας του όσον δια τής μωρίας του. "Οθεν επίκαιρος 
δυνάμεθα ν* άναγνορίσωμεν τον ορθότητα τής γνώμης 
γάλλου σατυρικού ποιητου, την διατυπουμένην εις τους 
εξής στίχους : 

Οε ΐοαδ ΐ6δ αηπηααχ (μιι νίνεηΐ; δΐΐΓ Ια ίβπτΘ, 
ζ)αί 'ηα£6ηί άαηδ Ια ιηβΓ, οιι νοίβηΐ: δυτ Ιεδ αίΓδ, 
ϋβ Ραπδ αυ. ^ροη, άε Μαάήά ^ΐδς[ΐι' α Κοιώθ 
Ι,ε ρΐηδ δοΐ: αηίιτιαΐ, α ηιοη ανίδ, ο 5 β 81: 1* Ιιοιηηι^,. 



ΤΕΛΟΣ 



ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 



Σύλλογος των Εισαγγελέων Σελις 5 

Διατί δεν είπα τον 'Απόστολον » 45 

€ Σπουργίτης » 53 

Ή τΰφλωσις » 58 

Το δώρον της Μοίρας » 64 

Τα επαγγέλματα » 71 

Το χρονικόν των πτηνών και τετραπόδων . » 85 

Σκΰλλος και γάτα > 104 

Το συναξάριον του στομάχου ..... » 115 

Σημεία και τέρατα » 152 

€ έξ α&ου σύζυγος » 205 

Ζήτω ο πόλεμος (1897) » 217 

Το 1)β ογ ηοί Ιο Ββ . . » 226 

Τα υποδήματα » 232 

Τα λογοπαίγνια » 238 

Μακάριοι οι πειθο υ ντες » 252 

Θεός και Μαμμωνάς ........ » 258 

Νικολάκης » 271 

Τα κεράσια » 277 

Ή άντιπολίτευσις » 283 

Άμλέτος Νο 2 » 289 

"Η 31 Δεκεμβρίου » 297 

Ή Πρωταπριλιά 301 

Αι πήγα! του γέλωτος 313 



Λ V!